Η ψυχολογία του βάθους και το κουράγιο της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας

Πία Σοφία Τσόντχαρι

Κάθε χρόνο, μέσα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, γιορτάζουμε την Κυριακή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Η οσία Μαρία έφυγε από το σπίτι της, σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών, ταξιδεύοντας στην Αλεξάνδρεια, όπου επιδόθηκε για πολλά χρόνια σε μια ακόλαστη και «ακόρεστη» σεξουαλική συμπεριφορά, «παγιδεύοντας πολλές ψυχές», βυθιζόμενη ολοένα και βαθύτερα στην διαφθορά, μέχρι που μια μέρα, στην προσπάθειά της να μπει σε μια εκκλησία, ένιωσε ότι εμποδιζόταν από μία αόρατη παρουσία. Συνειδητοποίησε τότε την αμαρτία της, μετανόησε βαθιά, προσευχήθηκε στην Παναγία, της επετράπη να εισέλθει στην εκκλησία, και έτσι ξεκίνησε ένα νέο ταξίδι. Τελικά, ακολούθησε την οδό της ερήμου, όπου και παρέμεινε για πολλά χρόνια, μέχρις ότου ένας πνευματικός πατέρας τη συνάντησε δύο φορές, και όπου πέθανε αφού έλαβε τελικά τη Θεία Κοινωνία. Σε μια απρόβλεπτα συγκινητική στιγμή στο τέλος της ιστορίας που έφτασε ως τις μέρες μας, ένα λιοντάρι βοήθησε τον αββά Ζωσιμά να την ενταφιάσει στην έρημο. Όποιος γνωρίζει και αγαπάει τον Ασλάν της Νάρνια, είμαι σίγουρη ότι θα καταλάβει την αγάπη μου για αυτές τις μικρές λεπτομέρειες.

Συναντούμε αυτή την δραματική, εκπληκτική ιστορία, καθώς βρισκόμαστε στη μέση της σαρακοστιανή μας πορείας, όπου δίνεται έμφαση όχι μόνο στη δύναμη της μετάνοιας αλλά και στη μάχη ανάμεσα στην ακαθαρσία και την αγιότητα. Και όμως, μερικές φορές, στις συζητήσεις που γίνονται, μένω με την αίσθηση μιας ιστορίας ευσέβειας και αγνότητας (και μάλλον με αρκετή δυσπιστία για τον γυναικείο έρωτα), που δεν αγγίζει καθόλου το βάθος και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Νομίζω ότι εάν το δούμε όλο αυτό μόνο ως μία ιστορία ηθικής και ασκητικής πάλης για χάρη της ηθικής και όχι για χάρη της ίδιας της ύπαρξης, υπάρχει πράγματι ο κίνδυνος να χάσουμε το πλήρες, ασυνήθιστο μέγεθος αυτού που συνέβη τότε και που μπορεί να συμβεί και στη δική μας ζωή, και ίσως με ακόμη πιο χτυπητό τρόπο.

Αυτό που συχνά τονίζεται στα σχόλια που γίνονται σ’ αυτήν την ιστορία, και κυρίως στις λέξεις που αποδίδονται στην ίδια την οσία Μαρία, είναι η πρόθυμη φιληδονία της αμαρτίας της, η εκπληκτική και απόλυτη φύση της μετάνοιάς της και στη συνέχεια η θαρραλέα ασκητική πάλη της στην έρημο. Από μόνα τους, αυτά τα γεγονότα έχουν μια συνέπεια ως ιστορία και αναδεικνύουν αρετές, τις οποίες φυσικά θα πρέπει να επιδιώκουμε. Όμως, εγώ αναρωτιέμαι ακόμη τι ήταν εκείνο που την οδήγησε στην αρχική αμαρτωλή κατάσταση. Τι συνέβη άραγε στην παιδική της ηλικία, που την έκανε να φύγει από το σπίτι μόλις δώδεκα ετών, μετακομίζοντας μόνη της σε μια μεγάλη πόλη; Ανήκε σε κάποια ομάδα κοινωνικά αποκλεισμένη; Μήπως είχε δεχτεί κακοποίηση; Είχε οικογένεια; Πως είχε διαμορφωθεί μέχρι τη στιγμή εκείνη ο εσωτερικός της κόσμος; Τι αξίες κουβαλούσε μέσα της; Τι επεδίωκε με την ασύδοτη αυτή συμπεριφορά; Είχε άραγε εγκλωβιστεί η φυσική της επιθυμία σε μια διεστραμμένη αναζήτηση αγάπης και τρυφερότητας που δεν είχε δει ποτέ;

Δεν γίνεται ποτέ λόγος για τον πόνο που ίσως ένοιωθε ή για πιθανές εσωτερικές ρήξεις της, αλλά μιλάμε μάλλον σαν να ήταν η θέλησή της ελεύθερη και κακόβουλη, και όπου πήγαινε παγίδευε φτωχές ανδρικές ψυχές. Έχοντας σπουδάσει ψυχολογία του βάθους, αναρωτιέμαι τι πρότυπα, ποιες διαρρηγμένες εσωτερικές σχέσεις, ποια συμπλέγματα και ποιες επιθυμίες την κατεύθυναν ώσπου, σε κάποια στιγμή φώτισης, συναντώντας τον ίδιο τον Θεό, να αντικρίσει πραγματικά τον εαυτό της (ή, σύμφωνα με τον Γιουνγκ, τον «Εαυτό» της) και να καταρρεύσει. Η ίδια αναφέρει ότι απλώς ακολούθησε προσκυνητές που πήγαιναν στην εκκλησία, καθώς αναζητούσε περισσότερα θύματα. Αλλά αν κανείς έχει εκπαιδευτεί να αφουγκράζεται τις πράξεις του ασυνείδητου, το γεγονός ότι επρόκειτο για εκκλησία δεν μοιάζει τόσο άσχετο. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι κάτι στην ψυχή της την οδήγησε στην εκκλησία, στην πόρτα της οποίας αντιμετώπισε ξαφνικά την ασυμβατότητα ανάμεσα σε αυτό που, θεολογικά, θα μπορούσαμε να δούμε ως πραγματικότητα του Θεού, και στην πραγματικότητα που η ίδια είχε δημιουργήσει για τον εαυτό της· ή την αντίθεση ανάμεσα σε αυτό που η σχολή του Γιουνγκ αποκαλεί «Εαυτό» και στην προσωπικότητα με τα συμπλέγματά της. Η απότομη αυτή διαπίστωση, από ψυχολογική άποψη, θα ήταν τρομακτική, θα την παρέλυσε, όταν για πρώτη φορά απείλησε να εισβάλει στη συνείδηση της. Θα έμοιαζε ίσως με το τέλος του κόσμου, ή με την αποκάλυψη ενός χαώδους κενού. Ένα βήμα εμπρός θα ήταν απλά αδύνατο, εδώ. Έτσι, στη συνέχεια, η Μαρία παραμερίζει, αφήνοντας όλη αυτή την αλήθεια να αρχίσει να την φωτίζει. Κάτι βρίσκει το δρόμο του προς τη συνείδηση. Και τότε η Μαρία αρχίζει να κλαίει. Αυτό συμβαίνει συχνά όταν σε ένα κλινικό περιβάλλον τα πράγματα επιτέλους «παίρνουν τα πάνω τους», και ξαφνικά βλέπουμε το φως του παρόντος να προσφέρει ανακούφιση στα σκοτάδια του παρελθόντος. Τα δάκρυα συνοδεύουν τον απαραίτητο θρήνο για το ποιοι ήμασταν και πού βρισκόμασταν, προτού η νέα κατάσταση ριζώσει και αναπτυχθεί. Κανείς δεν είπε ότι η θεραπεία είναι εύκολη υπόθεση.

Ωστόσο, αν σταθούμε μόνον στην καθαρότητα και την ακαθαρσία, μάλλον χάνουμε την πραγματικά εκπληκτική ομορφιά αυτού που θα μπορούσε να συμβεί, και πράγματι συμβαίνει, όταν οι δικές μας μικρές πραγματικότητες συναντούν τη μεγαλύτερη Πραγματικότητα. Όπως έγραψε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «η αρετή υπάρχει για χάρη της αλήθειας, αλλά η αλήθεια δεν υπάρχει για χάρη της αρετής (δια την αλήθειαν εστιν η αρετή, αλλ’ ου δια την αρετήν η αλήθεια)». Μια τέτοια συνάντηση με την αλήθεια συνιστά την απαρχή της ελπίδας· όχι επειδή ένας αμαρτωλός μπορεί να σωθεί με κάποιο ηθικολογικό τρόπο, αλλά επειδή ανοίγεται ένας εσωτερικός χώρος στην ψυχή του, που μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την ύπαρξή του, ολόκληρη την εμπειρία του για τον κόσμο. Είναι η αρχή της ελευθερίας, άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμπειρία της αγάπης. Έτσι, ενώ πράγματι η Μαρία εμποδιζόταν από τις αμαρτίες της, θα έλεγα ότι κάτι πέρασε μέσα από αυτό που ήταν έμοιαζε με βαθιά εσωτερική απελπισία, φέρνοντας μαζί του την ελπίδα, κι αυτός είναι ο λόγος που ξαφνικά μπόρεσε να δει την αμαρτία της ως αμαρτία. Μπαίνοντας στον κόσμο της ελπίδας, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της παλεύοντας να μείνει σ’ αυτόν. Λέει στον αββά Ζωσιμά για τα βασανιστήρια που βίωσε στην έρημο. Αλλά οι δαίμονες δεν ασχολούνται μόνο με την ηθική. Προσβάλλουν τον τρόπο ύπαρξής μας και μας κλέβουν τη χαρά και την ελευθερία σε όλα τα επίπεδα, και δεν το βάζουν κάτω τόσο εύκολα, όμοια όπως και τα συμπλέγματα –από την πλευρά της ψυχολογίας– που μας κάνουν να ενεργούμε με τρόπους που δεν θα θέλαμε.

Αλλά όπως θα μπορούσε να σας πει ο κάθε ψυχαναλυτής, μόλις βρεθεί ένας διαφορετικός δρόμος, και πολύ περισσότερο όταν έχει βιωθεί, αμέσως ξεκινάει μία γενική επανάσταση και –όπως έλεγε και η μέντορας μου, Άννα Ουλάνωφ– το αιματοκύλισμα. Είναι ένα χάος. Όταν βλέπει κανείς πως προχωράει, δεν είναι απλά εντυπωσιακό. Είναι μια πραγματική πράξη ομορφιάς, μια μεταμόρφωση που επιτυγχάνεται μόνο –όπως έλεγαν οι αρχαίοι χριστιανοί αλχημιστές– «με του Θεού τη χάρη». Για μένα, κάνει την ιστορία της οσίας Μαρίας όλο και πιο συγκινητική, όχι μόνο ως εικόνα μετάνοιας, όπως έχουμε συνηθίσει να ακούμε, αλλά και ως εικόνα αγάπης, που διαφεύγει από μια τυποποιημένη συμπεριφορά και ανοίγει την πόρτα σε έναν διαφορετικό δρόμο, έναν δρόμο που η ίδια θα πρέπει να πολεμήσει «ψυχή τε και σώματι», με νύχια και με δόντια, για να μην τον χάσει. Οι εμπειρίες της από τον Θεό πρέπει να ήταν πάρα πολύ ισχυρές ώστε να την οδηγήσουν σε μία τέτοια ριζική μετάνοια, και να την στηρίξουν στη συνέχεια στη μάχη που θα ακολουθούσε, ενάντια σε όλους τους δαίμονες και τα συμπλέγματα που θα συνέχιζαν να υπάρχουν στην ψυχή της. Ο αγώνας είχε ξεκινήσει.

Πρόκειται για μία συγκινητική ιστορία, μία θαυμαστή ιστορία, μία χτυπητά οδυνηρή ιστορία, μία ιστορία που καταλαβαίνω πως δεν μιλά μονάχα για την αμαρτία και την λύτρωση, αλλά και για την βαθιά ίαση της απελπισίας και της απομόνωσης, τη συνάντηση με την αληθινή αγάπη και τον δια βίου αγώνα που μια τέτοια συνάντηση μπορεί να προκαλέσει στον καθέναν μας, καθώς προσπαθούμε να γίνουμε εκείνο για το οποίο γεννηθήκαμε – πλάσματα με επιθυμίες, δημιουργημένα για να έρθουμε σε κοινωνία με τον Θεό και τον πλησίον. Είναι μια ιστορία που μιλά για την αγάπη και τη δύναμη της αγάπης, όπως συμβαίνει με όλες τις σπουδαίες ιστορίες. Μακάρι η οσία Μαρία να προσεύχεται για όλους εμάς την περίοδο αυτή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ο καθένας μας αγωνίζεται το δικό του αγώνα αγάπης ελευθερίας, και μακάρι όλοι να μοιραστούμε λίγο από το ανυπέρβλητο θάρρος της.


Η Δρ. Πία Σοφία Τσόντχαρι είναι συγγραφέας του βιβλίου Η Δύναμις της Θεραπείας: Πατερική θεολογία και ψυχή.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.