Ορθόδοξη ταυτότητα και «επιθετικός φιλελευθερισμός»: μη θεολογικές όψεις μιας αντιπαράθεσης

Ντμίτρι Ουζλάνερ (Dimitry Uzlaner)

Η παρούσα μελέτη αποτελεί τμήμα μιας σειράς μελετών που προέκυψαν από το ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο «Η σύγχρονη Ορθόδοξη ταυτότητα και οι προκλήσεις του πλουραλισμού και της σεξουαλικής διαφορετικότητας σε μία εποχή εκκοσμίκευσης», το οποίο αποτελεί συλλογική πρωτοβουλία ερευνητών από το Κέντρο Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Fordham (ΗΠΑ) και το Πανεπιστήμιο του Exeter (Ηνωμένο Βασίλειο), το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το Βρετανικό Συμβούλιο, το ίδρυμα «Φίλοι του Βρετανικού Συμβουλίου» και το Ίδρυμα Henry Luce, στο πλαίσιο του προγράμματος «Φωνές που γεφυρώνουν» («Bridging Voices») του Βρετανικού Συμβουλίου. Τον Αύγουστο του 2019, 55 ερευνητές συμμετείχαν σε ένα διεθνές συνέδριο στον Οίκο του αγίου Στεφάνου, στην Οξφόρδη. Οι ανακοινώσεις που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του συνεδρίου αυτού, αντανακλούν όλη την ποικιλία των απόψεων που εκπροσωπήθηκαν, ενώ παράλληλα φανερώνουν την ανάγκη επιπρόσθετου προβληματισμού και διαλόγου γύρω από τα περίπλοκα αυτά και αμφιλεγόμενα θέματα.

Δεν είμαι θεολόγος και δεν πρόκειται να μιλήσω ως θεολόγος. Είμαι ερευνητής της θρησκείας και η οπτική μου είναι αυτή του εξωτερικού παρατηρητή. Είναι δηλαδή, η οπτική ενός ανθρώπου που μελετά τη σύγχρονη Ορθοδοξία (στη Ρωσία) εδώ και πολλά χρόνια, με ιδιαίτερη έμφαση στις διάφορες εκδηλώσεις θρησκευτικού συντηρητισμού.

Στη ρητορική της σύγχρονης (ρωσικής) Ορθοδοξίας, ένα από τα σημαντικότερα θέματα των τελευταίων ετών ήταν ο αγώνας ενάντια σε αυτό που ονομάζεται «επιθετικός φιλελευθερισμός» ή «επιθετική εκκοσμίκευση». Ο «επιθετικός φιλελευθερισμός» είναι μία πολυδιάστατη έννοια, εκείνο το στοιχείο, ωστόσο, που προβάλλεται συχνά ως ένδειξη της επικινδυνότητας του φιλελευθερισμού, είναι η έννοια της «σεξουαλικής πολυμορφίας» και ιδιαίτερα οι μη παραδοσιακές σεξουαλικές σχέσεις, ο γάμος προσώπων του ιδίου φύλου, το φεμινιστικό κίνημα κ.λπ. Φαίνεται, ότι η ίδια η αυτο-κατανόηση της Εκκλησίας έχει δομηθεί γύρω από αυτή την αντιπαράθεση, γύρω από την αίσθηση ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν επιθετικό ιδεολογικό εχθρό, που επιβάλλει ξένες αξίες και πρακτικές.

Πρώτο σημείο: Βέβαια, η αντιπαράθεση αυτή έχει θεολογικά κίνητρα, δηλαδή μπορεί κανείς να βρει θεολογικά επιχειρήματα που να στηρίζουν αυτή την κάθετη αντίθεση στη «σεξουαλική πολυμορφία». Μάλιστα, ορισμένα από αυτά τα επιχειρήματα έχουν ήδη περιγραφεί στο σχετικό επίσημο κείμενο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας «Οι αρχές της διδασκαλίας της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας για την αξιοπρέπεια, την ελευθερία και τα δικαιώματα του ανθρώπου». Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η αντίθεση αυτή δεν καθοδηγείται από τη θεολογία. Θα έλεγα μάλιστα, ότι υπάρχει τεράστια αντίσταση στην ίδια την ιδέα να αποτελέσει η «σεξουαλική πολυμορφία» αποδεκτό τμήμα του θεολογικού στοχασμού. Το επιχείρημα που προβάλλεται συχνά εδώ μοιάζει με το «παράθυρο του Όβερτον»: το συζητάμε, άρα αυτόματα αρχίζουμε να το αποδεχόμαστε. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι για να μπορέσουν τα ζητήματα που αφορούν στη σεξουαλική διαφορετικότητα να λάβουν κατάλληλη θεολογική επίλυση, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να γίνουν καθαυτά θεολογικά, να γίνουν δηλαδή αποδεκτά ως αποδεκτό μέρος της θεολογικής συζήτησης. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν έχει συμβεί ακόμη.

Επομένως, οι αφετηρίες της αντίθεσης των Ορθοδόξων στη σεξουαλική πολυμορφία θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού. Κάπου πέρα από τη θεολογία, σε μη θεολογικούς παράγοντες που τροφοδοτούν αυτήν την αντιπαράθεση. Τι εννοώ, λέγοντας μη θεολογικούς παράγοντες; Πρόκειται για παράγοντες που καθορίζονται όχι από θεολογικά επιχειρήματα, αλλά από πολιτικές, ιδεολογικές και άλλες επιρροές.

Δεύτερο σημείο: η αντίθεση στη «σεξουαλική πολυμορφία» είναι ένας από τους βασικούς (ίσως μάλιστα και ο πιο βασικός) άξονες γύρω από τους οποίους έχει διαμορφωθεί η σύγχρονη ορθόδοξη ταυτότητα. Τα ζητήματα που σχετίζονται με το βιολογικό φύλο και το κοινωνικό φύλο αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της σύγχρονης ορθόδοξης ταυτότητας. Μέσα από αυτή την αντίθεση στη «σεξουαλική πολυμορφία», η κατασκευή της ταυτότητας «εμείς» συμβαίνει σε αντίθεση προς «αυτούς». Επιπλέον, «εμείς» δεν διαφέρουμε μόνο από «αυτούς» (στη ρωσική περίπτωση, «αυτοί» είναι η μεταχριστιανική φιλελεύθερη Δύση), αλλά «εμείς» είμαστε και ηθικά ανώτεροι από «αυτούς»: «εμείς» είμαστε ηθικοί, «αυτοί» είναι ανήθικοι. «Εμείς» είμαστε πνευματικοί, «αυτοί» είναι υλιστές. Η λογική αυτή αναδείχθηκε με πολύ εύστοχο τρόπο από έναν από τους ομιλητές του συνεδρίου, ο οποίος έφερε σε αντιπαράθεση τους ηθικούς Χριστιανούς και τους ανήθικους «νέους ειδωλολάτρες», αποδεικνύοντας ότι η περίπτωση της ρωσικής Ορθοδοξίας δεν αποτελεί εξαίρεση.

Εδώ εμφανίζονται μία σειρά καυτά ερωτήματα, τα οποία χρήζουν απαντήσεων. Τι σημαίνει σήμερα να είναι κανείς ορθόδοξος χριστιανός (αντίθετα από το να είναι άθεος ή μη ορθόδοξος χριστιανός); Τι διακρίνει έναν αληθινό πιστό από έναν άπιστο; Πού βρίσκονται τα σημάδια της αποστασίας; Τι είναι αυτό που κάνει τους ορθόδοξους χριστιανούς «το άλας της γης»; Πού βρίσκεται η απόδειξη ότι οι χριστιανοί δεν έχουν χαθεί μέσα στην καθημερινότητα των σύγχρονων κοσμικών κοινωνιών; Η αντίθεση στη «σεξουαλική πολυμορφία» έχει καταστεί απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα. Η αντίθεση αυτή έχει γίνει μία γραμμή που μας βοηθά να διαχωρίζουμε «εμάς» από «αυτούς», προκειμένου να οικοδομήσουμε μία σταθερή ταυτότητα και ένα σταθερό σύστημα συντεταγμένων μέσα στη γρήγορα μεταβαλλόμενη πραγματικότητα των σύγχρονων, ρευστών κοινωνιών.

Επομένως, για να επαναλάβω: η εναντίωση στη «σεξουαλική πολυμορφία» αποτελεί τον άξονα, τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο οικοδομείται η σύγχρονη ορθόδοξη ταυτότητα. Για παράδειγμα, η αντίδραση απέναντι στον γάμο ομόφυλων ζευγαριών καθίσταται, στο ρωσικό ορθόδοξο συμφραζόμενο, ένα είδος συνθηματικής φράσης, που επιτρέπει στους «αληθινούς» πιστούς να διακρίνουν εύκολα αυτούς με τους οποίους συνδιαλέγονται: είναι άραγε ένας από «εμάς» τους χριστιανούς ή μήπως είναι ένας από «αυτούς» – τους ανήθικους φιλελεύθερους, τους ψευδοχριστιανούς κ.λπ. Η εναντίωση στη «σεξουαλική πολυμορφία» δεν δικαιολογείται θεολογικά, είναι ένας μηχανισμός οικοδόμησης της σύγχρονης ορθόδοξης ταυτότητας.

Τρίτο σημείο: η ορθόδοξη αυτή ταυτότητα περιγράφεται πάντοτε σαν να βρίσκεται υπό διωγμό. Ο εχθρός δεν είναι απλά ο φιλελευθερισμός ή η εκκοσμίκευση, αλλά ο «επιθετικός φιλελευθερισμός» και η «επιθετική εκκοσμίκευση». Η ορθόδοξη ταυτότητα διαρκώς καταδιώκεται και γι’ αυτό χρειάζεται υπεράσπιση. Ακόμη και ο τίτλος αυτού του συνεδρίου φέρει σημάδια αυτής της λογικής: «Η ορθόδοξη ταυτότητα και οι προκλήσεις του πλουραλισμού και της διαφορετικότητας». Δεν αρκεί απλώς να έχει κανείς κάποια ταυτότητα και … εκεί να τελειώσει το θέμα. Η ταυτότητα αυτή πρέπει να θεωρείται ότι βρίσκεται διαρκώς υπό αμφισβήτηση και κατά συνέπεια να χρειάζεται υπεράσπιση.

Το αφήγημα που καταδεικνύει τη λογική αυτή είναι πολύ απλό. Μπορεί κανείς να το συναντήσει σε πολλά επίσημα κείμενα της Εκκλησίας: Υπάρχει μία καλή Εκκλησία που ενώνει «εκατομμύρια ανθρώπους με την προσευχή, τις καλές πράξεις, τη φροντίδα για το μέλλον του λαού» κ.λπ., και υπάρχει η εκκοσμίκευση και ο φιλελευθερισμός, που υιοθετούνται από ξένες αντι-χριστιανικές δυνάμεις, που προσπαθούν να καταστρέψουν την αγαθή αυτή κοινότητα.

Είναι προφανές ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα τυπικό ιδεολογικό κόλπο. Η ορθόδοξη ταυτότητα που κατασκευάστηκε με βάση την αντίθεση στη «σεξουαλική πολυμορφία» είναι η ίδια εξαιρετικά ασταθής, για τον απλούστατο λόγο ότι όλες ανεξαρτήτως οι ταυτότητες είναι ασταθείς. Υπάρχουν σε κάθε ταυτότητα εσωτερικές εντάσεις, εσωτερικοί ανταγωνισμοί. Οι εσωτερικές αυτές εντάσεις εξωτερικεύονται και σωματοποιούνται στις μορφές των «αντι-εκκλησιαστικών» και «αντι-χριστιανικών δυνάμεων».

Οι προκλήσεις της «σεξουαλικής πολυμορφίας», που αντιμετωπίζονται ως εξωτερικές απειλές για την ορθόδοξη ταυτότητα, κατατρώγουν την ταυτότητα αυτή εσωτερικά. Δεν είναι οι μη παραδοσιακές σεξουαλικές σχέσεις και η Εκκλησία, ή ο φεμινισμός και η Εκκλησία, ούτε η κρίση της παραδοσιακής οικογένειας και η Εκκλησία· είναι οι μη παραδοσιακές σεξουαλικές σχέσεις μέσα στην ίδια την Εκκλησία (θα έλεγα ότι εντυπωσιάστηκα πραγματικά με το βιβλίο του Φρεντερίκ Μαρτέλ «Στο ντουλάπι του Βατικανού» (Frederic Martel: In the Closet of the Vatican, Bloomsbury Continuum 2019)· πρόκειται για ένα βιβλίο που μιλάει για την Καθολική Εκκλησία, αλλά ασχολείται με προβλήματα που υπάρχουν και στην Ορθοδοξία), ο φεμινισμός μέσα στην Εκκλησία (δηλαδή το πρόβλημα της θέσης των γυναικών μέσα στην Εκκλησία), η κρίση της παραδοσιακής οικογένειας μέσα στην Εκκλησία (π.χ. η κρίση των ιερατικών οικογενειών, η ενδοοικογενειακή βία στις ορθόδοξες οικογένειες) κ.λπ. Όλα αυτά τα προβλήματα, τα οποία αφορούν όχι μόνο στη σύγχρονη εκκοσμικευμένη κοινωνία, αλλά και την ίδια την Εκκλησία, αντιμετωπίζονται με μία απλή ιδεολογική λύση: εξωτερικεύονται και απεικονίζονται ως δυνάμεις που απειλούν την ορθόδοξη ταυτότητα έξωθεν.

Υπάρχει μία σοβαρή αναποφασιστικότητα γύρω από τα ζητήματα της «σεξουαλικής πολυμορφίας», η οποία κατατρώει ζωντανή την ορθόδοξη ταυτότητα – είτε πρόκειται για την ατομική είτε για τη συλλογική ταυτότητα. Η εξωτερίκευση της αναποφασιστικότητας αυτής αποτελεί ταυτόχρονα και μία στρατηγική για την αντιμετώπισή της. Πρόκειται για έναν αμυντικό μηχανισμό, με τη φροϋδική έννοια, ενάντια σε κάτι που είναι υπερβολικά οδυνηρό, γεγονός που εμποδίζει την άμεση προσέγγισή του. Το γεγονός ότι καθόμαστε εδώ και συζητούμε αυτό το θέμα, έστω και με πολύ συγκεκριμένους περιορισμούς, με κάνει να πιστεύω ότι πρόκειται πραγματικά για μία ιστορική στιγμή.

Ένας άλλος τρόπος για να ξεπεραστεί η ένταση αυτή μέσα στην ορθόδοξη ταυτότητα είναι, φυσικά, αυτός του «αποδιοπομπαίου τράγου», που τόσο αριστοτεχνικά περιγράφεται από τον Ρενέ Ζιράρ. Ο εσωτερικός ανταγωνισμός προβάλλεται στην εικόνα του αποδιοπομπαίου τράγου, ο οποίος κατηγορείται για την αποσταθεροποίηση της κοινότητας και την πρόκληση χάους. Στη συνέχεια, ο ανταγωνισμός, προσωποποιημένος κατ’ αυτόν τον τρόπο, εκβάλλεται από την κοινότητα, οδηγώντας έτσι στην αποκατάσταση της εσωτερικής ειρήνης. Υποθέτω ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει με τα πρόσωπα του ΛΟΑΤΚΙ χώρου, που εκδιώκονται κακήν κακώς από τις ενορίες τους όταν αποκαλυφθεί η ιδιαιτερότητα τους. Αλλά για το θέμα αυτό δεν διαθέτω επαρκείς πληροφορίες.

Ένα τέταρτο σημείο: Υπάρχει μία διαφορετική ιστορία που τρέφει την ορθόδοξη αντίθεση στη «σεξουαλική πολυμορφία», αν και δεν είναι άσχετη με όσα ειπώθηκαν παραπάνω. Πρόκειται για την ιστορία του δημογραφικού άγχους (και του εθνικισμού, που συνδέεται με το δημογραφικό άγχος). Το άγχος ότι «εμείς» θα εξαφανιστούμε και «αυτοί» θα έρθουν και θα πάρουν όλους τους πόρους και τα εδάφη μας. «Αυτοί», π.χ. οι μουσουλμάνοι ή οι Κινέζοι, οι οποίοι είναι πιο ζωντανοί και δραστήριοι, έχουν περισσότερα παιδιά κ.λπ. Αυτό είναι το άγχος που βρίσκεται πίσω από την εναντίωση στη «σεξουαλική πολυμορφία», και όχι απλά η θέση των Πατέρων της Εκκλησίας. Έχει ενδιαφέρον εδώ ότι αυτό το άγχος δεν οδηγεί σε μία ρεαλιστική, επιστημονική κατανόηση του δημογραφικού ζητήματος και των τρόπων αντιμετώπισής του. Αντίθετα, οδηγεί σε μια παράνοια συνομωσιακού τύπου, σχετικά με τις ομοφυλοφιλικές ή φεμινιστικές ή φιλελεύθερες ελίτ που προσπαθούν να καταστρέψουν τη Ρωσία, να υπονομεύσουν τη δημογραφία της, να καταστρέψουν τις παραδοσιακές οικογένειες (για παράδειγμα, μέσω της προπαγάνδας των μη παραδοσιακών σεξουαλικών σχέσεων· αυτός είναι ο λόγος που χρειάζεται ένας ειδικός νόμος που θα εμποδίζει την προπαγάνδα αυτή να βλάψει τα παιδιά!) κ.λπ.

Ένα πέμπτο σημείο: το γεγονός ότι η αναποφασιστικότητα αυτή είναι φλέγουσα, ότι η αντίθεση στη «σεξουαλική πολυμορφία» είναι κορεσμένη με ανησυχία για το μέλλον της Ορθοδοξίας, καθιστά τη σύγκρουση αυτή τόσο φορτισμένη, αποκλείοντας έτσι κάθε ουσιαστική συζήτηση. Είναι απλά αδύνατο να συζητήσουμε τα ζητήματα των σεξουαλικών σχέσεων και της οικογένειας με βάση τη λογική· πρόκειται για θέματα εκρηκτικά. Θα δώσω ένα μόνο παράδειγμα: πριν από λίγο καιρό ένας γνωστός και αρκετά σεβάσμιος ιερέας έδωσε μία συνέντευξη, όπου ανέφερε ότι οι οικογένειες με πολλά παιδιά συχνά «καίγονται», γιατί οδηγούνται να αντιμετωπίσουν συνθήκες φτώχειας κ.λπ. Αυτό προκάλεσε έναν καταιγισμό αντιδράσεων, γεγονός που οδήγησε στην απόσυρση της συνέντευξης και τη δημοσίευση μιας διαμαρτυρίας, η οποία έλεγε, στις βασικές γραμμές της, ότι η συζήτηση των ζητημάτων αυτών με τέτοιο τρόπο είναι απαράδεκτη. Δεν θέλω καν να αγγίξω το ζήτημα των ομόφυλων σχέσεων, διότι εδώ ο βαθμός φόρτισης είναι τόσο μεγάλος που εξελίσσεται σε ζήτημα ζωής και θανάτου, φυσικής επιβίωσης για όσους τολμούν να αντιμετωπίσουν το άγχος αυτό και την αναποφασιστικότητα.

Αυτό σημαίνει ότι μία ορθολογική θεολογική προσέγγιση των θεμάτων σεξουαλικής πολυμορφίας είναι σχεδόν αδύνατη στην παρούσα φάση. Τα ζητήματα αυτά θα πρέπει πρώτα να αποφορτιστούν, και μόνο ύστερα θα μπορούσε η θεολογική συζήτηση να καταστεί δυνατή. Μήπως όμως, μόλις συμβεί η αποφόρτιση αυτή (και είμαι βέβαιος ότι μία μέρα θα συμβεί) η συζήτηση αυτή δεν θα ενδιαφέρει πλέον κανέναν;

Ένα έκτο και τελευταίο σημείο: Δεν λέω ότι όλοι οι ορθόδοξοι πιστοί κατασκευάζουν την ταυτότητά τους με επίκεντρο την «σεξουαλική πολυμορφία». Αυτός όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο η ταυτότητα αυτή κατασκευάζεται στη ρητορική επίσημων και ανεπίσημων, αλλά πολύ επιδραστικών εκπροσώπων της Εκκλησίας, και όχι μόνο στη Ρωσία. Η αμφισβήτηση αυτής της πραγματικότητας και η αναζήτηση μιας εναλλακτικής πρότασης είναι ένας πολύ εύκολος τρόπος για να γίνει κανείς «εχθρός της Εκκλησίας».

Η πιο προφανής αντίρρηση σε ό,τι έχω πει μέχρι στιγμής είναι η αντίρρηση, ότι η αντίθεση στη «σεξουαλική πολυμορφία» δεν θα μπορούσε να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ορθόδοξης ταυτότητας, εφόσον ακρογωνιαίος λίθος της ορθόδοξης ταυτότητας είναι ο Ιησούς Χριστός. Σε αυτό μπορώ να απαντήσω. Πρώτα απ’ όλα, δεν μιλώ ως θεολόγος, μιλώ ως εξωτερικός παρατηρητής και περιγράφω όχι τι θα έπρεπε να ισχύει ιδανικά, αλλά αυτό που βλέπω. Δεύτερον, η αρνητική ταυτότητα (η ταυτότητα που δομείται ενάντια σε κάποιον ή σε κάτι) είναι ισχυρότερη από τη θετική ταυτότητα (η ταυτότητα που δομείται υπέρ κάποιου προσώπου ή θέματος, αντίστοιχα). Τουλάχιστον, αυτή είναι η εικόνα στη σχετική βιβλιογραφία για την ταυτότητα και την αντίθεση του «εμείς» απέναντι στο «αυτοί». Και τρίτον (και η απάντηση αυτή μού φαίνεται η πλέον πειστική) θα απαντήσω ότι ένας τεράστιος αριθμός ορθοδόξων πιστών μέσα στα 260 εκατομμύρια (θα τολμούσα να πω τελικά, η πλειοψηφία) δεν πιστεύει καθόλου στον Ιησού Χριστό (στη ιδιότητα του ως Θεανθρώπου, στην Ανάσταση κ.λπ.). Στη Ρωσία, το ένα τρίτο των ορθοδόξων χριστιανών πιστών δεν πιστεύουν στον Θεό, ένας στους δέκα (που αυτοαποκαλούνται ορθόδοξοι χριστιανοί) δεν έχει καν βαπτιστεί κ.λπ. Η πίστη στον Χριστό δεν μπορεί να αποτελεί το θεμέλιο της χριστιανικής ταυτότητας, όταν η ένταξη στον Χριστιανισμό αποτελεί απλώς ένδειξη μιας εθνικής και πολιτιστικής ένταξης. Η πίστη στον Χριστό μπορεί όντως να είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της ορθόδοξης ταυτότητας, αλλά μόνο για εκείνους τους λίγους, για τους οποίους η πίστη τους, ως πίστη, διαθέτει κάποιο νόημα. Για τους υπόλοιπους, η εναντίωση στη σεξουαλική πολυμορφία ως θεμέλιο της θρησκευτικής τους ταυτότητας μοιάζει ως εύλογη επιλογή.

Ξεκίνησα το δοκίμιο αυτό λέγοντας ότι δεν είμαι θεολόγος και ότι δεν θα μιλήσω ως θεολόγος. Αλλά θα τολμήσω να τελειώσω, διατυπώνοντας ένα θεολογικό ερώτημα. Η οικοδόμηση μιας ταυτότητας με την αντιδιαστολή των ηθικών «εμείς» στους ανήθικους «αυτούς», την ιδεολογική απόκρυψη των εσωτερικών ανταγωνισμών, τους αποδιοπομπαίους τράγους, το άγχος για το μέλλον και την αναζήτηση κάποιου φταίχτη, αποτελούν τυπικά, σχεδόν καθολικά, χαρακτηριστικά οποιασδήποτε ανθρώπινης κοινότητας, οποιασδήποτε ταυτότητας (παγανιστικής, αθεϊστικής κ.λπ.). Μήπως όμως αυτό σημαίνει, ότι η χριστιανική κοινότητα, η χριστιανική ταυτότητα δεν διαφέρει καθόλου από τις άλλες κοινότητες (ας πούμε παγανιστικές ή αθεϊστικές); Ή είναι διαφορετική; Αν είναι διαφορετική, πού θα πρέπει να αναζητήσουμε τη διαφορά; Και μιλώντας για αναζήτηση, δεν εννοώ κάποια θεολογική διευκρίνιση για το τι θα όφειλε να είναι μία χριστιανική κοινότητα σε έναν ιδανικό κόσμο. Εννοώ, προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας, για να δούμε τη διαφορά αυτή;


Ο Ντμίτρι Ουζλάνερ (Dmitry Uzlaner) είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στη Ρωσική Προεδρική Ακαδημία Εθνικής Οικονομίας και Δημόσιας Διοίκησης (Μόσχα, Ρωσία), αρχισυντάκτης του περιοδικού Πολιτεία, Θρησκεία και Εκκλησία στην Ρωσία και στον Κόσμο (State, Religion and Church in Russia and Worldwide) και ερευνητής στο πρόγραμμα «Μετα-κοσμικές Διαμάχες» («Post-secular Conflicts») στο Πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ (Αυστρία).

Η Δημόσια Ορθοδοξία αναζητεί να προωθήσει το διάλογο προσφέροντας φόρουμ για διαφορετικές απόψεις επί συγχρόνων θεμάτων που σχετίζονται με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι θέσεις που εκφράζονται σε αυτό το δοκίμιο είναι αποκλειστικά του συγγραφέα και δεν απηχούν απαραίτητα τις απόψεις των εκδοτών του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Μελετών.