Θεία κοινωνία και κορωνοϊός

Will Cohen

Ζώντας σε μία περίοδο καθολικών απαγορεύσεων και ακυρώσεων δίχως προηγούμενο, πώς θα έπρεπε άραγε η Ορθόδοξη Εκκλησία και τα μέλη της να κινηθούν με πίστη ανάμεσα στους κινδύνους και την πολυπλοκότητα της πανδημίας του COVID-19; Για πολλές ορθόδοξες δικαιοδοσίες και επιμέρους πιστούς, η πανδημία αποτελεί μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να δείξουμε σε έναν κόσμο που έχει πανικοβληθεί, την εξαιρετική σταθερότητα της Ορθόδοξης πίστης και εκείνων που την ακολουθούν. Ένας από τους τρόπους που θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο, είναι να συνεχίσουμε να επιτελούμε τις ακολουθίες όπως κάνουμε πάντοτε, να ασπαζόμαστε τις εικόνες και να μεταλαμβάνουμε κατά τη Θεία Ευχαριστία με τη χρήση της κοινής λαβίδας, όπως κάνουμε πάντοτε. Η πρόσφατη εγκύκλιος, με την οποία η Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αμερικής ζητούσε από τους ενορίτες να προσκυνούν τις εικόνες, χωρίς όμως να τις αγγίζουν με το στόμα τους (όπως άλλωστε κάνουμε όταν αποφεύγουμε να φιλήσουμε προσωρινά όσους αγαπάμε, όχι μόνο όταν είναι εκείνοι ή και εμείς οι ίδιοι άρρωστοι, αλλά κι όταν έχουμε κάποιο λόγο να ανησυχούμε για την υγεία μας), αντιμετωπίστηκε από πολλούς ορθόδοξους χριστιανούς, τόσο εντός της Αρχιεπισκοπής, όσο και έξω από αυτήν, ως μία ακραία υιοθέτηση του πνεύματος φόβου που αυτή τη στιγμή κυριαρχεί έξω στον κόσμο. Γίνεται πράγματι πολλή συζήτηση στα διάφορα ιστολόγια και αλλού για το ότι είμαστε άνθρωποι της πίστης και όχι του φόβου.

Όσον αφορά στην ίδια τη Θεία Ευχαριστία, η Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αμερικής, όπως άλλωστε και άλλες δικαιοδοσίες και τοπικές εκκλησίες στις Η.Π.Α. αλλά και σε όλον τον κόσμο, έχει δηλώσει ότι δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι πιστοί μεταλαμβάνουν των τιμίων δώρων. Υπάρχουν διαφόρων ειδών επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται υπέρ της απόφασης αυτής. Ένα από αυτά είναι ότι, εφόσον για τους Ορθόδοξους χριστιανούς ο άρτος και ο οίνος που βρίσκονται στο ιερό ποτήριο είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού, που μας δόθηκαν για τη θεραπεία της ψυχής και του σώματος, ο ιός δεν μπορεί να μεταδοθεί μέσω της χρήσης της κοινής λαβίδας. Σύμφωνα με το επιχείρημα αυτό, υπονοείται μάλιστα μερικές φορές για όσους ανησυχούν ότι κάποιος φορέας του ιού COVID-19 θα μπορούσε να μεταδώσει τον ιό στους ίδιους ή σε άλλους, μεταλαμβάνοντας με την ίδια λαβίδα, ότι είτε δεν κατέχουν την γνήσια Ορθόδοξη πίστη είτε είναι αδύναμοι στην πίστη τους. Ένας γνήσιος και πιστός Ορθόδοξος χριστιανός μπορεί να ξεπεράσει όλες αυτές τις κοσμικές ανησυχίες, έχοντας στο μυαλό του ότι η ασθένεια και ο θάνατος δεν μπορούν να προέρχονται από τον Χριστό, από τον οποίο εκπορεύονται μόνο η θεραπεία και η αναγέννηση.

Είναι αλήθεια ότι, για τους Ορθόδοξους χριστιανούς, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτή η άποψη, ότι η μυστηριακή πράξη της κοινωνίας με τον Χριστό, στην οποία ο ίδιος ο Κύριος μας καλεί στην Ευχαριστία («Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα […], πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης») θα μπορούσε να προκαλέσει με κάποιο τρόπο κακό σε κάποιον. Θεωρώ ότι αυτή η θεμελιώδης ασυμφωνία έχει προβληματίσει πολλούς από εμάς τις τελευταίες μέρες, συμπεριλαμβανόμενου και του γράφοντος, αφήνοντας μας με την εντύπωση ότι έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ είτε μιας αποδοχής της πρόσκλησης του Χριστού να ενωθούμε μαζί του στο σώμα και στο αίμα του, με θάρρος και με πίστη και ανεξάρτητα από τον όποιο κίνδυνο, είτε μιας απόρριψης της πρόσκλησης αυτής λόγω του φόβου που κυριαρχεί στον κόσμο. Εάν αυτή είναι πράγματι η επιλογή που καλούμαστε να κάνουμε σήμερα, προσωπικά συντάσσομαι με την πλευρά εκείνων που μας παροτρύνουν να ξεπεράσουμε τον φόβο μας και, με πίστη και αγάπη, να προσέλθουμε και να μεταλάβουμε αυτόν που μας προσφέρει τον ίδιο τον εαυτό του.

Όμως, αυτή είναι η επιλογή που καλούμαστε να κάνουμε σήμερα; Ο κάθε χριστιανός σίγουρα γνωρίζει ότι μπορεί να έρθει κάποτε αντιμέτωπος με μία στιγμή κατά την οποία η πίστη στον Χριστό μπορεί να διατηρηθεί μόνο με κίνδυνο να χάσει ακόμη και την ίδια του τη ζωή του. Το ερώτημα είναι εάν ένα τέτοιο άτεγκτο δίλημμα (του τύπου ή το ένα ή το άλλο) είναι αυτό το οποίο καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε σήμερα εξ αφορμής της πανδημίας του κορωνοϊού. Για να ξεκινήσουμε από κάπου, δεν μοιάζει να είναι σύμφωνο με τον τρόπο που κατανοούμε την Ευχαριστία, να πούμε πως τίποτα που έρχεται σε επαφή μαζί της δεν θα μπορούσε να είναι ή να παραμένει αγωγός της ασθένειας. Στο κάτω-κάτω, είναι η Ευχαριστία αυτή που εισέρχεται στο σώμα μας, αυτό όμως δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι και οποιαδήποτε μεταδοτική ασθένεια που μεταφέρουμε παύει να μεταδίδεται επειδή έχουμε μεταλάβει. Μία τέτοια άποψη σίγουρα δεν αποτελεί διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κάποιος μπορεί να πιστέψει ότι ο αέρας που περιβάλλει τα ευχαριστιακά δώρα μπορεί ενδεχομένως να μεταφέρει παθογόνους μικροοργανισμούς, που εάν τους εισπνεύσει αυτός που κοινωνεί, μπορεί να βλάψει την υγεία του. Έτσι όμοια, και το δισκοπότηρο ή η λαβίδα θα μπορούσαν να μεταδώσουν κάτι πέρα ​​από τις καθαρά θεραπευτικές ιδιότητες του Χριστού. Πράγματι, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συμμερίζεται την άποψη ότι ο άρτος και ο οίνος παύουν να είναι άρτος και οίνος μετά τη μεταβολή τους σε σώμα και αίμα του Χριστού. Εδώ είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι, πέρα από ένα επιχείρημα το οποίο θεμελιώνεται καθαρά στην πίστη, όσοι ισχυρίζονται ότι είναι ασφαλείς να μεταλαμβάνουν υπό οποιεσδήποτε συνθήκες στην Ορθόδοξη Εκκλησία, συχνά επισημαίνουν ότι από χημική άποψη, τα βακτηρίδια και οι ιοί θανατώνονται έτσι κι αλλιώς από το αλκοόλ που υπάρχει στο δισκοπότηρο. Αυτό, ωστόσο, είναι ένα επιχείρημα που προέρχεται από την επιστήμη, το οποίο δείχνει ότι υπάρχει ένα εμπειρικό ερώτημα σχετικά με το εάν και για πόσο χρόνο μπορούν να επιβιώσουν τα μικρόβια στο δισκοπότηρο, ένα θέμα για το οποίο δεν υπάρχει επιστημονική συμφωνία.

Στις συνθήκες της τρέχουσας πανδημίας, όπου ο έλεγχος δεν είναι ακόμη καθολικός και οι φορείς του ιού ενδέχεται να μην έχουν εκδηλώσει συμπτώματα για μέρες μετά τη μόλυνσή τους από τον ιό, μπορώ να πω στον εαυτό μου ότι ο Θεός με κανένα τρόπο δε θα επέτρεπε σε κάποιο μικρόβιο που κουβαλάω να μεταφερθεί στο δισκοπότηρο ή τη λαβίδα, έτσι ώστε στη συνέχεια να μεταδοθεί στο σώμα κάποιου άλλου, ειδικά ενός από τους ηλικιωμένους της ενορία μας. Αλλά δεν μπορώ να είμαι βέβαιος ότι είναι έτσι, και ότι σε μία τέτοια περίπτωση κάνω το σωστό με το να προσέρχομαι στο ιερό θυσιαστήριο και να λάβω την θεία κοινωνία μαζί με τους άλλους πιστούς της ενορίας μου. Η άποψη ότι δεν θα κοινωνήσω για λόγους ασφαλείας (πρωτίστως όχι για μένα αλλά κυρίως για τους άλλους) μου προκαλεί σίγουρα ένταση και αγωνία. Η Ευχαριστία είναι η στιγμή, όπου ο Θεός μου προσφέρεται απλόχερα. Τις τελευταίες μέρες, ωστόσο, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι διάφοροι ψευδο-ποιμένες της Ορθοδοξίας, που δυστυχώς ένας Θεός γνωρίζει πόσοι πολλοί είναι, εκμεταλλεύτηκαν (συχνά άθελά τους, επειδή οι περισσότεροι παρασύρονται από άλλους και απλώς ακολουθούν μία αγελαία νοοτροπία) αυτή την αγωνία, την οποία πολλοί από μας νιώθουν στη σκέψη πως αποφεύγουν τη θεία κοινωνία ως προφύλαξη ενώπιον της πανδημίας.

Μία πολύ διαφορετική ποιμαντική προσέγγιση υιοθετήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αλέξανδρο Γκολίτσιν, της Νοτίου Επισκοπής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική (O.C.A.): «Όλοι στην ενορία ή στην ιεραποστολή, εκτός από τον ιερέα (και τον διάκονο), τον αναγνώστη, τον νεωκόρο και όχι περισσότερους από δύο ψάλτες (που όλοι τους θα πρέπει να είναι σωματικά υγιείς και να ανήκουν στις ομάδες χαμηλού κινδύνου για τον COVID-19), θα πρέπει να παραμείνουν στο σπίτι, ακόμα και τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Το τίμιο σώμα και το τίμιο αίμα του Κυρίου μας δεν μπορεί ποτέ να γίνει πηγή ασθενείας, αφού εν τέλει είναι η ίδια η θεραπεία σώματος και ψυχής, αλλά ο ιός COVID-19 μπορεί πάντα να μεταδοθεί μέσα από το εκκλησίασμα. Από αγάπη για τον πλησίον μας, θα πρέπει να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να προστατέψουμε τους πιο ευάλωτους, εμποδίζοντας τη ραγδαία διάδοση του ιού όχι μόνο στις ενορίες μας αλλά και στην ευρύτερη κοινότητα, επιτρέποντας έτσι στα νοσοκομεία και την ιατρική κοινότητα να φροντίζουν με τον πλέον κατάλληλο τρόπο εκείνους που κινδυνεύουν περισσότερο». Σε αυτό το είδος ποιμαντικής ηγεσίας, ο Αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος σηκώνει ο ίδιος το βάρος πάνω του –δείχνοντας έτσι έναν δρόμο αγάπης που περιορίζει την εσωτερική ένταση για την οποία έγινε λόγος παραπάνω– αντί να την εντείνει περαιτέρω, ανακουφίζοντας έτσι τον απλό πιστό από το βάρος ενός τέτοιου σταυρού.

Χωρίς να συνιστούμε ότι οι περισσότεροι θα πρέπει να μένουν στο σπίτι, ειδικά μάλιστα εφόσον περάσει αυτή η κρίσιμη στιγμή, όπου ο περιορισμός της εξάπλωσης της πανδημίας εξαρτάται από την κοινωνική απομόνωση που συνιστάται ευρέως από τους επιδημιολόγους, φαίνεται ότι υπάρχει μία λύση απλής λογικής στο κατά τα άλλα ανυπόφορο δίλημμα σχετικά με τη θεία κοινωνία και τον κορωνοϊό. Οι Ορθόδοξοι επίσκοποι στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να εκδώσουν μία οδηγία που να ζητά από κάθε πιστό να λαμβάνει τη θεία κοινωνία στο στόμα του από τον ιερέα σε κουτάλι μιας χρήσης που στη συνέχεια θα απορριπτόταν όπως πρέπει (δηλαδή θα καιγόταν). Αυτό δεν θα μείωνε την πληρότητα του σώματος και του αίματος του Χριστού που λαμβάνουμε. Θα μπορούσε μονάχα να περιορίσει την αίσθηση ότι υφιστάμεθα μία δοκιμασία της πίστης μας, που ίσως νοιώθουμε μερικοί όταν προσερχόμαστε για να κοινωνήσουμε σ’ αυτές τις αγωνιώδεις στιγμές. Αναρωτιέμαι εάν μερικοί από εμάς προτιμούμε να αντιμετωπίσουμε τώρα μια τόσο φοβερή δοκιμασία, δείχνοντας στον κόσμο ότι μπορούμε να την ξεπεράσουμε, αντί να παραδεχτούμε χωρίς τυμπανοκρουσίες ότι μπορούμε ίσως να τα κάνουμε και τα δυο, όντας προσγειωμένοι· λαμβάνοντας τον Χριστό στην Ευχαριστία και παίρνοντας μία έλλογη και «εγκόσμια» προφύλαξη. Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν είναι ο ίδιος ο Θεός που μας προσφέρει αυτή την φιλεύσπλαχνη λύση, η οποία θα συνιστούμε μία πράξη υψίστης φιλανθρωπίας εκ μέρους των επισκόπων προς τους πιστούς, απαλλάσσοντάς τους από το μαρτύριο ότι θα πρέπει να υιοθετήσουν μία από τις δύο στάσεις, ακόμη κι αν βρεθούν αντιμέτωποι μεταξύ τους;

Αν ήταν έτσι (και δεν υπάρχει κάποια επίσημη Ορθόδοξη διδασκαλία που να λέει το αντίθετο) τότε θα ήταν μία πράξη αγάπης προς τον κόσμο, ένας τρόπος να υπάρχει η εκκλησία με ταπείνωση και αλληλεγγύη προς εκείνους που βρίσκονται έξω από την εκκλησία, απέναντι στους οποίους θέλουμε, σύμφωνα με την πίστη μας, να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να μην τους προκαλέσουμε κακό. Άλλοι υποβάλλονται σε μεγάλες θυσίες ώστε να μην αφήσουν αυτή την ασθένεια να εξαπλωθεί μακρύτερα και πιο γρήγορα από ό,τι πρέπει. Δεν θα πρέπει λοιπόν να κάνουμε και εμείς το καθήκον μας για όλους τους ανθρώπους; Εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε ότι οι ναοί μας δεν έχουν ανοσία στα μικρόβια και γι’ αυτό ακολουθούμε τις συμβουλές να καθαρίζουμε συχνά τις επιφάνειες ή να κλείνουμε το στόμα με τον αγκώνα όταν βήχουμε, επειδή γνωρίζουμε ότι είμαστε κι εμείς άνθρωποι όπως όλοι οι άλλοι. Το κάνουμε αυτό, γνωρίζοντας ότι ο Θεός μπορεί να επιτελέσει θαύματα για να προστατεύσει οποιονδήποτε, οποτεδήποτε το επιθυμεί, αλλά δεν προσπαθούμε να Τον εκβιάσουμε για να μας προστατεύσει, επεμβαίνοντας θαυματουργικά, όταν υπάρχουν τόσα επίγεια πράγματα που μπορούμε να κάνουμε έτσι ώστε να μην χρειαστεί να Τον βάλουμε σε δοκιμασία. Η χρήση κουταλιών μιας χρήσης θα μπορούσε να είναι μία τέτοια απλή επιλογή, που αναγνωρίζει ταπεινά την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης μας, ώστε να μπορέσουμε να μειώσουμε τις εντάσεις που υπάρχουν στις εκκλησίες μας· και για να ανταποκριθούμε με σοφία στην κρίση της δημόσιας υγείας, δεν θα πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο ότι αυτή δεν θα επιδεινωθεί εξαιτίας της δικής μας πνευματικής υπερηφάνειας.


Ο Will Cohen είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Θεολογίας και Θρησκευτικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σκράντον (Η.Π.Α.).

Η Δημόσια Ορθοδοξία αναζητεί να προωθήσει το διάλογο προσφέροντας φόρουμ για διαφορετικές απόψεις επί συγχρόνων θεμάτων που σχετίζονται με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι θέσεις που εκφράζονται σε αυτό το δοκίμιο είναι αποκλειστικά του συγγραφέα και δεν απηχούν απαραίτητα τις απόψεις των εκδοτών του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Μελετών.