ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ: ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΠΟΨΗ

Αριστοτέλη Παπανικολάου (Aristotle Papanikolaou)  |  English  |  ру́сский  |  српски

Ο κύριος στόχος του κάθε Ορθοδόξου Χριστιανού είναι να αγωνιστεί προς την θέωση. Η λέξη «θέωση» συχνά φέρνει κατά νου εικόνες υπερηρώων, όπως τον Θώρ, ή θεών του Ολύμπου, όπως τον Δία. Όμως όταν ο Άγιος Αθανάσιος κήρυττε πως «ο Θεός έγινε άνθρωπος ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να γίνει θεός», δεν εννοούσε μια ζωή υπερφυσικής δύναμης ή υπεράνθρωπης ηθικής τελειότητας. Το να γίνει κάποιος σαν τον Θεό σημαίνει να αγαπάει όπως αγαπά ο Θεός. Η έννοια αυτής της αγάπης, όπως μας έμαθε ο Ιησούς, είναι το να αγαπάμε ακόμα και τον εχθρό η τον ξένο. Ο αγώνας για την θέωση προϋποθέτει να μάθουμε το πως να αγαπάμε. Συχνά δυσκολευόμαστε αρκετά να αγαπήσουμε ακόμη και τους γονείς, τα αδέλφια, η τους φίλους μας – άρα μπορείτε να φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι να μάθουμε πώς να αγαπάμε ειλικρινά τον εχθρό και τον ξένο.

Για να μάθουμε πως να αγαπάμε πρέπει πρώτα να μάθουμε να θεωρούμε κάθε άνθρωπο ως πλάσμα δημιουργημένο κατ’ εικόνα και ομοίωσίν Θεού. Αυτό μπορεί να φαίνεται εύκολο, αλλά δεν είναι. Άλλο είναι να δηλώνουμε προφορικά ότι «ναι, όλοι οι άνθρωποι είναι πράγματι δημιουργημένοι κατ’ εικόνα Θεού», και άλλο να διαμορφώνουμε τον εαυτό μας με τέτοιο τρόπο ώστε αυτή η πεποίθηση να είναι εμφανής στις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις ενέργειές, την ίδια την ύπαρξή μας, και στις σχέσεις μας με κάθε άλλο πρόσωπο, ειδικά εκείνους που διαφέρουν από μάς.

Επιφανειακά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι φυσικά οι Χριστιανοί είναι ενάντια στον ρατσισμό – δεν πρέπει ποτέ να πιστεύουμε ότι κάποιος είναι κατώτερος εξαιτίας της εθνότητας η της φυλής του. Αλλά ο αγώνας προς την θέωση μας καλεί σε ένα βαθύτερο επίπεδο αυτοκριτικής. Για να μάθουμε πώς να αγαπάμε πρέπει πρώτα να ξεριζώσουμε και να εξαλείψουμε τον ρατσισμό από τις ίδιες μας τις καρδιές, και από τις δομές που αποτελούν τον πολιτικό, πολιτιστικό και οικονομικό πυρήνα μέσα στον οποίο βρισκόμαστε. Το πρώτο απαιτεί αδιάκοπο αυτοστοχασμό. το δεύτερο απαιτεί δράση.

Ο ρατσισμός σήμερα είναι διαφορετικός από τον ρατσισμό που υπήρχε πριν την δεκαετία του 1960. Τότε υπήρχαν απτά, ορατά σημάδια που δηλώναν ότι οι μαύροι ήταν κατώτεροι σε σχέση με τους λευκούς. Υπήρχαν οι διαχωρισμοί λεωφορειακών καθισμάτων, δημοσίων βρυσών, εστιατορίων, πεζοδρομίων, ξενοδοχείων κλπ. Αυτά τα αντιληπτά σημάδια έχουν γενικά εξαφανιστεί, αλλά υπάρχουν άλλα, λιγότερο ορατά σημάδια, όπως το δυσανάλογα υψηλό ποσοστό φυλάκισης μαύρων και Λατινοαμερικανών – ακόμη κι όταν κατηγορούνται για τα ίδια εγκλήματα με λευκούς Αμερικανούς – τον συνεχιζόμενο διαχωρισμό των σχολείων, το συνεχιζόμενο και διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ του εισοδήματος των λευκών και των μη-λευκών οικογενειών, κ.α. Υπάρχουν περιπτώσεις που Αφροαμερικανοί νέοι παίρνουν την απόφαση να πάνε φυλακή για να αποφύγουν την γκανγκστερική κουλτούρα, επειδή αισθάνονται πως πραγματικά δεν υπάρχει άλλη επιλογή, ή παιδιά σε λύκεια του Σικάγο, που εκπαιδεύουν τους εαυτούς τους να περπατάνε στην μέση του δρόμου για να αποφύγουν τους πυροβολισμούς από διερχόμενα αυτοκίνητα – οι τραγικές ιστορίες είναι ατέλειωτες. Αυτές και άλλες ανισότητες, όπως η πρόσβαση σε δάνεια ή τα καλύτερα δημόσια σχολεία, δείχνουν καθαρά πως, παρά το γεγονός ότι οι λευκές μεσαίες και μεσοαστικές τάξεις έχουν υποφέρει οικονομικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, υπάρχει ακόμη ένα λευκό προνόμιο. Επισημαίνει επίσης ότι αν και τα ορατά σημάδια του φυλετικού διαχωρισμού δεν είναι τόσο προφανή, και αν και οι φανερά ρατσιστικές πράξεις δεν είναι πια κοινωνικά αποδεκτές, ο ρατσισμός εξακολουθεί να λειτουργεί στον πολύπλοκο κοινωνικό τοπίο στο οποίο βρισκόμαστε, και το οποίο αναμφίβολα σχηματίζει, ή και παραμορφώνει, πολλές φορές υποσυνείδητα, τις κρίσεις και τις πεποιθήσεις μας. Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε απαιτεί αδιάκοπο αυτοστοχασμό στον προσωπικό μας αγώνα. Για να μάθουμε πώς να αγαπάμε, πρέπει να μάθουμε πως μπορεί εμείς οι ίδιοι να συνεισφέρουμε σε αυτή την κοινωνική και οικονομική ανισότητα, ακόμη και όταν συνειδητά καταδικάζουμε τον ρατσισμό. Αυτός ο αυτό-προβληματισμός μπορεί να μας δώσει το θάρρος που χρειάζεται για να δράσουμε – να δημιουργήσουμε δομές που θα διευκόλυναν όλους τους ανθρώπους να βιώσουν την ζωντανή εμπειρία της αμείωτης μοναδικότητας της εν εικόνα και ομοίωση Θεού δημιουργίας.

Υπήρξε, και ακόμη υπάρχει, μεγάλη αντίσταση στο σύνθημα, “Οι Μαύρες Ζωές Μετράνε” (Black Lives Matter), ακόμη και από Ορθόδοξους Χριστιανούς. Η ρητορική της αδιάκριτης δαιμονοποίησης – συχνά κατά της αστυνομίας – που έχει δημοσιευθεί από μέλη του ΜΖΜ δεν βοηθάει. Στον αγώνα μας προς την θέωση, στον αγώνα να μάθουμε πώς να αγαπάμε – πιστεύουμε απόλυτα πως “όλες οι ζωές μετράνε”. Αυτοί που ταυτίζονται με το ΜΖΜ δεν αρνούνται ότι «όλες οι ζωές μετράνε», απλά προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή της δημόσιας συνείδησης στο γεγονός ότι στις σημερινές πολιτικές και οικονομικές δομές των ΗΠΑ όλες οι ζωές δεν μετράνε το ίδιο.

Αυτό που απαιτεί απόλυτα ο οποιοδήποτε αγώνας προς την θέωση, είναι μια πολιτική συμπάθειας. Πως όμως γίνεται να πραγματοποιήσουμε κάτι τέτοιο; Λοιπόν, μπορούμε, για παράδειγμα, να προσπαθήσουμε να φανταστούμε πώς είναι να ζει κάποιος ως μαύρος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για ορισμένους Ορθόδοξους Χριστιανούς στις ΗΠΑ, αυτό δεν είναι και πολύ δύσκολο: Έλληνες και οι Άραβες Χριστιανοί που ζούσαν στις Νότιες πολιτείες συχνά έβρισκαν σταυρούς από το Κου Κλουξ Κλαν να καίγονται στις αυλές τους επειδή είχαν σκούρο δέρμα. Αλλά η ιστορία των μαύρων, σε αντίθεση με την ιστορία των Ορθόδοξων μεταναστών, είναι εν μέρει θεμελιωμένη στις πλάτες σκλάβων. Δεν μπορούμε να διαγράψουμε αυτή την τραγωδία από την ιστορία μας, της οποίας τα τραυματικά αποτελέσματα παραμένουν ακόμα. Όταν φανταζόμαστε το πώς θα ήταν να ζούσαμε στο σώμα ενός μαύρου ατόμου στις ΗΠΑ, ίσως τότε μπορέσουμε να δούμε πιο καθαρά τις κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές δομές που διευκολύνουν την ανισότητα μεταξύ ατόμων και φυλών. Αυτοί οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί που λένε ότι οι μαύροι πρέπει απλά να «βελτιώσουν τον πολιτισμό τους» (ναι, το έχω ακούσει κι αυτό), δεν έχουν μια αρκετά θεολογική αντίληψη σχετικά με την αμαρτία και τα ύπουλα και παρατεταμένα κοινωνικά της αποτελέσματα. Είναι πραγματικά τόσο εύκολο να δημιουργήσεις με το «έτσι θέλω» μια καλύτερη ζωή εάν σε βρίσκουν συνεχώς ακατάλληλο για δουλειά ή ανάξιο για προαγωγή λόγω του χρώματος του δέρματός σου; Και να θυμόμαστε πως πριν από λίγες δεκαετίες πολλοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί ζούσαν αυτόν το ίδιο εφιάλτη.

Ο ρατσισμός ζει πια υπογείως σε αυτή τη χώρα, με την έννοια ότι πια γενικά δρα μόνο στο υποσυνείδητο, αλλά οι επιδράσεις του, προσωπικές όσο και κοινωνικές, υπάρχουν ακόμη. Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί, η πρόκληση της πνευματικής μας ζωής είναι να αυτοεξεταζόμαστε συνεχώς, και να βρίσκουμε και να καταστρέφουμε ότι εμποδίζει την ανάπτυξη της θεϊκής αγάπης μέσα μας, είτε προς οικογένειά, η φίλους, η ξένους και εχθρούς. Εάν αυτή η πνευματική αυτοεξέταση πετύχει, τότε θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει πραγματικά ένα λευκό προνόμιο σ’ αυτή την χώρα. Η περισυλλογή αυτή θα μας βοηθήσει να δούμε πώς εμείς – ακόμη και υποσυνείδητα – μπορεί να συμβάλουμε σ’ αυτό το προνόμιο, και εν τέλει θα μας δώσει την δύναμη να δράσουμε, με έναν τρόπο που δεν δαιμονοποιεί κανέναν, και να επιχειρήσουμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία που αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού. Η δράση αυτή μπορεί να πάρει πολλές μορφές, για παράδειγμα, μπορούμε να φέρνουμε τις ανισότητες και την αδικία στην επιφάνεια, μπορούμε να εκπαιδεύουμε τους ενορίτες, να κινητοποιουμε την ενορία, να συμμετάσχουμε πολιτικά, να παίρνουμε μέρος και να διαδίδουμε την εκπαίδευση κατά του ρατσισμού, κτλ. Πρέπει να ενεργήσουμε για να εξαλείψουμε ολοκληρωτικά την ανισότητα σε κάθε δομή, προκειμένου να βοηθήσουμε την χώρα μας – στα αθάνατα λόγια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ του νεότερου – “να βάλει σε πράξη αυτά που γραφεί στο χαρτί”, να συνειδητοποιήσει τα ιδανικά που συμβολίζονται από την Αμερικανική Σημαία, και να τα εξαπλώσει σε κάθε γωνιά της Αμερικανικής κοινωνίας, και σε κάθε καρδια και μυαλό. Ο Κινγκ επιδίωκε δικαιοσύνη για όλους, και το θεμέλιο αυτής της πίστης είναι το ίδιο που μας καλεί στην αγιότητα, στην θέωση, στο να αγαπάμε όπως αγαπάει ο Θεός, και στο να διευκολύνουμε με τις πράξεις μας την ζωντανή εμπειρία της αμείωτης μοναδικότητας της εν εικόνα και ομοίωση Θεού δημιουργίας.


Ο Αριστοτέλης Παπανικολάου κατέχει την έδρα Ορθόδοξης Θεολογίας και Πολιτισμού «Αρχιεπίσκοπος Δημήτριος» και είναι συνδιευθυντής του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Φόρντχαμ.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών, των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδώ.