ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΛΑΘΗ ΟΙ ΑΓΙΟΙ? ΜΙΑ ΠΑΛΑΜΙΚΗ ΑΠΟΨΗ

Της Ιβάνα Νὀμπλ (Ivana Noble) 

Τι είδους θεολογική εξουσία έχει η εμπειρία των αγίων; Γίνεται κάποιος που είναι τόσο κοντά στο Θεό να κάνει λάθος όσον αφορά την κοσμοθεωρία του ή τις ζωές άλλων ανθρώπων; Εάν εξετάσουμε τους βίους των αγίων της εκκλησίας μας, βρίσκουμε το αλάνθαστο και την τελειότητα;
Στην σύγχρονη Ορθόδοξη σκέψη τα γραπτά του άγιου Γρηγόριου του Παλαμά (1296-1359), μοναχού του Άγιου Όρους και αργότερα Αρχιεπίσκοπου Θεσσαλονίκης, χρησιμοποιούνται και αναφέρονται τακτικά. Ας δούμε λοιπόν τι λέει ο ίδιος ο άγιος σχετικά με το παραπάνω θέμα.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι κυρίως γνωστός ως υπερασπιστής του Ησυχασμού και των ησυχαστών μοναχών, οι οποίοι κατείχαν το χάρισμα της αδιάλειπτης προσευχής και της διόρασης. Έζησε μαζί τους σε μοναστήρια και ησυχαστήρια, έμαθε απ’ αυτούς τον ασκητισμό, και άνθισε πνευματικά υπό την καθοδήγησή τους. Με άλλα λόγια, ο άγιος Γρηγόριος έζησε μια μακροχρόνια εμπειρία καθημερινής επαφής με ανθρώπους που θα περιέγραφε αργότερα ως άτομα τα οποία δια της Θείας Χάρης μεταμορφωθήκαν εις ομοιώσεις Θεού. Έμαθε όμως επίσης ότι αυτά τα ίδια άτομα, ακόμη και μετα την πνευματική τους μεταμόρφωση, διατηρησαν πολλές από τις ανθρώπινες πεποιθήσεις που είχαν και πριν.

Για παράδειγμα, ο άγιος Θεόληπτος, μητροπολίτης Φιλαδέλφειας, ήταν ενθέρμως κατά της Συνόδου της Λυών και της επανένωσης με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο άγιος Γρηγόριος πίστευε πως η θεολογική αυτή πεποίθηση δεν ήταν καρπός της αγιότητας του Θεόληπτου, η της εγγύτητάς του προς τον Θεό, αλλά μάλλον ανήκε στον τομέα των ανθρώπινων λειτουργειών, ενεργειών όπως την λογική ή τα συναισθήματα, που δρουν κυρίως υπό την ανθρώπινη και όχι την θεϊκή επιρροή. Αν και αυτή η άποψη δεν έχει την ομόφωνη έγκριση των πατέρων της εκκλησίας, για τον Παλαμά δεν υπήρχε άμεση σχέση μεταξύ των ανθρωπίνων φρονημάτων και της Θείας φώτισης, ούτε καν όταν η ανθρώπινη διάνοια χρησιμοποιούταν για να στοχάζεται τα θεία. Η «άμεση γνώση» ή «θείος νους» που κατείχαν οι άγιοι ήταν αποτέλεσμα μιας πολύ διαφορετικής δυναμικής. Ερχόταν ως χάρισμα. «Θέωσιν, την κατ’ είδος ενυπόστατον έλλαμψιν, ήτις ουκ έχει γένεσιν, αλλ’ επινόητον εν τοις αξίοις φανέρωσιν, και την υπέρ νουν και λόγον εν τω αφθάρτω των όντων αιώνι μυστικήν ένωσιν προς τον Θεόν». Ήταν μια μεταμόρφωση δια του ακτίστου Θείου Φωτός, και μέσω αυτής της μεταμόρφωσης είχαν την δύναμη να δουν, με πνευματικά μάτια, ότι υπάρχει μέσα στο φως αυτό. Μεταξύ άλλων, αυτού του είδους η «όραση» φέρει και το χάρισμα της καρδιογνωσίας, που διαφέρει από την απλή διαλογική γνώση. Για τον Παλαμά η “θύραθεν σοφία” ήταν χρήσιμη «προς παίδευσιν», αλλά δεν μπορούσε να αντικαταστήσει την πληρότητα της «άνωθεν σοφίας», ούτε πριν, αλλά ούτε και μετα την θεία φώτιση. Εάν κάποιος προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει το υποκατάστατο της κοσμικής σοφίας, θα έχανε το Θείο Φως.

Το κύριο ενδιαφέρον του Παλαμά ήταν να δείξει ΟΤΙ και ΠΩΣ οι άνθρωποι στην παρούσα ζωή θα μπορούσαν να λάβουν μέρος στην θεουργό κοινωνία, στην εσχατολογική δόξα της Βασιλείας του Θεού, και στην εμπειρία της γνώσεως του Προσώπου Του. Όταν έγραφε περί ησυχασμού, ο άγιος διέκρινε μεταξύ της Θείας Ουσίας, που παραμένει απρόσιτη και της Θείας Ενέργειας, που είναι η ουσιώδη κίνηση της Θείας Φύσεως και στην οποία μπορούν να μετέχουν αυτοί που κρίνονται άξιοι από τον Θεό. Χρησιμοποιώντας το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, ο άγιος Γρηγόριος συνέδεσε την ενσάρκωση και την θέωση. Συμβαδίζοντας θεολογικά με άλλους Έλληνες πατέρες εξήγησε την θεία κένωση, το πως ο Θεός κατέβηκε από τον ουράνιό του θρόνο για να μας εξυψώσει «ἑκ της ταπείνωσης ημών». Πρόσθεσε ότι μέσω της σχέσης μας με τον Χριστό, ήδη στην γήινή μας ζωή, σε περιορισμένο βαθμό, όσο είναι πρέπον, η θνητή μας φύση μπορεί να συμμετάσχει στο απερίγραπτο. Για τους αγίους αυτή η συμμετοχή ήταν μόνιμη, και όταν τους κοιτάμε βλέπουμε το πως μοιάζει η χάρη της θέωσης όταν κατακλύει τον άνθρωπο. Μπορούμε να δούμε τους πολύμορφους τρόπους με τους οποίους απέκτησαν την κατά θεόν ομοίωσιν, τους τρόπους με τους οποίους την εξέφρασαν, και τους διάφορους βαθμούς μονιμότητας αυτής της θεϊκής μεταμόρφωσης

Δύο πράγματα εδώ είναι αξιοπρόσεκτα. Πρώτον, όσο πιο κοντά ο άνθρωπος στον Θεό, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί την ανεπάρκειά του εαυτού του. Γι’ αυτό οι μεγαλύτεροι άγιοι της εκκλησίας μας θεωρούσαν τους εαυτούς τους χείριστους αμαρτωλούς. Μπορούσαν να δουν τον εαυτό τους καθαρά μέσα στο θείο φως, και έβλεπαν ποσό μακριά ήταν ακόμη από την θεϊκή τελειότητα. Ένα αλάθητο άτομο δεν ταιριάζει μέσα στην εικόνα αυτή. Δεύτερον, ενώ οι άγιοι ήξεραν ότι το Άγιο Πνεύμα τους οδηγούσε και τους βοηθούσε να υπερβαίνουν τα ανθρωπινά και να αντιλαμβάνονται με την πνευματική τους όραση όχι μόνο τον Θεό, αλλά μέσω του Θεού «τους λογούς όσων έχουν γίνει, και όσων μέλλουν να γίνουν δι’ Αυτού», ήξεραν ότι αυτή η «απλή και αδιαίρετη γνώση» δεν τους καθιστούσε αλάνθαστους σε θέματα ανθρώπινης γνώσης, και δεν άλλαζε ολοσχερώς τις πολιτικές, ηθικές, ή ακόμη και θεολογικές τους απόψεις. Η θεϊκή γνώση δεν μπορούσε να απλοποιηθεί, ήταν κάτι το εντελώς διαφορετικό, και παρέμενε άρρηκτα συνδεδεμένη με την προς Θεό ενατένιση των αγίων. Ο Παλαμάς γραφεί πως ότι η δύναμη του Αγίου Πνεύματος διαπέρασε τις ανθρώπινές τους λειτουργίες και τους κίνησε προς περισυλλογή και προσήλωση στα υπερκόσμια. Επιπλέον, η ανάγνωση των ευαγγελίων τους βοήθησε να κατανοήσουν πως οι λεπτομέρειες των ενεργειών της κτίσης του Θεού και η αλλαγή τους δια χρόνου και χώρου ήταν κάτι που παρέμεινε κρυμμένο, ακόμη και από τον Χριστό κατά την διάρκεια της γήινή του ζωής.

Θα μπορούσαμε δίκαια να κριτικάρουμε τον άγιο Γρηγόριο, καθώς δεν άφησε αρκετό χώρο στην θεολογία του για την φιλοσοφία και άλλες μορφές δημιουργικότητας. Θα μπορούσαμε να επικρίνουμε την πρακτική του καθώς δεν ανταποκρίνεται στην βαθιά του επίγνωση, ειδικά όσον αφορά τα άτομα με τα οποία διέφερε θεολογικά. Μάλιστα η ίδια η θεολογία του αγίου Γρηγορίου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κριτική για ορισμένες από τις απόψεις του. Παρ’ όλα αυτά, ο άγιος μπορεί επίσης να μας διδάξει την αληθινή αγιότητα. Μπορούμε με ευγνωμοσύνη να μάθουμε απ ’αυτόν περί του ακτίστου φωτός και της ακτίστου χάρης, και πως αυτή η χάρη δίνει στους ανθρώπους μια άμεση «όραση Θεού», μια εμπειρία που τους αλλάζει για πάντα. Μπορούμε επίσης να μάθουμε απ’ αυτόν να μην συγχύζουμε την πνευματικότητα και την εμπειρία των αγίων με ένα Παπικό αλάθητο. Όταν οι ανθρώπινες απόψεις αρχίζουν και θεωρούνται θεολογικά και εσχατολογικά αλάνθαστες, αυτό αποτελεί ένδειξη πως ο άνθρωπος αυτός οπισθοδρομεί στην πορεία του προς τον Θεό. Η χάρη της θέωσης, και η μονιμότητά της, δεν σημαίνει ότι το χαρισματούχο άτομο παύει να χρειάζεται συνεχή πνευματική κάθαρση και εξάγνιση. Αντιθέτως, χωρίς την συνεχή αυτή κάθαρση ο άνθρωπος συχνά αρχίζει και πιστεύει ότι μπορεί να χαλινώσει την θεϊκή αυτή ύπαρξη και να χρησιμοποιήσει την εμπειρία για τους δικούς τους σκοπούς. Η αδιάλειπτη πνευματική εξάγνιση εξυψώνει τον νου και δείχνει στον άνθρωπο ότι η χάρη του Θεού δεν παίρνει μέρος σε τέτοιου είδους εγχειρήματα.


To ιστολόγιοΔημόσια Ορθοδοξίαεπιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδώ.