Οι θρήνοι της Μεγάλης Παρασκευής και η καθολική σωτηρία

Τζωρτζ Δημακόπουλος (George Demacopoulos)

Είναι εντυπωσιακό, πόσοι στίχοι του κεντρικού τμήματος της ακολουθίας που συγκεντρώνει τους περισσότερους πιστούς στην Ορθόδοξη Εκκλησία διατείνονται πως το πάθος, ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού παρέχουν σωτηρία σε όλους. Ναι, σε όλους. Εάν η υμνογραφία αντικατοπτρίζει τις προσευχές και τη σκέψη της κοινότητας, τι προσθέτει αυτό στη υπερχιλιετή συζήτηση για την καθολική σωτηρία;

Τεχνικά μιλώντας, η ακολουθία που επιτελείται το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, και η οποία περιλαμβάνει τον Επιτάφιο Θρήνο, είναι η Ακολουθία του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, που έχει μεταφερθεί στο βράδυ της Παρασκευής για πρακτικούς λόγους. Ο Επιτάφιος θρήνος, όπως εμφανίζεται στο βιβλίο του Τριωδίου, αποτελείται από 185 συνολικά σύντομους αυτοτελείς ύμνους, τα Εγκώμια, ανάμεσα στα οποία παρεμβάλλονται στίχοι από τον Ψαλμό 118 (119), τον μακροσκελέστερο από τους Ψαλμούς. Τα Εγκώμια χωρίζονται σε τρεις ενότητες, τρεις Στάσεις. Στις περισσότερες ενορίες δεν ψάλλονται όλα αλλά κάποιες επιλογές. Ενώ τα Εγκώμια αντικατοπτρίζουν πιθανώς πολύ παλαιότερες θεολογικές ιδέες, αξίζει να σημειωθεί ότι η ακολουθία, όπως όλες οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, αναπτύχθηκε μετά την πτώση του Βυζαντίου.

Τα Εγκώμια περιέχουν δεκάδες εδάφια που υποστηρίζουν αυτό που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε καλύτερα ως επιβεβαίωση της καθολικής σωτηρίας, διότι επανειλημμένα θεωρούν ότι το πάθος, ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού παρέχουν σωτηρία σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Σύμφωνα με το ποιητικό τους κείμενο, η θυσία του Χριστού «ξύπνησε τους νεκρούς σαν από ύπνο, και σκόρπισε τα σκοτάδια του Άδη» («[…]  νεκροὺς ὥσπερ ἐξ ὕπνου ἐξήγειρας, ἐκδιώξας ἅπαν, τὸ ἐν τῷ ᾅδῃ σκότος»). Τραγουδώντας απευθείας προς τον Χριστό, η εκκλησία δηλώνει: «Ὕπνωσας μικρόν, καὶ ἐζώωσας τοὺς τεθνεῶτας, καὶ ἐξαναστὰς ἐξανέστησας, τοὺς ὑπνοῦντας ἐξ αἰῶνος, Ἀγαθέ» και «τὴν πλευράν σου δὲ νυγεὶς τὴν ζωήῤῥητον, πᾶσιν ἄφεσιν πηγάζεις Ἰησοῦ». Αλλού, ο ύμνος ενισχύει το ενδεχόμενο της καθολικής σωτηρίας, χρησιμοποιώντας το λογοτεχνικό σχήμα της προσωποποίησης, έτσι ώστε το εκκλησίασμα να μπορεί να εκφράσει λεκτικά τι έχασε ο ίδιος ο Άδης με τη νίκη του Χριστού: « Ἔφριξεν ὁρῶν, Σῶτερ, ᾋδης σε τὸν ζωοδότην, πλοῦτον τὸν ἐκείνου σκυλεύοντα, καὶ τοὺς ἀπ’ αἰῶνος, νεκροὺς ἐξανιστῶντα». Και, κοντά στο τέλος της Δεύτερης Στάσης, η Εκκλησία υπερηφανεύεται: «Μέγα καί, φρικτὺν, Σῶτερ θέαμα νῦν καθορᾶται! ὁ ζωῆς γὰρ θέλων παραίτιος, θάνατον ὑπέστη, ζωῶσαι θέλων πάντας».

Ενώ η Πρώτη και η Δεύτερη Στάση δεν αφήνουν πουθενά να εννοηθεί ότι υπάρχουν και άνθρωποι που είναι καταραμένοι, η Τρίτη Στάση το κάνει. Τρία από τα 45 Εγκώμια αυτής της ενότητας υποδηλώνουν ότι «ὁ δόλιος Ἰούδας» δεν είναι μπορεί να σωθεί. Το κείμενο δηλώνει ότι «αἰχμάλωτος κατέστη», «πρὸς τὸν πυθμένα ᾅδου, κατήχθη ὁ προδότης, διαφθορᾶς εἰς φρέαρ». Το μεσαίο τμήμα της Τρίτης Στάσης περιέχει επίσης διαδοχικούς στίχους που επεκτείνουν την τιμωρία του Ιούδα σε εκείνους τους Εβραίους ηγέτες που συνωμότησαν μαζί του: «Συναπολοῦνται πάντες, οἱ σταυρωταί σου Λόγε, Υἱὲ Θεοῦ παντάναξ».

Πώς καταλαβαίνουμε την προφανή αντίφαση μεταξύ των πολλών στίχων που κάνουν και των λίγων στίχων που δεν συνεπάγονται καθολική σωτηρία;

Πρώτον, πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά τη χρήση της γραμματικής στους σχετικούς στίχους. Αυτό που αξίζει να σημειωθεί εν προκειμένω είναι ότι οι στίχοι που υποστηρίζουν την ιδέα της καθολικής σωτηρίας χρησιμοποιούν μια χρονική οπτική στην οποία έχει ήδη συμβεί η ανάσταση· η ανθρωπότητα έχει ήδη ελευθερωθεί, ο θάνατος έχει ήδη καταστραφεί. Με άλλα λόγια, παρόλο που είναι μόνο Μεγάλη Παρασκευή (και όχι η κυριακάτικη λειτουργία της Ανάστασης), για αυτά τα συγκεκριμένα εδάφια το εκκλησίασμα ψάλλει γνωρίζοντας ότι η Ανάσταση έχει ήδη συμβεί, όλοι έχουν ήδη σωθεί. Ναι, η κοινότητα θρηνεί τα πάθη και τον θάνατο του Χριστού, αλλά αρχίζει επίσης να χαίρεται με τη γνώση ότι η θυσία του Χριστού φέρνει σωτηρία. Παραδόξως, στο μεσαίο τμήμα της Τρίτης Στάσης, αυτή η χρονική οπτική γυρίζει πίσω στη φάση όπου η Ανάσταση δεν έχει συμβεί ακόμη. Εδώ, η Εκκλησία παρακαλεί τον Χριστό να προσφερθεί σωτηρία, να καταστεί δυνατή η Ανάσταση. Μιλώντας γραμματικά, σε αυτό το τμήμα των Εγκωμίων, το εκκλησίασμα μιλά από τη προοπτική της μελλοντικής σωτηρίας, αφού η Ανάσταση είναι μόνο μια πιθανότητα, και όχι ιστορικό γεγονός επειδή. Αυτός είναι ο λόγος που ο Ιούδας και εκείνοι που συνωμοτούν μαζί του παρουσιάζονται ως τιμωρούμενοι για την αμαρτία τους. Αντίθετα, τα άλλα τμήματα του ύμνου αντικατοπτρίζουν τη χρονική οπτική της παρούσας Εκκλησίας, που βρίσκεται μετά την Ανάσταση.

Ένας άλλος τρόπος για να κατανοήσουμε την αντιπαράθεση της τιμωρίας του Ιούδα στην Τρίτη Στάση με την υποδηλούμενη καθολικότητα στα υπόλοιπα Εγκώμια, είναι να κοιτάξουμε τον τρόπο με τον οποίο άλλοι ύμνοι στον κύκλο της Σαρακοστής επικαλούνται βιβλικούς αμαρτωλούς, ως μέσο για να ελέγξουν οι Χριστιανοί τις δικές τους αδυναμίες. Για παράδειγμα, στις πρώτες εβδομάδες της Σαρακοστής, οι ύμνοι των Όρθρων συχνά παρουσιάζουν το εκκλησίασμα ως άσωτο γιο. Τα μέλη της Εκκλησίας δεν ψάλλουν για τον άσωτο σαν να πρόκειται για κάποιον τρίτο που τον παρατηρούν από μακριά, ψάλλουν σαν να έχουν οι ίδιοι συμπεριφερθεί όπως ο άσωτος και σαν να οφείλουν, ως άτομα, να συνέλθουν και να επιστρέψουν στον Πατέρα. Ομοίως, τα Εγκώμια μας καλούν να κατανοήσουμε τον Ιούδα σαν αντιπρόσωπο του εαυτού μας. Η φυλάκισή του στον Άδη είναι ένα μέσο που μας θυμίζει τη μοίρα που μας αξίζει· αλλά, ευτυχώς, αυτή είναι μια μοίρα που παραμερίζεται από την Ανάσταση. Με άλλα λόγια, η αντινομία μεταξύ αυτών των στίχων που περιγράφουν το μαρτύριο του Ιούδα (και των συνεργατών του) και των στίχων που υποδηλώνουν την καθολική σωτηρία είναι μια σκόπιμη, ποιητική εξισορρόπηση της υποχρέωσης του ατόμου να αντιμετωπίσει την προσωπική του αμαρτία και της επιβεβαίωσης της κοινότητας ότι ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού ενεργοποιούν τη σωτηρία για όλους.

Σίγουρα, τα Εγκώμια αντιπροσωπεύουν μόνο ένα από τα πολλά δεδομένα για τη θέση της καθολικής σωτηρίας στην Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι στίχοι αυτοί προσφέρουν μια συναρπαστική μαρτυρία σε μια ποιητική και τελετουργική ελπίδα ότι όλοι θα μπορούσαν να σωθούν.


Ο Τζωρτζ Δημακόπουλος είναι καθηγητής στην έδρα Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών «π. Ιωάννης Μέγιεντορφ και Οικογένεια Πάτερσον» και Συν-Διευθυντής του Ορθόδοξου Κέντρου Χριστιανικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Φόρντχαμ.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.