Η Προς Εφεσίους Επιστολή 5:20-33 ως Αποστολική Περικοπή του Ιερού Μυστηρίου του Γάμου: Κατάλληλη ή Προβληματική;

Αιδεσιμοτάτων Καθηγητών Αλκιβιάδη Καλύβα και Φιλίππου Ζυμάρη  |  English  |  ру́сский

Στη σύγχρονη εποχή έχει αμφισβητηθεί η καταλληλόλητα της καθιερωμένης αποστολικής περικοπής της τελετής του μυστηρίου του γάμου  (Προς Εφεσίους 5:20-33). Πώς αντιλαμβάνεται από τους σύγχρονους ακροατές αυτή η περικοπή, και τι γνώμη προφέρει για τις συζυγικές σχέσεις;

Σε ένα βασικό επίπεδο το καθιερωμένο αυτό εδάφιο μπορεί να κατανοηθεί μέσα στο πλαίσιο οικιακών κανόνων ειδικά προσαρμοσμένων για τον Ελληνορωμαϊκό κόσμο, εντός του οποίου οι πρώτοι Χριστιανοί βίωναν εν πίστη. Αυτός ο κόσμος ήταν ουσιαστικά πατριαρχικός. Οι οικιακοί κανόνες είχαν καθιερωθεί για να καθοδηγούν τα μέλη του σπιτιού, τους συζύγους, τα παιδιά και τους γονείς, τους δούλους και τους κυρίους, στην σωστή άσκηση των καθηκόντων και των ευθυνών τους. Στο επίκεντρο των προτροπών του εδάφιου είναι ηθικές απόψεις που ρέουν από την νέα ζωή εν Χριστώ, αποκτώμενη μέσω πίστης και του ιερού βαπτίσματος. Παρόμοιοι κώδικες έχουν ενσωματωθεί σε άλλα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Προς Κολοσσαείς 3:1-4:5, Προς Τιμόθεον Α 2:8-15, 6:1-2, Προς Τίτον 2:1-10, και Πέτρου Α 2:13-3:7).

Η καθιερωμένη αποστολική περικοπή, λοιπόν, καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ένας σύζυγος και μια σύζυγος θα πρέπει να συμπεριφέρονται ο ένας με τον άλλον. Στους άνδρες υπαγορεύει να αγαπούν τις συζύγους τους (25), ενώ οι γυναίκες καλούνται να υποτάσσονται στους συζύγους τους (22). Δεν υπάρχει τίποτα εξαιρετικό στην δεύτερη προτροπή. Η αρχαία κοινωνική ηθική θεωρούσε δεδομένη την υποταγή των γυναικών στους συζύγους τους. Η προς Εφεσίους επιστολή, όμως, μας δίνει περισσότερα. Παρέχει μια εξυψωμένη και μεγαλοπρεπή εικόνα του γάμου θεσπίζοντας ριζικά νέες αντιλήψεις, μεταξύ αυτών και την πρωτάκουστη νουθεσία «ἄνδρες ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς», μια παραίνεση που μετατρέπει τον φυσικό γαμήλιο δεσμό σε ιερό μυστήριο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι μια γραμματική εξέταση του κειμένου υποδηλώνει ότι ολόκληρη η περικοπή πρέπει να κατανοηθεί ως εξήγηση του στίχου 5:21: «ὑποτασσόμενοι ἀλλήλοις ἐν φόβῳ ΧριστοῦΜε άλλα λόγια, αυτός ο στίχος αναφέρεται σ’ αυτά που θα ακολουθήσουν και όχι σ’ αυτά που προηγούνται – ένα γεγονός που αποκρύπτεται από την κοινώς αποδεκτή Αγγλική δομή της παραγράφου, που μεταγενέστερα υπερτέθηκε πάνω στο αρχέγονο Ελληνικό κείμενο. Επομένως, και οι δύο σύζυγοι καλούνται να μην είναι πλέον αυτοτελείς και ατομικιστικοί, αλλά ίσοι συνεργάτες που υποτάσσουν πρόθυμα τις αποφάσεις και τη ζωή τους στον Χριστό. Έχοντας αποκτήσει μια νέα οντότητα στη προσωπική τους σχέση συνύπαρξης[1], εκπληρώνουν και συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον μέσω αμοιβαίας ταπεινοφροσύνης, σεβασμού, αγάπης και μακροθυμίας.

Ως συν-ουσιώδης και ισότιμοι, οι σύζυγοι μοιράζονται όλες τις ιδιότητες και όλες τις αρετές της κοινής τους ανθρωπότητας, διαφέροντας μόνο στον τρόπο με τον οποίο τις εκδηλώνουν. Έτσι, όταν ασχολούμαστε με την διαφορά του φύλου των συζύγων, δεν μπορούμε να εκφραζόμαστε σε όρους ανωτερότητας του ενός και κατωτερότητας του άλλου. Αντίθετα, η Αγία Γραφή είναι διαυγής, δηλώνοντας ότι και οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν δημιουργηθεί σύμφωνα με την εικόνα του Θεού. Μοιράζονται μια και την ίδια ουσία – καθώς και έναν και τον ίδιο προορισμό: την απόκτηση της Θεϊκής ομοιώσεως. Το ενικό «άνθρωπος» περιλαμβάνει τον πληθυντικό «άνδρας και γυναίκα»: «καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Γένεσις 1:27, Γεν. 5:1).

Το κείμενο καθιστά σαφές το ότι ο γαμήλιος δεσμός πρέπει να βασίζεται στη σχέση του Χριστού με την Εκκλησία («ὅτι ὁ ἀνήρ ἐστι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας»). Όταν οι γυναίκες ζητούνται να σέβονται τους συζύγους τους και να υποτάσσονται σε αυτούς “ως τω Κυρίω“, είναι επειδή καλούνται να αντικατοπτρίζουν την αγάπη της Εκκλησίας για τον Χριστό, που είναι η κεφαλή αυτής. Όταν οι άνδρες καλούνται να «ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα», καλούνται να αντικατοπτρίζουν την θυσιαστική και απεριόριστη αγάπη του Χριστού για την Εκκλησία, που είναι το ιερό και μυστηριακό Σώμα Του. Με αυτόν τον τρόπο και οι δυο σύζυγοι εκπληρώνουν την ειδική τους κλίση. Υποκινούνται, ο καθένας με τον ιδιαίτερο τρόπο ύπαρξής τους, να ανακαλύψουν και να αποκτήσουν για τους εαυτούς τους το αξιοθαύμαστο δώρο της απόλυτης και ανεπιφύλακτης αυτοπροσφοράς και αγάπης του Θεού, υποτασσόμενοι στον Χριστό και στον/στην σύντροφο τους.

Επομένως, ο σύζυγος καλείται να αγαπάει τη γυναίκα του ανιδιοτελώς και απεριορίστως, να σφραγίζει το ομοίωμά της στην καρδιά του, να αγάλλεται με την αξιοπρέπεια και τα χαρίσματά της, να την παρηγορεί, να λαχταρά την ευημερία της, να προστατεύει, να τιμά, και να τρέφει τον δεσμό τους μέσω της ακλόνητης και αδιάλειπτης πιστότητός του. Αναγνωρίζοντας ότι η εξουσία δίδεται με σκοπό την υπηρεσία αγάπης, η σύζυγος με τη σειρά της καλείται να σέβεται την ηγεσία του συζύγου της εντός της αμοιβαίας υποταγής τους στον Χριστό. Η κλίση της γυναίκας είναι να τιμά τη γαμήλια σχέση με την δική της αστείρευτη και αδιάκοπη αγάπη και πιστότητα, καθώς και την ανιδιοτελή αφοσίωση, τη σοφή καθοδήγηση, την σεμνότητα και την ευγένεια, το θάρρος και τη δύναμή, και τη σταθερή πίστη και ευσέβειά της. Ως σύζυγος και μητέρα, καθρεπτίζει τη ζωή, και την γεμίζει με αυτοπροσφορά και αγάπη μέσα από το δώρο της, του «κρυπτού τῆς καρδίας ἄνθρώπου» (Πέτρου A 3:4).

Παρά τις θετικές έννοιες που μπορούν να συλλεχθούν από αυτήν την συγκεκριμένη περικοπή, η ανικανότης πολλών ατόμων να την κατανοήσουν προτείνει ότι πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα αντικατάστασής της. Μάλιστα, σύμφωνα με τη χειρόγραφη παράδοση, οι Ευαγγελικές αναγνώσεις για την τελετή του γάμου (Προς Εφεσίους 5:20-33 και Ιωάν. 2:1-11) εμφανίστηκαν για πρώτη φορά τον δέκατο αιώνα, και τυποποιήθηκαν πριν τον δέκατο πέμπτο αιώνα, ειδικά μετά την εφεύρεση του τυπογραφικού πιεστηρίου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το εδάφιο της Καινής Διαθήκης που εξιστορεί το θαύμα του Κυρίου στον γάμο στην Κανά της Γαλιλαίας προτιμήθηκε από την αρχή. Το ίδιο, ωστόσο, δεν έγινε με την Αποστολική περικοπή. Παρόλο που η Προς Εφεσίους επιστολή 5:20-33 εμφανίζεται στους περισσότερους χειρόγραφους κώδικες, άλλα χειρόγραφα και εκτυπωμένες εκδόσεις περιέχουν διαφορετικά εδάφια, μεταξύ άλλων το Προς Εβραίους 12:28-13:8 και το Προς Φιλήμονα 4:4-7. Κάποια χειρόγραφα, μάλιστα, έχουν την Προς Εφεσίους επιστολή 5:20-32, αλλά αφαιρούν τον στίχο 33 («ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα») από την γνωστή περικοπή που χρησιμοποιείται σήμερα.

Ενδεχομένως, για ποιμενικούς λόγους, η Εκκλησία μπορεί να επιλέξει να επιτρέψει διάφορα αποστολικά αναγνώσματα για το μυστήριο του γάμου, όπως κάνει και για τις κηδείες. Ορισμένα άλλα παραδοσιακά εδάφια θα μπορούσαν να εγκριθούν, εφόσον αυτή η παραχώρηση δεν εξευτελιστεί και γίνει μια ακατάστατη άσκηση προσωπικής προτιμήσεως. Ίσως μια καλύτερη λύση για σήμερα θα ήταν η παραδοσιακή παραλλαγή του καθιερωμένου κειμένου της Προς Εφεσίους επιστολής, χωρίς όμως τον στίχο 33, που σήμερα τείνει να παρερμηνεύεται και να παρεξηγείται. Εκτός αυτού, πρέπει να μείνουμε πιστοί στην θεολογία της ενσαρκώσεως, και στην ουσία της Εκκλησίας ως ενός Θεανθρωπικού θεσμού. Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία, στην πορεία της προς το βασίλειο, βιώνει και υπάρχει μέσα στην ιστορία. Επομένως, οι λειτουργικές της εκφράσεις υπόκεινται σε προσεκτική αλλαγή εντός του πλαισίου της συνειδητοποίησης και της ανταπόκρισης του ολοκλήρου εκκλησιαστικού σώματος.


[1] Co-inherence, ένας όρος που επινόησε ο συγγραφέας και Αγγλικανός θεολόγος Τσάρλς Ουίλιαμς. Σημαίνει πράγμα η πράγματα που υπάρχουν σε ουσιώδη σχέση με ένα άλλο, ως εγγενή στοιχείο του άλλου.

*Translated by Katherine Chaffee