Η Καθολική αποικιοκρατία και οι άγαμοι υποτελείς

A. A. J. DeVille

Κάνοντας έρευνα για το βιβλίο μου Όλα τα κρυμμένα θα αποκαλυφθούν: Ξεκαθαρίζοντας την Εκκλησία από τις καταχρήσεις σεξουαλικότητας και εξουσίας, που περιλαμβάνει εκτεταμένες συζητήσεις για τις εκκλησιαστικές δομές των Ορθοδόξων και των Αγγλικανών, έπεσα πάνω σε μια περίεργη ποσότητα γραμμάτων και νομοθετικών εγγράφων Αγγλικανών ανθρώπων της εκκλησίας από την πατρίδα μου, τον Καναδά, την εποχή που το κράτος ακόμη δεν ήταν συνομοσπονδία. Στη δεκαετία του 1850, αυτοί οι άνθρωποι, έχοντας δοκιμάσει την ελευθερία στις αποικίες, την έκριναν υπερβολική και άρχισαν να γράφουν στο Λονδίνο, ζητώντας από τη χώρα της καταγωγής τους να ενισχύσει την κεντρική διοίκηση όλων των αγγλικανικών δομών που δημιουργούνταν από άκρη σε άκρη στην αυτοκρατορία και να περιορίσει αυστηρά τις τοπικές δυνάμεις που αναδύονταν εκείνη την εποχή, περιλαμβάνοντας και τη δυνατότητα των τοπικών συνόδων να εκλέγουν τους δικούς τους επισκόπους, αντί να έχουν επισκόπους διορισμένους από το Παλάτι και απεσταλμένους από την Αγγλία. Μια σειρά νόμων που έθεταν σε ισχύ αυτούς τους περιορισμούς ήρθε πριν από το Γουέστμινστερ, οι οποίοι όμως, από θαυμαστή συγκυρία, τελικά καταψηφίστηκαν, αφήνοντας τους ντόπιους για άλλη μια φορά ελεύθερους να αποφασίζουν, με σύστημα συνοδικών εκλογών και λογοδοσίας στη Μητρόπολη του Χέρον (την αγγλικανική δικαιοδοσία στο νοτιοδυτικό Οντάριο, όπου μεγάλωσα), πράγμα που ήταν ο απόλυτος νεωτερισμός για εκείνη τη εποχή, αλλά πλέον αποτελεί τον κανόνα σε όλη σχεδόν την Αγγλικανική Εκκλησία.

Σε πολλούς από μας, φαίνεται παράξενο το αίτημα των πρωτο-Καναδών Αγγλικανών να διοικηθούν ακόμα πιο αυστηρά από την Αγγλία. Και όμως, όπως κατέδειξαν πρόσφατα οι επιστήμονες που εργάζονται στους τομείς της αποικιοκρατικής θεωρίας και του Χριστιανισμού, όπως ο Τζωρτζ Δημακόπουλος και ο Ντάνιελ Γκαλάτζα, αυτό δεν είναι ούτε τόσο περίεργο ούτε τόσο σπάνιο, όσο θα περίμενε κανείς. Μερικές φορές ο υποτελής γίνεται ένας υπέρ-ιμπεριαλιστής.

Ο τύπος της προσωπικότητας που επιθυμεί να διοικείται από το αποικιακό γραφείο δεν είναι άγνωστος στην ψυχαναλυτική λογοτεχνία. Έχει αποδοθεί και κατανοηθεί στο αξεπέραστο βιβλίο του 1941, Η απόδραση από την ελευθερία. Έργο του Έριχ Φρομ, που φέτος συμπληρώνονται σαράντα χρόνια από την εκδημία του, το βιβλίο αυτό (βασισμένο, όπως έδειξε και το νέο μου βιβλίο, πάνω στις ιδέες του Φρόιντ για τον «ηθικό μαζοχισμό»), κατέδειξε ότι όλοι μας, τουλάχιστον κάποιες φορές, προτιμάμε να παραχωρούμε την ελευθερία μας, ή έστω ένα τμήμα της, σε μια ανώτερη αρχή, και να επιτρέπουμε σε αυτή την αρχή (τον σύζυγο, τον προϊστάμενο, τον εραστή, τον Πάπα) να ορίζει τι πρέπει να κάνουμε· ακόμη και αν (και μερικές φορές, ειδικά αν) αυτή η ανώτερη αρχή μας κάνει να πονάμε. (Η εφημερίδα Guardian ανέφερε αυτή την εβδομάδα ότι το σαδομαζοχιστικό μυθιστόρημα Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρίζου έχει πουλήσει πάνω από 150 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και υπήρξε το ταχύτερα πωλούμενο βιβλίο στη βρετανική ιστορία.) Αυτό που είναι ακόμα πιο διεστραμμένο είναι η απαίτηση, αυτή η ανώτερη δύναμη να μη λυγίζει καθόλου, αλλά να επιβάλει τις απαιτήσεις της με τη μέγιστη αυστηρότητα, μέχρι σκληρότητας. Αυτό ισχύει εξίσου για την Εκκλησία όσο και παντού αλλού.

Θα προσκαλούσα τους ορθόδοξους φίλους μου, δημόσια και σύντομα, να σταθμίσουν αν η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εισέρχεται τώρα σε μια τέτοια επικίνδυνη καμπή, και αν ναι, ποιες θα μπορούσαν να είναι οι οικουμενικές της επιπτώσεις, καθώς η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αντιμετωπίζει σθεναρά αιτήματα για την πλήρη κατάργηση των έγγαμων ιερέων και την ανελέητη επιβολή της αγαμίας των κληρικών, μετατρέποντάς την από έναν ιδιότυπο λατινικό ασκητισμό σε αυτό που ο Φρόιντ ονόμασε τοτέμ και ταμπού.

Μιλώ για το αναδυόμενο θόρυβο για ένα βιβλίο που κυκλοφορεί στα γαλλικά τις επόμενες μέρες, και λίγο καιρό αργότερα θα κυκλοφορήσει και στα αγγλικά, το οποίο συντάχθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό από τον καρδινάλιο Ρομπέρ Σάρα, έναν εκκλησιαστικό άνδρα από τη Γουινέα και σήμερα επικεφαλής του τμήματος της Ρωμαϊκής Κουρίας που είναι επιφορτισμένο με τα θέματα της Θείας Λειτουργίας και των Μυστηρίων. Προφανώς, με κάποια συμβολή από τον ομότιμο πλέον Πάπα Βενέδικτο, του οποίου η φωτογραφία και το παπικό όνομα διατηρούνται από τους εκδότες, ακόμη και μετά την έκκληση του ιδίου να αποσυρθούν, το βιβλίο έχει ήδη εκτοξευθεί στην πρώτη θέση των πωλήσεων στο διαδικτυακό βιβλιοπωλείο Amazon.

Τίποτα από αυτά δεν θα ήταν ακόμη θέμα σχολιασμού, αλλά απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εκδότης θεώρησε σκόπιμο να εμφανίσει μια περίληψη του βιβλίου, και να την διακινήσει σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορεί να προσκαλέσει την απόλυτη απογοήτευση των Ανατολικών Καθολικών, όπως εγώ, που θέλω να υπερασπιστώ τους έγγαμους κληρικούς, όχι μόνο αυτούς καθεαυτούς, αλλά έχοντας κατά νου και την συνεχιζόμενη προσέγγιση Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων και την πιθανή κατάληξη στην ενότητα, μία ημέρα.

Ο καρδινάλιος Σάρα ισχυρίζεται (δική μου μετάφραση) ότι «υπάρχει μια οντολογικο-μυστηριακή σχέση μεταξύ ιεροσύνης και αγαμίας. Οποιαδήποτε χαλάρωση του δεσμού αυτού θα αποτελούσε αμφισβήτηση της αυθεντίας της Συνόδου και των Παπών Παύλου ΣΤ΄, Ιωάννη Παύλου Β΄ και Βενέδικτου ΙΣΤ΄. Εκλιπαρώ ταπεινά τον Πάπα Φραγκίσκο να μας προστατεύσει οριστικά από οποιαδήποτε τέτοια πιθανότητα, χρησιμοποιώντας το δικαίωμά του να θέσει βέτο σε οποιαδήποτε αποδυνάμωση του νόμου της ιερατικής αγαμίας, ακόμη  κι αν αυτή περιορίζεται σε μία ή άλλη περιοχή».

Αυτή η «οντολογική» γλώσσα είναι επικίνδυνη ανοησία. Οι απόψεις του Σάρα δεν είναι απλά φιλοσοφικές ασυναρτησίες, αλλά είναι και εμφανώς σκόπιμες παραποιήσεις της Β΄ Βατικανής Συνόδου  («το συμβούλιο») και όλων των Παπών που ο ίδιος παραθέτει, όπως θα αποδείξω στο επερχόμενο βιβλίο μου, Παντρεμένοι Καθολικοί Ιερείς, το οποίο έχει διάφορα δοκίμια και από ορθόδοξους νομολόγους, ιερείς και ιστορικούς, τουλάχιστον ένας από τους οποίους είναι ήδη γνωστός στους αναγνώστες της Δημόσιας Ορθοδοξίας (Public Orthodoxy).

Αυτή τη στιγμή, που ένας καρδινάλιος κυριολεκτικώς παρακαλεί τον προϊστάμενο του στη Ρώμη, όχι απλά να αποκλείσει τις όποιες περιφερειακές παραλλαγές σε έναν λατινικό κανόνα, αλλά, ακόμη χειρότερα, να διαπράξει ένα είδος εκκλησιαστικού ακρωτηριασμού των έγγαμων ιερέων (στην εφημερίδα Le Figaro, ο Σάρα αποκαλεί τους έγγαμους κληρικούς «παράβαση, πληγή στη συνοχή της ιεροσύνης ») θα προσκαλούσα τους Ορθόδοξους φίλους μου όχι μόνο να παρακολουθήσουν αυτή τη συζήτηση και να διαβάσουν το βιβλίο μόλις κυκλοφορήσει, αλλά να ξεκινήσουν, ήδη από τώρα, να φανερώνουν ανεπιφύλακτα στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τις σκέψεις τους σχετικά με τις πιθανές οικουμενικές συνέπειες όλων αυτών.


Ο Α. Α. J. DeVille είναι αναπληρωτής καθηγητής θεολογίας και διευθυντής ανθρωπιστικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Αγίου Φραγκίσκου, στο Φορτ Γουέιν, Ιντιάνα, ΗΠΑ, και συγγραφέας, μεταξύ άλλων, των βιβλίων Ορθοδοξία και Ρωμαϊκός Παπισμός (2011) και Όλα τα κρυμμένα θα αποκαλυφθούν: Ξεκαθαρίζοντας την Εκκλησία από τις καταχρήσεις της σεξουαλικότητας και της εξουσίας (2019). Ήταν ένας από τους επίσημους καθολικούς παρατηρητές στην εναρκτήρια συνέλευση της Διεθνούς Ενώσεως Ορθόδοξων Θεολόγων στο Ιάσιο της Ρουμανίας, το 2019.

Η Δημόσια Ορθοδοξία αναζητεί να προωθήσει το διάλογο προσφέροντας φόρουμ για διαφορετικές απόψεις επί συγχρόνων θεμάτων που σχετίζονται με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι θέσεις που εκφράζονται σε αυτό το δοκίμιο είναι αποκλειστικά του συγγραφέα και δεν απηχούν απαραίτητα τις απόψεις των εκδοτών του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Μελετών.