Γυναίκες στην Εκκλησία

ΔΥΟ ΑΠΟΨΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Δημοσιεύθηκε στις: 22 Νοεμβρίου, 2017
2.988 views
Αξιολόγηση αναγνωστών:
4.5
(278)
Reading Time: 9 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Σημείωση Συντακτών: Σε συνεργασία με το Κέντρο Διακονισσών Αγία Φοίβη ξεκινάμε μια σύντομη σειρά εκθέσεων σχετικά με την διακονία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Το θέμα προέκυψε από ένα Συνέδριο στο Ίρβαϊν της Καλιφόρνιας τον Οκτώβριο του 2017. Ακολουθεί ένα διπλο άρθρο που προσφέρει δύο πολύ διαφορετικές απόψεις σχετικά με την ιστορικότητα και την εγκυρότητα της γυναικείας διακονίας.

Ο Κίνδυνος των Διακονισσών

Του Αιδες. Αρχιδιακόνου Μπράιαν Πάτρικ Μίτσελ (Brian Patrick Mitchell)

Παρά τις πολυάριθμες μελέτες που έχουν γίνει τις τελευταίες δεκαετίες σχετικά με την Ορθόδοξη διακονία των γυναικών, συνεχίζουμε να γνωρίζουμε ελάχιστα για το θέμα. Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι γι’ αυτό. Ο πρώτος είναι ότι ο ρόλος των διακονισσών ήταν ανέκαθεν αρκετά περιορισμένος, άρα δεν αναφέρονται συχνά στα αρχαία κείμενα, ειδικά σε σύγκριση με τις πολυάριθμες αναφορές σε επισκόπους, ιερείς, ή διακόνους. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι όχι μόνο ο ρόλος, αλλά και η ίδια η παρουσία τους ήταν επίσης πολύ περιορισμένη. Έξω από τις μεγάλες πόλεις της Ανατολικής αυτοκρατορίας, όπως την Κωνσταντινούπολη, δεν υπήρχαν πολλές διακόνισσες. Σε πολλά μέρη δεν υπήρχαν καθόλου, και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν υπήρχαν πουθενά στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Αυτό πρέπει να τεθεί υπόψιν όταν συζητάμε τον ρόλο των διακονισσών στην Ορθόδοξη παράδοση. Ποτέ δεν υπήρξε η παράδοση των διακονισσών στην όλη Εκκλησία, αλλά υπήρξε η παράδοση της ανυπαρξίας των διακονισσών στην όλη εκκλησία, ακόμη και μετα που υπήρξαν κάποτε σε κάποια μέρη.

Το ερώτημα τώρα είναι ένα γενικό «γιατί»; Υπάρχουν δύο κύριοι λόγοι. Ο ένας είναι ο νηπιοβαπτισμός, ο οποίος εξάλειψε το κύριο καθήκον των διακονισσών, το οποίο ήταν να βοηθούν στις βαπτίσεις ενήλικων γυναικών. Αυτό εξηγεί γιατί οι εκκλησίες που είχαν διακόνισσες έπαυσαν να έχουν, αλλά δεν εξηγεί γιατί άλλες εκκλησίες δεν τις είχαν ποτέ.
Η απάντηση σ’ αυτό είναι ότι η γυναικεία διακονία ήταν εγγενώς προβληματική, επειδή, φαινομενικά, ανύψωνε τις (χειροτονημένες) γυναίκες πάνω από τους (λαϊκούς) άνδρες στην ιεραρχία της Εκκλησίας, σε αντίθεση με τις χριστιανικές αντιλήψεις τόσο για τη φυσική τάξη όσο και για την θεϊκή οικονομία.

Πολλοί χριστιανοί σήμερα βασίζουν την σκέψη τους σχετικά με το φύλο στις λέξεις «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ» από την Προς Γαλάτας επιστολή 3:28, αλλά μέχρι τον εικοστό αιώνα η πλειοψηφία των Χριστιανών ακολουθούσε την νουθεσία της προς Κορινθίους Α’ 11:3: «παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστι, κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνήρ, κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ ὁ Θεός.»

Η λέξη “κεφαλή” σ’ αυτόν τον στίχο είναι η ίδια η οποία οι Έλληνες της εποχής χρησιμοποιούσαν για να σημάνουν “πηγή” ή “προέλευση”. Στην Αγγλική γλώσσα βλέπουμε κάτι παρόμοιο στην λέξη «headwater», που σημαίνει η πηγή (αφετηρία/προέλευση) ενός ποταμού. Έτσι κατανοούσαν το εδάφιο ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας, και ο Θεοδώρητος Κύρου, ερμηνεύοντας την λέξη «κεφαλή» ως «πηγή», και όχι
«εξουσία». (Ιερός Χρυσόστομος: Λόγος ΚΣΤ, Εις την Προς Κορινθίους Α’ και Θεοδ. Κύρου: Ερμηνεία της  προς Κορινθίους Α’). Μάλιστα, ο Θεοδώρητος χρησιμοποίησε τον στίχο ακόμη και εναντίον των Αρειανών και των Ευνομιανών για να υποστηρίξει ότι ο Υιός είναι ίσος με τον Πατέρα επειδή ο Πατέρας είναι η πηγή του Υιού (Ερμηνεία της  προς Κορινθίους Α’).

Ως εκ τούτου, αυτός ο τύπος «κεφαλής» είναι μια σχέση ισότητας που βασίζεται σε αυτοπροσφορά από την «πηγή» και ευγνωμοσύνη από τον λήπτη. Αυτό το υπόδειγμα εντοπίζεται και στα Ευαγγέλια. Ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό, όλη η προσφορά γίνεται από τον Πατέρα, και όλη η ευχαριστία γίνεται από τον Υιό. Παρακάτω στην Αγία Γραφή, στην προς Εφεσίους επιστολή, ο Απόστολος Παύλος γράφει για τον σύζυγο που δίνει την ζωή του για την σύζυγό του και για την σύζυγο που υποτάσσεται στον σύζυγό της «ως προς τον Κύριο».

Μεταξύ του Πατέρα και του Υιού, αυτή η αμοιβαία αυτοπροσφορά και ευχαριστία ουδέποτε περιλαμβάνει υποταγή λόγω της Μίας Θείας Θέλησης. Αλλά ανάμεσα στους πεπτωκότες ανθρώπους δεν υπάρχει μια τέτοια ενότητα θέλησης, και ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να κατοικούν μαζί είναι να υποτάσσονται ο ένας στον άλλο. Άρα, η υποταγή ορίζεται από τον Θεό για το δικό μας καλό, όπως μας θυμίζει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

«Και από την αρχή Έπλασε μόνο μια κυριαρχία, τοποθετώντας τον άνδρα πάνω από την γυναίκα. Αλλά αφού το γένος μας έσπευσε ολοταχώς σε ακραίες αταξίες και διαταραχές, Όρισε και άλλες κυριαρχίες, εκείνες των Κυρίων και των Διοικητών, κι αυτό για χάρη της αγάπης.» Λόγος κστ, Εις την Προς Κορινθίους Α’

Η υποταγή από άνδρα-σε-άνδρα και από γυναίκα-σε-άνδρα ήταν κάτι το αναμφίβολο για τους χριστιανούς μέχρι πρόσφατα. Είναι ο λόγος που έδωσαν οι Πατέρες τόσο για τον αποκλεισμό των γυναικών από την ιεροσύνη, όσο και για τον σοβαρό περιορισμό τους σχετικά με τα καθήκοντα της διακονίας. Είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο οι διακόνισσες δεν βρισκόταν παντού στην αρχαία Εκκλησία.

Τον τέταρτο αιώνα, οι Δυτικοί Χριστιανοί έμειναν έκπληκτοι όταν έμαθαν πως στην Ανατολή υπήρχαν γυναίκες διάκονοι. Μάλιστα τέσσερις εκκλησιαστικές σύνοδοι στην δύση τις απαγόρευσαν (Νίμ, 396. Όρανζ, 441. Επάονη, 517. Ορλεάνη, 533). Ακόμη και στην Ανατολή, οι διακόνισσες παρέμεναν σπάνιο φαινόμενο. Ήδη τον 6ο αιώνα ο Σεβήρος Αντιοχείας γράφει ότι η τάξη ήταν βασικά τιμητική και ότι δεν υπήρχε καμία πραγματική ανάγκη για αυτές (Επιστολή 62).

Σε κάποιο σημείο συντάχθηκε μια τελετή γυναικείας χειροτονίας, όμοια με αυτή των διακόνων. Παραδόξως, αυτό μπορεί να συνέβαλε στην κατάρρευση της τάξης, γιατί έφερε τις γυναίκες μέσα στο ιερό και -από την άποψη πολλών κληρικών- ανησυχητικά κοντά στην Αγία Τράπεζα. Αν η χειροτονία μιας διακόνισσας σήμαινε πως θα φορούσε ωράριο και θα της δινόταν το δισκοπότηρο, η πιθανότητα είναι ότι όλο και περισσότεροι επίσκοποι επέλεξαν να μην τις χειροτονήσουν. Δεν θα μπορούσαν εύκολα να διαφωνήσουν με την ύπαρξη των διακονισσών λόγω της (τώρα αμφισβητουμένης) αντίληψης στην Ανατολή ότι η τάξη ήταν αποστολική, αλλά δεν ήταν υποχρεωμένοι να χειροτονήσουν περισσότερες, και όλο και λιγότεροι επίσκοποι το έκαναν.

Πολλοί από μας αναρωτιούνται εάν η τάξη των διακονισσών θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά, ή αν θα διαρκούσε περισσότερο, εάν δεν είχαν το όνομα «διάκονος». Το όνομα ήταν και ευλογία και κατάρα για την τάξη, αυξάνοντας το κύρος της γυναικείας διακονίας, αλλά ταυτόχρονα προκαλώντας ερωτήματα σχετικά με τη θέση των διακονισσών σε σχέση με άλλους κληρικούς.
Το να συμπεριφέρεται κάποιος το ίδιο σε μια διακόνισσα και έναν διάκονο «εξύψωνε» τις διακόνισσες άνω των υποδιακόνων, των αναγνωστών, των ψαλτών, και όλων των λαϊκών, και αυτό τις έφερε σε σύγκρουση με τις αποστολικές αρχές όσον αφορά τις σχέσεις ανδρών και γυναικών. Σ’ αυτό οφείλεται τόσο η κατηγορηματική αντίσταση της Δύσης στις διακόνισσες, όσο και ο φθίνων ενθουσιασμός για την τάξη στην Ανατολή.

Αυτό εξηγεί επίσης την σύγχρονη διαμάχη σχετικά με το αν αρμόζει να ξαναχρησιμοποιηθεί το όνομα για γυναίκες. Η μια πλευρά λαχταράει τον τίτλο «διάκονος», προτιμώντας τον περισσότερο από το «διακόνισσα», επειδή δεν πιστεύουν πλέον στην υποταγή των γυναικών, και θέλουν να δουν τις γυναίκες να αντιμετωπίζονται ίσα με τους άνδρες στην Εκκλησία, όπως και στον κόσμο. Η άλλη πλευρά δεν έχει εγκαταλείψει την πίστη στη φυσική τάξη ή τη θεϊκή οικονομία, και ξέρει ότι αν επιτρέψει την χειροτονία των γυναικών ως διακόνους, θα είναι δύσκολο να επινοήσει έναν λόγο να μην επιτρέψει την χειροτονία τους ως ιερείς η επισκόπους.

Έχουμε δει που κατέληξε η ώθηση για την γυναικεία διακονία σε άλλες θρησκευτικές κοινότητες, οι οποίες τώρα έχουν γυναίκες ιερείς και γυναίκες επισκόπους. Δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε ότι η επαναφορά των διακόνισσών δεν θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα για την Ορθοδοξία. Όπως οι άνθρωποι που μεγαλώνουν σε ενορίες με αναγνώστριες και ψάλτριες τείνουν να πιστεύουν ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι και διάκονοι, έτσι και οι άνθρωποι που μεγαλώνουν σε ενορίες με διακόνισσες θα τείνουν να πιστεύουν ότι οι γυναίκες πρέπει να είναι ιερείς και επίσκοποι.


Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΔΙΑΚΟΝΙΑ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ

Της Βαλέρια Καρρά (Valerie A. Karras)

Το άρθρο αυτό θα συνδυάσει κάποιες σκέψεις σχετικά με τα πιθανά χαρακτηριστικά μιας αναθεωρημένης, αποκατασταθείσας γυναικείας διακονίας. Θα μελετήσει τα απαραίτητα προσόντα, την λειτουργία, και τα οφέλη που θα προσέφερε στην Ορθόδοξη εκκλησία μια τέτοια χειροτονηθείσα γυναικεία τάξη, και θα απαντήσει επίσης ορισμένα από τα επιχειρήματα που προβάλλονται, είτε κατά του σαφέστατου ιστορικού αρχείου σχετικά με την χειροτονημένη γυναικεία διακονία, είτε κατά της σύγχρονης επανασύστασης της τάξης αυτής.

Κατ’ αρχήν, ας εξετάσουμε τα ιστορικά προσόντα και τα καθήκοντα των θηλυκών διακόνων. (Στις αναφορές περί χειροτονημένων γυναικών διακόνων στα κανονικά[1], αγιογραφικά, και άλλα κείμενα, η λέξη διάκονος με το θηλυκό άρθρο «η» τείνει να χρησιμοποιείται πιο συχνά από τη λέξη «διακόνισσα»)
Στην πρώτη και στην βυζαντινή εκκλησία, οι γυναίκες διάκονοι έπρεπε να είναι άγαμες (θα μπορούσαν να είναι χήρες εάν είχαν παντρευτεί μόνο μία φορά) και επίσης να είναι προχωρημένης ηλικίας για να χειροτονηθούν. Αρχικά η ελάχιστη ηλικία ήταν 60, και αργότερα μειώθηκε στα 40. Αλλά ακόμη και τότε γινόταν εξαιρέσεις για πλούσιες και καλά δικτυωμένες γυναίκες, π.χ. την Άγια Ολυμπιάδα, η οποία χειροτονήθηκε στην ηλικία των 29 ετών από τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, και αργότερα ήταν έμπιστη συνεργάτρια και υποστηρίκτρια του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Αντίθετα, οι άνδρες μπορούσαν να χειροτονηθούν διάκονοι ακόμη και έγγαμοι, και η κανονική ελάχιστη ηλικία για αρσενικούς διακόνους ήταν (και εξακολουθεί να είναι) 25.

Η ιστορική συμπερίληψη των γυναικών διακόνων στα εκκλησιαστικά αξιώματα, και ακόμη και σ’ αυτά που μερικοί σήμερα καλούν «ανώτερο κλήρο»” – διακόνους, ιερείς, και επισκόπους – αποδεικνύεται επίσης από αξιόλογη πολιτική και εκκλησιαστική νομοθεσία επί πολλούς αιώνες, και σημαντικότερα, από την τελετή χειροτονίας για γυναίκες διακόνους, η οποία διατηρείται σε αρκετά βυζαντινά ευχολόγια. Ενώ η διάκριση μεταξύ «ανώτερου» και «κατώτερου» (π.χ. υποδιάκονοι η αναγνώστες) κλήρου δεν ήταν καθαρά οριοθετημένη στα λεξιλόγια των χειροτονιών, υπήρχε μια σαφή και καθολική (παγκόσμια) διάκριση -από τους πρώτους χρόνους της εκκλησίας μέχρι και σήμερα- ανάμεσα σε χειροτονίες που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας και μέσα στον ναό για τον ανώτερο κλήρο, και εκτός λειτουργίας και εκτός ναού για τον κατώτερο κλήρο. Οι γυναίκες διάκονοι χειροτονούνταν μέσα στον ναό, και κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας σε μια τελετή σχεδόν ίδια με την χειροτονία ενός αρσενικού διακόνου, με προσευχές αρμόζουσες στην γυναικεία διακονία, αλλά με τη χρήση της φράσης «θεία χάρις», που χρησιμοποιούνταν στις χειροτονίες των τριών τάξεων του ανώτερου κλήρου, αλλά όχι για τις χειροτονίες του κατώτερου κλήρου.

Φυσικά, στο παρελθόν, οι διαφορές στις διακονικές λειτουργίες κατόπτριζαν τις διαφορές στις κοινωνικές λειτουργίες των γυναικών (σε σύγκριση με αυτές των ανδρών) στις αρχαίες κοινωνίες. Οι γυναίκες ενεργούσαν στην ιδιωτική σφαίρα του οίκου, και ήταν διαχωρισμένες και απομονωμένες από άνδρες έξω από την οικογένειά τους, ενώ οι άνδρες δρούσαν στη δημόσια σφαίρα. Άρα, οι γυναίκες διάκονοι βοηθούσαν στην βαπτίσεις γυναικών, αλλά όχι ανδρών, και διένεμαν την θεία Ευχαριστία σε γυναίκες -αλλά όχι σε άνδρες- στα σπίτια τους, και ουδέποτε μέσα στην θεία λειτουργία. Δεν έψαλλαν τα πληρωτικά, δεν απήγγειλαν το ευαγγέλιο, δεν κήρυτταν (αν και οι γυναίκες κήρυσσαν -“προφητεύαν”- στην αποστολική εκκλησία).

Αυτοί που ισχυρίζονται ότι αυτές οι διαφορές στις δημόσιες λειτουργίες διακονίας μεταξύ ανδρών και γυναικών αποδεικνύουν ότι οι γυναίκες διάκονοι δεν ήταν πραγματικά χειροτονημένες κάνουν ένα αβάσιμο άλμα λογικής βασισμένο σε μια προκαθορισμένη πεποίθηση, και όχι μια διανοητικά ειλικρινή εκτίμηση των ιστορικών δεδομένων. Οι τελετές χειροτονίας, η κανονική και η αστική νομοθεσία των αρχαίων και βυζαντινών χρόνων, και ακόμη και τα αγιογραφικά και επιγραφικά στοιχεία εκθέτουν καθαρά την ανακρίβεια της ερμηνείας αυτής.

Παρά την ιστορική εγκυρότητα των ιεροτελεστιών, μερικοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι οι γυναίκες δεν πρέπει να χειροτονούνται, γιατί ως διακόνισσες θα είχαν εξουσία πάνω από (λαϊκούς) άνδρες, και αυτό θα πήγαινε κόντρα στην Αγία Γραφή που δηλώνει πως οι γυναίκες πρέπει να υποτάσσονται στους άνδρες. Ωστόσο, η γενική ερμηνεία αυτών των κειμένων από τους Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύει την «κυριαρχία» των ανδρών πάνω από τις γυναίκες ως μια συνθήκη της πτώσης των πρωτόπλαστων, όχι ως μια κατάσταση της ανθρωπότητάς όπως την προόρισε αρχικά ο Θεός. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι ίσως πιο ξεκάθαρος όσον αφορά την αρχέγονη, οντολογική ισότητα των φύλων, συζητώντας τη δημιουργία ανδρών και γυναικών στην ομιλία του περί την προς Κορινθίους Α’ επιστολή του αποστόλου Παύλου:

«Όταν πλάστηκε η γυναίκα δεν υπετάγη εξ αρχής˙ ούτε όταν την παρουσίασε ο Θεός στον άνδρα αυτή άκουσε τίποτα τέτοιο από το Θεό, ούτε ο άνδρας είπε τίποτα τέτοιο προς αυτή˙ αλλά είπε: είναι οστό από τα οστά του και σάρκα από τη σάρκα του˙ πουθενά δεν της είπε τίποτε για εξουσία, ούτε για υποταγή» (Λόγος κστ’, Εις την Α’ Προς Κορινθίους)

Αρά, η εξουσία και η υποταγή είναι αρνητικές συνέπειες της πτώσης που δεν πρέπει να καθιερώνονται θεολογικά ως υπόδειγμα για τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, έτσι όπως ο θάνατος και η ασθένεια (άλλες βιβλικές συνέπειες της πτώσης) δεν πρέπει να θεωρούνται ως θεολογικώς κανονιστικά πρότυπα για το ανθρώπινο σώμα.

Επομένως, το ερώτημα που μας απασχολεί σήμερα δεν πρέπει να είναι εάν πρέπει να επαναφέρουμε την γυναικεία διακονία, αλλά μάλλον ποια θα πρέπει να είναι τα προσόντα και οι λειτουργίες για την σύγχρονη γυναίκα διάκονο. Σε αντίθεση με τα κοινωνικά ήθη της Ύστερης Αρχαιότητας και της Βυζαντινής εποχής, η σύγχρονη εκκλησία (και κοινωνία) δεν διαχωρίζει τους άντρες και τις γυναίκες στις δημόσιες και ιδιωτικές εκφάνσεις της ζωής. Ως εκ τούτου, μια αποκατεστημένη γυναικεία διακονία θα πρέπει να έχει τόσο προσόντα όσο και λειτουργίες απαράλλαχτες με εκείνες του αρσενικού διακόνου.

Σε ιδανικές συνθήκες και οι δύο θα ήταν πλήρους απασχολούμενοι και αμειβόμενοι λειτουργοί στους τομείς της διαχείρισης, της εκπαίδευσης, των ακολουθιών, και της ποιμαντικής φροντίδας, ταυτοχρόνως αναγνωρίζοντας ότι με το χάρισμα της χειροτονίας οι γυναίκες διάκονοι μπορούν να παρέχουν ιδιαίτερη υπηρεσία σε γυναίκες. Σήμερα, αρκετοί από αυτούς που αντιτίθενται στην ανανέωση της γυναικείας διακονίας υποστηρίζουν ότι ιστορικά οι διακόνισσες χειροτονούνταν μόνο για να βοηθήσουν στην (γυμνή) βάπτιση των ενήλικων γυναικών, και επομένως ότι δεν χρειάζονται σήμερα αφού δεν βαπτίζουμε πλέον τους ενήλικες στο γυμνό. Εντούτοις υπάρχουν εκκλησιαστικά εγχειρίδια και άλλα αρχαία Χριστιανικά έγγραφα που περιγράφουν πολλαπλές λειτουργίες για τις γυναίκες διακόνους, υπηρεσίες που εξακολουθούν να χρειάζονται σήμερα. Π.χ., η μεταφορά της θείας κοινωνίας στους ασθενείς ήταν και εξακολουθεί να είναι σημαντικό μέρος της ποιμαντικής φροντίδας. Πολλές γυναίκες, είτε είναι σωματικά άρρωστες είτε υποφέρουν από οποιαδήποτε συναισθηματικά ή πνευματικά θεματα, θα αισθανόταν πιο άνετα να τα συζητήσουν με μια άλλη γυναίκα παρά με έναν άνδρα, ανεξάρτητα από το πόσο στοργικός και ευαίσθητος μπορεί να είναι ο ιερέας ή ο διάκονος. Άλλη μια ιστορική λειτουργία των γυναικών διακόνων που εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να είναι αναγκαία σε ορισμένες περιπτώσεις είναι η εξυπηρέτηση ως συνοδός των γυναικών ενοριτών που χρειάζεται να συναντηθούν με έναν κληρικό η ιερέα.

Μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερο ως χριστιανική κοινότητα, αν δεν περιορίζουμε τα ταλέντα του μισού του σώματός μας, αν δεν αγνοήσουμε τα πνευματικά δώρα που προσφέρει το Άγιο Πνεύμα τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες. Γιατί πρέπει η εκκλησία να ζει παραλυμένη από τη μία πλευρά, όταν η απλή ανανέωση μιας παραδοσιακής τάξης θα μας επέτρεπε να χρησιμοποιήσουμε το σώμα μας ολοκληρωτικα;


[1] Σε αυτό το άρθρο η λέξη «κανονικός/η/ο» σημαίνει «σύμφωνα/σχετικά με τους κανόνες της εκκλησίας».

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

About authors

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 4.5 / 5. Vote count: 278

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ