Απελευθερώνοντας τον Οικουμενισμό Εξετάζοντας την Χαρισματική και Αντι-Ηγεμονική Συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας

Γκράχαμ Μακγκείοκ  |  English  |  ру́сский

Ο Συνοδικός Οικουμενισμός αντικατοπτρίζει τα ιδρυματικά υποδείγματα της διαπλαστικής του περιόδου. Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ερμήνευσε τον Συνοδικό Οικουμενισμό ως μια συγκέντρωση Χριστιανών – τοπικη, περιφερειακή ή παγκόσμια – για κοινή προσευχή, σύσκεψη, και λήψη αποφάσεων. Επιπλέον, η αναζήτηση της ενότητας θεωρείται ως συνοδική αδελφότητα, με κάθε τοπική εκκλησία να διαθέτει την πληρότητα καθολικότητας και αποστολικοτητας. Όπως άλλα κινήματα, το οικουμενικό κίνημα ακολούθησε τα πρότυπα που διαμορφώθηκαν από την συμφωνία του Μπρέτον Γούντς και το σύστημα των Ηνωμένων Εθνών στο τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, και καθιέρωσε τα δικα του διεθνή ιδρύματα ως συνεισφορά στην επίλυση διενέξεων, την ειρήνη, και την συμφιλίωση.

Εντός του Συνοδικού Οικουμενισμού, οι Προτεστάντες έχουν διαβάσει την πατριαρχική εγκύκλιο του Ιανουαρίου 1920, η οποία κάλεσε για μια κοινωνία εκκλησιών, παρόμοια με την Κοινωνία των Εθνών, ως ένα σημαντικό κίνητρο για την Ορθόδοξη συμμετοχή σε οικουμενικές οργανώσεις. Λιγότερο γνωστό είναι το σύγγραμμα του Γεωργίου Φλωρόφσκυ από το 1933, το οποίο καθορίζει μια «κανονική»[1] και «χαρισματική» Ορθόδοξη εκκλησιολογία.

Ενώ οι Προτεστάντες έχουν επιδιώξει έναν Συνοδικό Οικουμενισμό με την Ορθοδοξία, βασισμένο σε κανονικές εκκλησιολογικές αρχές, το σύγγραμμα του Φλόροφσκυ μας θυμίζει ότι η χαρισματική Ορθόδοξη εκκλησιολογία φέρνει απούσες εκκλησιολογίες στον Συνοδικό Οικουμενισμό, και διακρίνει λεπτές εννοιολογικές αποχρώσεις σχέσης μεταξύ κανονικών και χαρισματικών «ορίων της Εκκλησίας», που θέτει μια πρόκληση στα πρότυπα του Συνοδικού Οικουμενισμού. Μπορεί να είναι καιρός για τους Προτεστάντες να παρακινήσουν τις Ορθόδοξες εκκλησιολογίες, και να επιδιώξουν έναν οικουμενισμό εντός των χαρισματικών όριων της Εκκλησίας, αντί για τα κανονικά πρότυπα του κληρονομημένου Συνοδικού Οικουμενισμού.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει κατανοώντας την Ορθόδοξη εκκλησιολογία σε αντιπαράθεση με την  παράδοση του Διαφωτισμού εντός του Δυτικού Χριστιανισμού και της Δυτικής θεολογίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία επίσης απορρίπτει το ηγεμονικό Προτεσταντικό οικουμενικό πρόγραμμα. Αντιστέκεται στις εκκλησιολογικές θεωρίες που εφευρέθηκαν από τους Προτεστάντες, όπως την δογματική ή ομολογιακή αντίληψη των εκκλησιών. Οι Ορθόδοξοι έχουν επι καιρού εκδηλώσει ανησυχίες για την ηγεμονική φύση του Προτεσταντισμού και το ήθος του οικουμενικού κινήματος. Εξέφρασαν δε αυτές τις ανησυχίες μέσω της Ειδικής Επιτροπής του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών. Η ελάσσονα Ορθόδοξη φωνή βοηθά στην ανάκτηση των χαμένων ή καταπιεσμένων εκκλησιολογιών και θεσπίζει νέα σημεία για την ζωή ενός χαρισματικού και αντί-ηγεμονικού οικουμενισμού.

Η κριτική της Προτεσταντικής ηγεμονίας εντός του Συνοδικού Οικουμενισμού, που προέρχεται από την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, υπενθυμίζει το οικουμενικό κίνημα ότι δεν είναι δυνατόν να είναι οικουμενικό χωρίς την Ορθοδοξία. Επιπλέον, το αναγκάζει να επανεξετάσει το πως κατανοεί – εκκλησιολογικά- την ενότητα, και πιο συγκεκριμένα πως την αντιλαμβάνεται από την ιστορική και χαρισματική του υποχρέωση. Την ίδια στιγμή, υποδειγματίζοντας την διπλή κριτική του Ουόλτερ Μινόλο[2], δεν αρκεί να είμαστε Ορθόδοξοι για να είμαστε οικουμενικοί.

Ακολουθώντας τη μεθοδολογία της θεολογίας της απελευθέρωσης, η οποία αντιστέκεται στις «κανονικές μειώσεις» της εκκλησιολογίας, η οικουμενική ηγεμονία πρέπει να ερευνήσει τρόπους μέσω των οποίων θα μπορέσει να επανασυναρμολογήσει τις εκκλησιολογίες στην αναζήτηση της ενότητας μέσω της πρακτικής του οικουμενικού κινήματος. Η πρακτική του οικουμενικού κινήματος υπερβαίνει τον κανονικό διαθρησκευτικό διάλογο και την συνεργασία. Μια χαρισματική και αντι-ηγεμονική εκκλησιολογία – η, χρησιμοποιώντας τον όρο του Λεονάρντο Μπόφ[3] μια εκκλησιογένεση – θεσπίζει απτές εναλλακτικές λύσεις για τον Συνοδικό Οικουμενισμό, λύσεις που μεσολαβούνται μέσω δεσμεύσεως με ιδρύματα, έργα,  και λαούς. Αυτή είναι η πρακτική ενός απελευθερωτικού οικουμενισμού.

Η διορατικότητα του Φλωρόφσκυ σε σχέση με τα χαρισματικά όρια της Εκκλησίας μπορεί να καταστεί απελευθερωτική εκκλησιολογική συμβολή στο οικουμενικό κίνημα, μια συμβολή που προκαλεί την ηγεμονική αναζήτηση για κανονική αναγνώριση και ενότητα. Ένας οικουμενισμός που αναπτύσσεται στα χαρισματικα όρια (ή σύνορα) ενθαρρύνει μια εκκλησιολογική προσέγγιση που βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τα λαϊκά και κοινωνικά κινήματα, την διαθρησκευτική πνευματικότητα (ενσωματώνοντας τις κοινωνικοπολιτικές πτυχές της) και τα πολιτικά συστήματα.

Παρακάτω είναι μερικές από τις εκκλησιολογικές και οικουμενικές ερωτήσεις που προκύπτουν από μια χαρισματική και αντι-ηγεμονική Ορθόδοξη Εκκλησιολογία.
Τι είναι εκκλησιαστικό στα λαϊκά ή κοινωνικά κινήματα;
Ποια είναι η εμπειρία του χαρισματικού παράγοντα στην πράξη της Εκκλησίας;
Και κυρίως, πώς ασκεί η εκκλησία την εξουσία, και για ποιανού συμφέροντά εντός διαφορετικών πολίτικων συστημάτων;

Ένας απελευθερωτικός οικουμενισμός δεν είναι απλά η αντικατάσταση ενός ηγεμονικού έργου με ένα άλλο. Είναι η πρόσκληση να δημιουργήσουμε έναν αλλιώτικο οικουμενισμό. Η μελέτη του Χόμι Μπάμπα[4] σε σχέση με συνοριακές δεσμεύσεις πολιτιστικής διαφοράς έχει την δυνατότητα να ανανεώσει την οικουμενική δέσμευση και την οικουμενική θεολογία. Ο Μπάμπα υποδηλώνει ότι χρειάζεται να δημιουργηθεί νόημα από το σημείο των αλληλεπιδράσεων. Επιπλέον, υπονοεί ότι δεν υπάρχει νόημα χωρίς αλληλεπίδραση. Με άλλα λόγια, οι εκκλησίες δεν μπορούν να «σημάνουν» χωρίς οικουμενισμό. Το οικουμενικό κίνημα είναι αυτό που βοηθάει στην δημιουργία σημείων αλληλεπιδράσεων μεταξύ των εκκλησιών, και μεταξύ των Προτεσταντών και των Ορθοδόξων.

Εάν, όπως υποστηρίζει ο Μπάμπα, οι έννοιες δημιουργούνται από αλληλεπιδράσεις, μια εκκλησιολογία απαιτεί αλληλεπίδραση για να «σημάνει» την εκκλησία. Τα σύνορα και τα όρια, που ο Μινόλο καλεί «συνοριακή σκέψη», γίνονται το σημαντικό σημείο για το οικουμενικό κίνημα. Η αλληλεπίδραση με τα λαϊκά, κοινωνικά, και εκκλησιαστικά κινήματα των ιστορικών μετατροπών είναι τοποθεσίες αξιοσημείωτες για το οικουμενικό κίνημα. Περεταίρω, η επαναστατική προσφορά στο οικουμενικό κίνημα είναι ότι το ενθαρρύνει να ξεκινήσει με πολύπλοκες έννοιες και παραστάσεις, μεταξύ αυτών τις κανονικές και χαρισματικές. Η αρχή αυτή μπορεί να μην ξεκινήσει με την επικύρωση διαφορών, «Προτεστάντες/Ορθόδοξοι» για παράδειγμα, αλλά με την αναγνώριση μιας πνευματικής ανησυχίας στην πράξη του Συνοδικού και ηγεμονικού οικουμενισμού. Η ενότητα της εκκλησίας ενδέχεται να  επιδιωχθεί και εκφραστεί στις συνοριακές και οριακές αλληλεπιδράσεις που μπορούν να αποσπάσουν το χαρισματικό και αντι-ηγεμονικό εντός του οικουμενικού κινήματος.

Η συνεχιζόμενη Ορθόδοξη συμμετοχή είναι θεμελιώδης για την εξακολουθηση της οικουμενικότητας του κινήματος. Αλλά το οικουμενικό κίνημα χρειάζεται μια εκκλησιολογία που, στα λόγια της Μαρσέλα Αλθάους-Ριντ,[5] ανταποκρίνεται στη γεωγραφία του Θεού. Πρέπει να παραδοθεί ολοκληρωτικά στους ανθρώπινους αγώνες κι έτσι να αναπτύξει μια χαρισματική και αντι-ηγεμονική εκκλησιολογία που ανταποκρίνεται σε απτά ιστορικά έργα, με διαμεσολάβηση από οργανώσεις, ιδρύματα, και ανθρώπους. Το οικουμενικό κίνημα πρέπει να ανακαλύψει εκ νέου την κίνησή του, και μ’ αυτόν τον τρόπο να ενθαρρύνει την Εκκλησία να αναπτύξει μια εκκλησιολογία που κινείται προς έναν απελευθερωτικό οικουμενισμό.


Ο Γκράχαμ Μαγκείοκ είναι θεολόγος και κληρικός της Εκκλησίας της Σκωτίας. Υπηρέτησε στην Εκτελεστική και Κεντρική Επιτροπή του ΠΣΕ[6] (2006-2013) και ως αναπληρωτής συντονιστής του «Εκκλησίες Μαζί στη Βρετανία και την Ιρλανδία»[7] (2014-2017). Διδάσκει θεολογία στο Faculdade Unida στη Βιτόρια της Βραζιλίας. Το άρθρο αυτό βασίζεται σε μέρη της διδακτορικής του διατριβής, που είχε τον τίτλο «Απελευθερώνοντας τον Οικουμενισμό: ένας εκκλησιολογικός διάλογος με την Τελική Αναφορά της Ειδικής Επιτροπής για την Ορθόδοξη Συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών»

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών, των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.


*Translator: Katherine Chaffee

[1] Σε αυτό το άρθρο η λέξη «κανονικός/η/ο» σημαίνει «σύμφωνα με τους κανόνες την εκκλησίας», όχι «συνηθισμένο», η «φυσιολογικό».

[2] Walter Mignolo

[3] Leonardo Boff

[4] Homi Bhabha

[5] Marcella Althaus-Reid

[6] Παγκοσμιο Συμβουλιο Εκκλησιων

[7] https://ctbi.org.uk