Τι είναι προσευχή;

Μητροπολίτη Διοκλείας Κάλλιστου Γουέαρ

«Η εγκάρδια ευχαριστία θα πρέπει να έχει την πρώτη θέση στο προσευχητάριό μας. Στη συνέχεια θα πρέπει να βρίσκεται η εξομολόγηση και η γνήσια συντριβή της ψυχής και μετά η παράκλησή μας στον Βασιλιά του κόσμου». Αυτά γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ηγούμενος της Μονής του Όρους Σινά, τον 7ο αιώνα, στο κλασικό έργο του Η Κλίμαξ της θείας ανόδου. Δεν νομίζω ότι σκόπευε να θεσπίσει έναν άκαμπτο κανόνα, ο οποίος δεν θα επέτρεπε καμία εξαίρεση. Ο σκοπός του ήταν, αντίθετα, να προτείνει ένα συνηθισμένο πρότυπο, μια φυσιολογική αλληλουχία, που θα πρέπει να ακολουθούμε όταν προσευχόμαστε. Ευχαριστία, μετάνοια, παράκληση: αυτή είναι η βασική και πρωταρχική σειρά που θα πρέπει να έχουμε κατά νου.

Πολλοί θεωρούν ότι προσευχή σημαίνει ουσιαστικά να ζητάμε κάτι από τον Θεό, να φέρνουμε ενώπιόν Του την αγωνία και τις ανάγκες τόσο των άλλων όσο και τις δικές μας. Ορισμένοι, επίσης, από εμάς μπορεί να νομίζουν ότι η προσευχή οφείλει να ξεκινά με μια πράξη μετάνοιας. Αυτή, ωστόσο, δεν είναι η προοπτική που υιοθετεί ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Αντίθετα, προτού φέρουμε ενώπιον του Χριστού τον πόνο και την οδύνη του κόσμου, και πριν στραφούμε προς την δική μας ασχήμια και τις αποτυχίες μας, θα πρέπει να κοιτάξουμε προς τα πάνω να δούμε την ομορφιά και τη δόξα του Θεού. Πολύ συχνά η προσευχή μας μπορεί να λάβει τη μορφή γογγυσμού ενώπιον του Θεού, διαμαρτυρίας ή και έκφρασης λύπης. Αλλά αυτή, όπως μας διαβεβαιώνει ο άγιος Ιωάννης, δεν είναι αληθινή προσευχή.

Έχει ενδιαφέρον ότι στη Θεία Λειτουργία δεν ξεκινάμε με μία πράξη μετάνοιας αλλά με μία διακήρυξη της κυριαρχίας της Αγίας Τριάδας: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἰοῦ καί τοῦ ἀγίου Πνεύματος». Μόνον αφού ρίξουμε μία γρήγορη ματιά στην ουράνια βασιλεία, βρισκόμαστε σε θέση να μετανοήσουμε όπως πρέπει. Στην προσευχή θα πρέπει να ξεκινούμε όχι με τις δικές μας ανάγκες αλλά με τη θεία πληρότητα. Η ίδια προτεραιότητα εμφανίζεται και στις καθημερινές προσευχές, που λέμε στο σπίτι κάθε πρωί και βράδυ. Μετά την εναρκτήρια επίκληση «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἰοῦ καί τοῦ ἀγίου Πνεύματος», είθισται να συνεχίζουμε λέγοντας «Δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι». Η ευχαριστιακή δοξολογία είναι το σημείο από όπου ξεκινάμε. Όπως έλεγε κι ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, «Η προσευχή είναι μία κατάσταση συνεχούς ευγνωμοσύνης».

Αυτό το μοντέλο προσευχής, όπου η ευχαριστία και η δοξολογία κατέχουν πρωταρχική θέση, βρίσκεται επίσης και στον ημερήσιο κύκλο της λειτουργικής προσευχής. Σύμφωνα με την αρχαία εβραϊκή κατανόηση του χρόνου, την οποία ακολουθεί ως σήμερα η Εκκλησία, η καινούργια ημέρα ξεκινά όχι τα μεσάνυχτα ή την αυγή αλλά από το βράδυ. Αυτός είναι ο λόγος, όπου στην περιγραφή της δημιουργίας του κόσμου στο βιβλίο της Γένεσης λέγεται «καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία» (Γεν. 1:5): το βράδυ έρχεται πριν το πρωί. Με τον τρόπο αυτό, ο Εσπερινός δεν είναι η καταληκτική αλλά η εναρκτήρια ακολουθία της ημέρας, δεν είναι επίλογος αλλά πρόλογος. Πώς αρχίζει, λοιπόν, ο καθημερινός κύκλος της λειτουργικής προσευχής;

Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, εκτός από την εβδομάδα μετά το Πάσχα, αρχίζει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, με την ανάγνωση ή τη ψαλμωδία του Ψαλμού 103. Πρόκειται για έναν ύμνο δοξολογίας για την ποικιλία και το θαύμα της κτιστής τάξης: «Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου … ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας!» (103:1, 24). Σύμφωνα με τα λόγια του π. Αλέξανδρου Σμέμαν, ο Εσπερινός «ξεκινάει από την αρχή, δηλαδή με την εκ νέου ανακάλυψη, με λατρεία και ευχαριστία, του κόσμου ως δημιουργίας του Θεού. Η Εκκλησία μας πηγαίνει, κατά κάποιο τρόπο, σε εκείνο το πρώτο δειλινό, όπου ο άνθρωπος, αφού κλήθηκε στη ζωή από τον Θεό, άνοιξε τα μάτια του και είδε τι του πρόσφερε εν αγάπη ο Θεός, είδε όλη την ομορφιά, όλη τη δόξα του ναού όπου στεκόταν, και πρόσφερε ευχαριστία στον Θεό. Και, τη στιγμή αυτή της ευχαριστίας, έγινε ο εαυτός του … Και εάν η Εκκλησία υπάρχει εν Χριστώ, η αρχική της πράξη είναι πάντα αυτή η ίδια πράξη ευχαριστίας, της επιστροφής του κόσμου στον Θεό».

Έχοντας λοιπόν εκφράσει τη χαρούμενη ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεό, μπορούμε στη συνέχεια να στραφούμε στο δεύτερο στάδιο της προσευχής μας, «την ομολογία και τη γνήσια συντριβή της ψυχής», όπως το θέτει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Αλλά τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο μετάνοια; Σίγουρα δεν είναι μόνο ένα αίσθημα τύψεων και θλίψης, ή αποστροφής απέναντι στην αμαρτωλότητά μας. Όχι. Πρόκειται, σύμφωνα με τα λόγια ενός κειμένου του δεύτερου αιώνα, του Ποιμένος του Ερμά, για «μία μεγάλη κατανόηση». Είναι ουσιαστικά κάτι θετικό, όχι αρνητικό. Η κυριολεκτική έννοια της ελληνικής λέξης μετάνοια, είναι η «μεταβολή του νου, αλλαγή νοοτροπίας». Μετάνοια είναι ένας νέος και θετικός τρόπος να κοιτάζει κανείς τον Θεό, τους συνανθρώπους του και τον εαυτό του. Δεν είναι μόνο μια αναπόληση με θλίψη, αλλά κυρίως μια προσδοκία του μέλλοντος με ελπίδα. Είναι η αναγνώριση, όχι μόνο αυτού που αποτύχαμε να γίνουμε, αλλά και εκείνου που με τη χάρη του Θεού μπορούμε να πετύχουμε. Ο απόστολος Παύλος συνοψίζει την ουσία της μετάνοιας όταν λέει: «ἑν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλ 3: 13-14).

Όπως σημειώνει ο ορθόδοξος συγγραφέας Τίτο Κόλλιαντερ, «έχουμε δημιουργηθεί για την προσευχή, όπως ακριβώς δημιουργηθήκαμε για να μιλάμε και να σκεφτόμαστε». Η προσευχή είναι η αληθινή μας φύση. Χωρίς προσευχή δεν είμαστε πραγματικά άνθρωποι. Αυτός είναι ο λόγος που ο απόστολος Παύλος έλεγε «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5:17). Με την προτροπή αυτή δεν εννοούσε ότι θα πρέπει να λέμε προσευχές όλη την ώρα, καθώς κάτι τέτοιο είναι στην πραγματικότητα αδύνατο. Κάποιες στιγμές χρειάζεται να στρέψουμε την προσοχή μας και σε άλλα πράγματα. Αλλά είχε κατά νου την προσευχή ως έναν εννοούμενο προσανατολισμό, μία κρυμμένη διάσταση ή ένα ιδανικό, που διαπερνά όλα όσα κάνουμε. Όπως παρατηρεί ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, οι άγιοι ακόμη και όταν κοιμούνται δεν παύουν να προσεύχονται, γιατί το Άγιο Πνεύμα προσεύχεται πάντοτε μαζί τους. Αυτό, όντως, είναι εκείνο που πραγματικά χρειάζεται ο κόσμος: όχι απλά ανθρώπους που λένε πότε πότε προσευχές, αλλά ανθρώπους που είναι οι ίδιοι μια διαρκής προσευχή, ζωντανές φλόγες προσευχής. Τέτοιοι άνθρωποι μεταμορφώνουν τον κόσμο. «Αποκτήστε την εσωτερική ειρήνη», επιμένει ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, «και χιλιάδες γύρω σας θα βρουν τη σωτηρία τους».

Επιτρέψτε μου να τελειώσω με μια ιστορία που συνοψίζει την ουσία της προσευχής πληρέστερα από την τριπλή διάκριση με την οποία άρχισα. Όταν ήμουν παιδί, άκουσα ένα κήρυγμα που αναφερόταν σε ένα περιστατικό που συνέβη, πιστεύω τουλάχιστον, στη ζωή του «Εφημέριου της Αρ», αν και ο ιεροκήρυκας δεν ανέφερε το όνομά του. Υπήρχε κάποιος ηλικιωμένος που περνούσε αρκετές ώρες κάθε μέρα στην εκκλησία. «Τι κάνεις όλο αυτό το διάστημα εκεί;» τον ρωτούσαν οι φίλοι του. «Προσεύχομαι», απαντούσε. «Προσεύχεσαι!», αναφώνησαν εκείνοι. «Θα πρέπει να έχεις πάρα πολλά πράγματα να ζητήσεις από τον Θεό». Με ευγένεια, ο ηλικιωμένος άνδρας τους απάντησε: «Δεν ζητώ τίποτα από τον Θεό». «Τότε τι κάνεις, λοιπόν;» τον ρώτησαν. Εκείνος απάντησε: «Απλώς κάθομαι και κοιτάω τον Θεό, και ο Θεός κάθεται και με κοιτάζει».

Όταν ήμουν δώδεκα ετών, θεώρησα η ιστορία αυτή ήταν μία θαυμάσια περιγραφή της προσευχής. Σήμερα, εβδομήντα τρία χρόνια αργότερα, εξακολουθώ να πιστεύω το ίδιο. Η προσευχή δεν είναι ένα αίτημα αλλά μια σχέση.


Ο Σεβασμιώτατος Κάλλιστος Γουέαρ είναι Άγγλος θεολόγος, τιτουλάριος Μητροπολίτης Διοκλείας και πρώην αναπληρωτής καθηγητής στην έδρα Ανατολικών Θρησκειών του ιδρύματος Σπόλντιν του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.