Η δυσκολία μας με τη συγχώρηση

Κάθριν Κελαϊδίς (Katherine Kelaidis)

Η κόλαση πράγματι αρέσει στους ανθρώπους. Ή, τουλάχιστον, τους αρέσει η ιδέα της κόλασης. Και πολλοί είναι εκείνοι που δεν έχουν πρόβλημα με την ιδέα ότι κάποιοι από τους συνανθρώπους τους θα βασανίζονται για πάντα στα πύρινα καζάνια της (αυτό ακριβώς, για πάντα, στην αιωνιότητα, σε μία επέκταση του χρόνου που το ανθρώπινο μυαλό αδυνατεί να κατανοήσει). Περιέργως όμως, είναι προφανές ότι, πέρα από τις φαρισαϊκές δηλώσεις, ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της αιώνιας καταδίκης δεν μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους ενώπιον ατελείωτων βασανιστηρίων.

Υποθέτω ότι το γνώριζα αυτό από μικρή. Μεγάλωσα στο Κολοράντο προτού το Κολοράντο γίνει της μόδας, σε μια εποχή που στην πολιτική και πολιτιστική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών κυριαρχούσε το ενδιαφέρον για την οικογένεια και τις ευαγγελικές μεγαλο-εκκλησίες. Γνωρίζω, μάλιστα, πολλούς ανθρώπους που πιστεύουν ότι αν δεν «αναγεννηθείς», με έναν αρκετά συγκεκριμένο τρόπο, θα είσαι καταδικασμένος στους αιώνες. Κανένας από αυτούς τους ανθρώπους, για να είμαι ειλικρινής, δεν θεωρούσε ότι το Ορθόδοξο βάπτισμα που έλαβα ως νήπιο είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα, ενώ φοβόταν (και δεν μπορώ να αμφισβητήσω την ειλικρίνεια τους) για την κατάσταση της αθάνατης ψυχής μου. Ας μην κοροϊδευόμαστε. Παρόλο που εμείς οι Ορθόδοξοι, γενικά, θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε μία λιγότερο νομικιστική προσέγγιση στο ζήτημα της σωτηρίας και της καταδίκης, η τεράστια δημοτικότητα της ιδέας των «αιθέριων τελωνείων» τις τελευταίες δεκαετίες αποδεικνύει ότι είμαστε νοσηρά παθιασμένοι με την ερχόμενη κρίση και την οργή του Θεού, τόσο όσο και ο κάθε τηλε-ευαγγελιστής της σειράς.

Επομένως, ναι, ήξερα ότι η κόλαση, ή πιο συγκεκριμένα η ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι θα καταδικάζονταν για πάντα, διέθετε μία ιδιαίτερη βαρύτητα στο συλλογικό μας φαντασιακό. Παρόλα αυτά, εξεπλάγην από τις αντιδράσεις που προκάλεσε το πρόσφατο βιβλίο του Ντέιβιντ Μπέντλι Χαρτ, Ότι όλοι θα σωθούν, (David Bentley Hart: That All Shall Be Saved, New haven & London: Yale University Press, 2019), ακόμη και σε κύκλους όπου θεωρούσα ότι θα έβρισκε θετική υποδοχή. Ένα μέρος των αντιρρήσεων, τουλάχιστον επιφανειακά, σχετίζονται με το γεγονός ότι ο Χαρτ δεν είναι αρκετά απολογητικός όταν επιτίθεται στην ιδέα της αιώνιας καταδίκης, κι αυτό μου φαίνεται λίγο περίεργο, για να είμαι ειλικρινής. Όπως όμως καταδεικνύει με αρκετή ευγλωττία και επιδεξιότητα ο Χαρτ, σελίδα προς σελίδα στο βιβλίο του, η πραγματική ύβρις βρίσκεται στο επιχείρημα ότι ο Θεός, τον οποίο τιμούμε ως πανάγαθο και γεμάτο αγάπη, θα μπορούσε να κατασκευάσει το σύμπαν με τέτοιο τρόπο, ώστε να υπήρχε έστω και μία ψυχή από αυτές που δημιούργησε, η οποία θα έβρισκε στο τέλος αιώνιο μαρτύριο. Ο Χαρτ έχει δίκιο. Η ιδέα της καθολικής σωτηρίας, όταν τεθεί υπό το φως της λογικής και της συμπόνιας, κι όταν οι δαχτυλιές της ανθρώπινης φύσης μας καθαριστούν από το γυαλί της θεολογίας, είναι ουσιαστικά αναντίρρητη. Αυτό που φαίνεται να έχει προκαλέσει τέτοιο σοκ και προσβολή δεν είναι ότι ο Χαρτ υποστηρίζει την καθολική σωτηρία, αλλά ότι το έκανε με έναν τολμηρό και μη απολογητικό τρόπο.

Διότι υποτίθεται ότι οι υπέρμαχοι της καθολικής σωτηρίας θα πρέπει να απολογούμαστε για τη θέση μας αυτή. Υποτίθεται ότι θα πρέπει να την εκφράζουμε μονάχα ως μία ελπίδα, ίσως παιδική ή αφελή. Και υποτίθεται βεβαίως, ότι θα πρέπει να αφήνουμε μεγάλο περιθώριο για το ενδεχόμενο να κάνουμε λάθος. Ένα σκύψιμο του κεφαλιού με σεβασμό προς τις απόψεις της πλειονοψηφίας. Αν αναφέρομαι συνέχεια στον τίτλο του βιβλίου του Χαρτ, ως «Ότι όλοι θα μπορούσαν να σωθούν», φανερώνω αντανακλαστικά την αβεβαιότητα που έχω καλλιεργήσει γύρω από την πεποίθησή μου ότι, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός θα διεκδικήσει όλα όσα έχει δημιουργήσει. Ο Χαρτ κατάφερε να διατυπώσει το επιχείρημα για την καθολική σωτηρία και την αιώνια καταδίκη με τέτοιο λογικό και ξεκάθαρο τρόπο, ώστε να καταστήσει φανερό ότι μία τέτοια αβεβαιότητα δεν χρειάζεται. Και η αντίδραση απέναντι σε αυτό φανέρωσε ξεκάθαρα την τρομακτική απορρύθμιση της ηθικής πυξίδας της χριστιανοσύνης.

Διάβασα το υπό συζήτηση βιβλίο την ίδια εβδομάδα που η Άμπερ Γκάιγκερ, μια πρώην αστυνομικός στο Ντάλας, καταδικάστηκε για τη δολοφονία του Μπόταμ Τζιν. Κατά την καταδίκη της, ο αδελφός του Μπόταμ, Μπραντ Τζιν, δήλωσε στην Γκάιγκερ την συγχώρηση του και την αγκάλιασε δημόσια. Ήταν μία ιδιαίτερα προσωπική στιγμή, που δημιούργησε τεράστια δημόσια αντιπαράθεση. Μία πράξη προσωπικής συγχώρησης, καρπός της χριστιανικής πίστης του Μπραντ Τζιν, βυθίστηκε γρήγορα στο πολύπλοκο τοπίο του διαχρονικού αμερικανικού ρατσισμού και της αστυνομικής βίας, τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος. Άνθρωποι από όλο το πολιτικό φάσμα βρήκαν την στιγμή κατάλληλη για να διατυπώσουν την εκ προοιμίου διαμορφωμένη θέση τους. Μεταξύ αυτών των θέσεων ήταν αφενός η τελείως εσφαλμένη άποψη ότι αυτό που έκανε η Γκάιγκερ δεν ήταν και τόσο κακό, και αφετέρου η σωστή τοποθέτηση ότι υπάρχουν εύλογα ερωτήματα για το πώς, στο πλαίσιο της τρομακτικής φυλετικής ιστορίας της Αμερικής, η συγχώρεση της αδικίας από την πλευρά των μαύρων έχει μεταβληθεί σε όπλο που εξυπηρετεί την θεωρία της υπεροχής των λευκών. Αλλά, όπως η συγχώρηση του Τζιν για τη δολοφόνο του αδελφού του δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για την παραγραφή του αδικήματος του συγκεκριμένου φόνου, έτσι και τα εύλογα ερωτήματα που τίθενται για το πολιτισμικά και ιστορικά συγκεκριμένο φαινόμενο του ρατσισμού στην Αμερική δεν θα πρέπει ποτέ (τουλάχιστον για τους χριστιανούς) να αποτελέσουν δικαιολογία για την απόρριψη της συγχώρεσης ως την καλύτερη και μοναδική αιώνια οδό.

Αυτό που ήταν φανερό στις δημόσιες αντιδράσεις απέναντι σε εκείνη τη στιγμή της χάριτος, στην ανθρώπινη πράξη της συγχώρεσης, ήταν το πόσο βαθιά άβολα αισθανόμαστε όλοι απέναντι στη συγχώρεση, το έλεος και τη χάρη. Οι αντιδράσεις αυτές έδειξαν πώς αντιλαμβανόμαστε (ανάλογα με το τι θέλουμε να είναι σε κάθε δεδομένη στιγμή) μία τέτοια χάρη· είτε σαν μία γιγαντιαία γομολάστιχα που πέφτει από τον ουρανό και σβήνει κάθε συνέπεια των πράξεων μας, είτε ως το μονοπάτι των ανόητων, που προορίζεται να στηρίζει και να εδραιώνει για πάντα κάθε σκληρότητα, κάθε αδικία, κάθε βαρβαρότητα. Η αλήθεια είναι όμως πολύ πιο πλατιά: η συγχώρεση και η χάρη είναι τα εργαλεία με τα οποία ο Θεός θα επιδιορθώσει τον κατακερματισμένο κόσμο, τα μέσα με τα οποία ο Δημιουργός θα αποκαταστήσει επιτέλους τη δημιουργία Του. Και η ικανότητά μας να γίνουμε μέρος της αποκατάστασης αυτής συνιστά μία πράξη της θείας οικονομίας, μία ευλογία όχι ένα βάρος. Στο κάτω κάτω, δεν είναι κάτι που χρειάζεται τη δική μας αρωγή. Ο Θεός θα μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά μόνος του. Απλώς προτιμά, ό,τι κάνει, να το κάνει μαζί μας.

Η αντίδραση στη συγχώρεση του Μπραντ Τζιν έρχεται να φωτίσει την αντίδραση στο βιβλίο του Μπέντλι Χαρτ, επειδή και οι δυο γεννήθηκαν από την ίδια παρόρμηση, το ίδιο λάθος στη σκέψη και τη θεολογία μας. Ή μάλλον, από το ίδιο ραγισμένο σημείο της ανθρώπινης φύσης μας. Η αντίδραση αυτή μου θύμισε την παρακάτω ιστορία από την παιδική μου ηλικία: Έχω μία αδελφή που είναι μόλις δεκαπέντε μήνες νεώτερη από μένα. Είναι η τέλεια περίπτωση για αντιπαλότητα μεταξύ αδελφών· και, ως παιδιά, πράγματι μαλώναμε έντονα και συχνά. Όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η μητέρα μας έστελνε στο γραφείο του πατέρα μας για να αποφασίσει την τιμωρία μας. Αυτό που θυμάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι ότι την ώρα που καθόμασταν στον καφέ καναπέ απέναντι από το εβένινο γραφείο του πατέρα (γεμάτο δικογραφίες, νομικά λεξικά και δερματόδετους τόμους νομολογίας), δεν ανησυχούσα μήπως χάσουμε κάποια προνόμια ή μήπως μας βάλουν να κάνουμε τίποτα δουλειές στο σπίτι, αλλά χαιρόμουν βλέποντας ότι η αδελφή μου «την είχε βάψει». Η ικανοποίηση που έβρισκα στο γεγονός ότι η αδελφή μου θα τιμωρούταν, έδιωχνε τον φόβο της δικής μου τιμωρίας. Βέβαια, ήταν μία προσωρινή ευχαρίστηση, που εξαφανίζονταν γρήγορα όταν ερχόμουν αντιμέτωπη με τα αποτελέσματα της δικής μου ποινής.

Δεν μπορώ να μην σκέφτομαι ότι η συλλογική μας αμηχανία με τη συγχώρεση και η προσκόλλησή μας στην αιώνια καταδίκη δεν διαφέρει πολύ από την ευχαρίστηση που ένιωθα στο γραφείο του πατέρα μου. Υπάρχει κάτι βαθιά ικανοποιητικό όταν προσδοκούμε την τιμωρία των εχθρών μας (έστω κι αν πρόκειται για τις ενοχλητικές μικρές αδελφές μας), ακόμη κι αν οι ίδιες πράξεις καθιστούν κι εμάς υπόλογους για τιμωρία. Αλλά δεν θα λάτρευα ποτέ ως άγιο έναν Θεό που μας προσφέρει μία τόσο διεστραμμένη ευχαρίστηση. Νοιώθω λοιπόν πολύ τυχερή που δεν είναι αυτός ο Θεός που κυβερνάει το σύμπαν. Ο Θεός μας έχει ένα πολύ μεγαλύτερο σχέδιο για τη δημιουργία Του και για μας, τα πλάσματά Του.

«Μην αποκαλείτε τον Θεό δίκαιο, διότι δεν σας έχει αντιμετωπίσει με δίκαιο τρόπο» έλεγε ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Που υποθέτω ότι, εάν κοιτάξουμε για λίγο πίσω από τον μανδύα της αγιοσύνης του, δεν είναι ούτε ευγενικός ούτε συγκαταβατικός τρόπος για να μας υπενθυμίσει το έλεος του Θεού. Το βιβλίο Ότι όλοι θα σωθούν είναι ένα έργο θεολογίας καλά διατυπωμένο και καλά τεκμηριωμένο. Παρουσιάζει την αδιάσειστη θέση του ακριβώς ως τέτοια. Και η συλλογική αντίδραση που εκδηλώθηκε από τόσο πολλούς δείχνει ακριβώς γιατί είναι απαραίτητο. Η κόλαση είναι ιδιαίτερα δημοφιλής και είναι καιρός πια να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε, γιατί στην ευχή συμβαίνει αυτό.


Η Κάθριν Κελαϊδίς (Katherine Kelaidis) είναι συγγραφέας και ιστορικός που ασχολείται με τον πρώιμο Μεσαιωνικό Χριστιανισμό και την σύγχρονη Ορθόδοξη ταυτότητα στις μη παραδοσιακά ορθόδοξες χώρες.

Η Δημόσια Ορθοδοξία αναζητεί να προωθήσει το διάλογο προσφέροντας φόρουμ για διαφορετικές απόψεις επί συγχρόνων θεμάτων που σχετίζονται με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι θέσεις που εκφράζονται σε αυτό το δοκίμιο είναι αποκλειστικά του συγγραφέα και δεν απηχούν απαραίτητα τις απόψεις των εκδοτών του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Μελετών.