Τι είναι η πραγματικά ελεύθερη βούληση;
Πρώτο μέρος μιας «ενδιάμεσης έκθεσης» για το βιβλίο Ότι όλοι θα σωθούν

David Bentley Hart

Ας εξηγηθώ από την αρχή. Έχω αρχίσει να προετοιμάζω ένα είδος «ενδιάμεσης έκθεσης» για το πρόσφατο βιβλίο μου Ότι όλοι θα σωθούν, καθώς προετοιμάζομαι για μια σειρά εκδηλώσεις και εν όψει μιας πιθανής δεύτερης εκδοχής του κειμένου. Οι υπεύθυνοι της Δημόσιας Ορθοδοξίας είχαν την καλοσύνη να μου δώσουν χώρο προκειμένου να παρουσιάσω μερικές πτυχές αυτής της έκθεσης, ελπίζοντας ότι αυτό βοηθά την τελειοποίηση της. Μεγάλο μέρος της έκθεσης αποτελεί ένα είδος πλάνου την συνολικής μου σκέψης. Γράφοντας το βιβλίο, δεν είχα εκτιμήσει σωστά πόσο βαθιά είναι, κάποιοι από μας, προσκολλημένοι συναισθηματικά στην ιδέα μιας κόλασης με αιώνια  βασανιστήρια για τους αμελείς και τους αφώτιστους. Έτσι, δεν είχα φανταστεί ότι το τελικό αποτέλεσμα θα προκαλούσε κριτικές τόσο εντυπωσιακά άσχετες με την πραγματική σκέψη μου, που θα με ανάγκαζαν να εξηγώ εξαρχής και κατ’ επανάληψη την βασική δομή του βιβλίου. Κι όμως, δυστυχώς αυτό συνέβη.

Αν πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, βεβαίως, ένα ταξίδι πηγαίνει από την αρχή προς το τέλος του. Θα ήθελα, ωστόσο, να κάνω ένα άλμα μπροστά. Το βιβλίο μου περιστρέφεται γύρω από πέντε-έξι θέματα, το τελευταίο από τα οποία αφορά στη φύση της ανθρώπινης ελευθερίας, προσπαθώντας να αποδείξει ότι το ενδεχόμενο της αιώνιας κόλασης σχετίζεται με αυτή την ελευθερία. Αυτό το τμήμα της σκέψης μου αποδείχθηκε το πιο δυσνόητο για ορισμένους αναγνώστες, και γι αυτό θέλω να ρίξω σ’ αυτό περισσότερο βάρος απ’ ό,τι στα υπόλοιπα. Έτσι, είναι αυτό από το οποίο θα ξεκινήσω.

Ανάμεσα στις πιο περίεργες αντιδράσεις σε αυτήν την πτυχή του βιβλίου μου ήταν και η πρόταση ότι έχω τροποποιήσει κάπως την έννοια της ελευθερίας. Μια άλλη ήταν η κατηγορία ότι υποστηρίζω κάποια μορφή καθολικού ντετερμινισμού. Ένας κριτικός περιέγραψε την άποψή μου ως μια μορφή «συμβατισμού» (βλ. παρακάτω), έναν όρο που έχει ένα σωρό προβλήματα. Στην πραγματικότητα, όμως, το επιχείρημά μου στο θέμα αυτό δεν είναι παρά μια αναδιατύπωση, και μάλιστα αρκετά άμεση, αυτού που λέει ο Χριστός στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο: «Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας» (8:34), αλλά και ότι «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (8:32).

Ξεκάθαρα, απορρίπτω κάθε απλοϊκό σύγχρονο φιλελεύθερο μοντέλο ελευθερίας –την ιδέα, δηλαδή, ότι η θέληση είναι ελεύθερη στο βαθμό που μπορεί να θέσει αυθόρμητα οποιοδήποτε στόχο για τον εαυτό της, χωρίς κανένα προγενέστερο ή γενικότερο κίνητρο ή σκεπτικό– αλλά, μόνον, επειδή ένα τέτοιο μοντέλο είναι φανερά παράλογο. Ξεκινώντας από την υπόθεση ότι η έλλογη ελευθερία και η ελευθερία βούλησης υπάρχουν πραγματικά, καταλήγω κατά φυσικό τρόπο στο συμπέρασμα ότι η στήριξη της ιδέας της αιώνιας κόλασης στη βάση της «ελεύθερης βούλησης» συνιστά μια λογική ασυναρτησία. Χωρίς να συνιστά κάποια περίεργη αναθεώρηση του τρόπου που κατανοούμε την ελευθερία, η σκέψη μου αρθρώνεται πιστά προς την κλασική και την χριστιανική παράδοση, καθώς και προς κάθε συνεκτική περιγραφή της ελεύθερης βούλησης, από τον Πλάτωνα έως την Ίρις Μέρντοχ. Δηλαδή, ορίζω την τέλεια ελευθερία ως την απρόσκοπτη πραγματοποίηση μιας έλλογης φύσης, με σκοπό που την εκπληρώνει ως έλλογη. Υποθέτω επίσης ότι, για πεπερασμένες διάνοιες, μια τέτοια ελευθερία περιλαμβάνει μια στοχαστική ικανότητα επιλογής μεταξύ διαφορετικών σειρών ενεργειών. Το μόνο που απορρίπτω είναι δύο λογικά αντικρουόμενες έννοιες: ότι μπορεί να υπάρχει έλλογη ελευθερία που δεν ενεργοποιείται αρχικώς από μια «υπερβατική» τελική αιτία, και ότι η ελευθερία μπορεί να υπάρχει, όπως κι αν είναι, μόνο σε άμεση αναλογία με τη έλλογη επάρκεια του δρώντος υποκειμένου.

Επομένως, είναι κάπως παραπλανητικό να χαρακτηρίζει κανείς τη δική μου άποψη για την ελεύθερη βούληση ως «συμβατιστική» (εκτός κι αν προσθέσει κάποιους πολύ ακριβείς ορισμούς). Ο Ντάνιελ Ντένετ, για παράδειγμα, είναι ένας γνήσιος συμβατιστής με την καλύτερη σύγχρονη αναλυτική έννοια: δηλαδή, ενώ είναι φυσιοκράτης ντετερμινιστής όσον αφορά στις ανθρώπινες ενέργειες, πιστεύει επίσης ότι, στο επίπεδο των εμπειρικών συνεπειών, η φανερή πολυπλοκότητα της φυσικής αλυσίδας αιτιάσεων που παράγει τις ανθρώπινες ενέργειες μπορεί επίσης να περιγραφεί ως ελεύθερη επιλογή. Δηλαδή, πιστεύει ότι υπάρχουν δύο πολύ διαφορετικοί, αλλά συμβατοί μεταξύ τους τρόποι περιγραφής της κάθε εμπειρικής πραγματικότητας: ο ένας τυφλά «μηχανικός», ο άλλος εσκεμμένα «εμπρόθετος». Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι βέβαιος ότι αυτή η εμπειρική πραγματικότητα μπορεί καταρχήν να περιοριστεί, χωρίς απώλειες, σε αμιγώς εμπειρικές φυσικές δυνάμεις, οι οποίες απλά μοιάζουν εμπρόθετες. Υπάρχουν δύο διαφορετικά επίπεδα αναφοράς, αλλά όχι δύο διαφορετικά επίπεδα λειτουργίας. Για τον Ντένετ, κάθε «ελεύθερη» πράξη είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει από μια αλληλουχία αναρίθμητων μικρών, ανεπίγνωστων, υλικών αιτιών. Με τον ίδιο τρόπο, ο ίδιος δέχεται ότι κάποιος μπορεί να πει ότι έχει «ψυχή», αλλά μονάχα στον βαθμό που κατανοεί ότι αυτή η ψυχή αποτελείται από εκατομμύρια μικροσκοπικά ρομπότ. Εγώ πιστεύω ακριβώς το αντίθετο: ότι η βούληση ενεργεί πράγματι εμπρόθετα, προς ένα τέλος που λειτουργεί πάνω της ως πραγματική τελική αιτία της έλλογης ελευθερίας. Αντί να πιστεύω ότι η βούληση καθορίζεται εμπειρικά και δεν έχει υπερβατική τελεολογία, θεωρώ ότι η βούληση είναι εμπειρικά απροσδιόριστη ακριβώς επειδή καθορίζεται υπερβατικά με στόχο ένα πραγματικά υπερβατικό τέλος· και, υπό την σκέπη αυτού του προσανατολισμού, ο νους και η βούληση είναι σε θέση να επιδιώκουν ελεύθερα τις διάφορες πεπερασμένες μορφές του αγαθού, επιλέγοντας ανάμεσα τους σαν να πραγματοποιούν διαφορετικές όψεις του Αγαθού αυτού καθεαυτού.

Τι είναι, λοιπόν, αυτό που κάνει κάποια επιλογή να είναι ελεύθερη; Κατά βάση, ένα τέλος, ένας σκοπός. Για να ενεργήσει κανείς ελεύθερα, θα πρέπει να συλλάβει μια πρόθεση ή ένα στόχο και στη συνέχεια να επιλέξει εάν θα τον επιδιώξει ή όχι. Αλλά για αυτήν την εμπρόθετη επιλογή –αυτή την τελική αιτιότητα– η λειτουργία της βούλησης δεν θα ήταν παρά ένα ζωικό γεγονός, που καθορίζεται εξ ολοκλήρου απ’ ό,τι φυσικώς προηγήθηκε, και επομένως θα ήταν «ελεύθερη» μόνο με την έννοια του «τυχαίου», όπως ένας σεισμός ή μια καθαρά νευρική αντίδραση. Για να είμαστε ελεύθεροι, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να επιλέξουμε αυτό και όχι το άλλο, σύμφωνα με μια πραγματική αίσθηση αυτού που ικανοποιεί καλύτερα τη φυσική λαχτάρα μας, ας πούμε, για την ευτυχία ή την καλοσύνη, για την αλήθεια ή την ομορφιά. Εκείνο που επιτρέπει σε κάποιον να επιλέξει μεταξύ διαφορετικών πιθανών στόχων στη διαδικασία της έλλογης βούλησης είναι ένας διανοητικός προσανατολισμός προς κάποια έλλογη ομάδα αποτελεσμάτων, τα οποία είναι επιθυμητά από μόνα τους.

Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική εμπειρική ελευθερία παρά μόνο κάτω από τη σκέπη ενός προϋπάρχοντος υπερβατικού ντετερμινισμού. Πρέπει να υπάρχει ένα «γιατί» σε οποιαδήποτε ελεύθερη επιλογή, ένας επαρκής λόγος για την πραγματοποίηση της. Το αποδεικνύουμε αυτό κάθε φορά που επιλέγουμε για μεσημεριανό μια σαλάτα και όχι ένα πιάτο με σπασμένα γυαλιά. Λαχταρώ ένα συγκεκριμένο έργο τέχνης, ας πούμε, επειδή έχω μια βαθύτερη και γνησιότερη λαχτάρα για την ομορφιά, την οποία το έργο αυτό μπορεί εν μέρει να ικανοποιήσει· και αυτός ο τελικός ορίζοντας της επιθυμίας, μου δίνει ένα πλαίσιο αξιολόγησης, κρίσης και επιλογής. Δεν χρειάζεται καν να θέσουμε την οντολογική πραγματικότητα αυτών των υπερβατικών σκοπών για να το επιβεβαιώσουμε αυτό (αν και, φυσικά, οι χριστιανοί είναι υποχρεωμένοι να πιστεύουν στην πραγματικότητα της Αλήθειας και της Αγαθότητας και ούτω καθεξής). Χρειάζεται μόνο να αναγνωρίσουμε ότι ένας τέτοιος προσανατολισμός είναι η απαραίτητη δομή της σκέψης και της βούλησης, και ότι κάθε πεπερασμένη χρήση της τελευταίας, στο βαθμό που είναι ελεύθερη, εξαρτάται από αυτήν την μετάθεση των συλλογισμών, προς σκοπούς πέρα ​από το εμπειρικό επίπεδο.

Αυτό με φέρνει και πάλι πίσω στο βιβλίο μου. Εκεί, το επιχείρημά μου δεν είναι ότι δεν μπορούμε να απορρίψουμε τον Θεό. Είναι ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε με τέλεια γνώση και τέλεια ελευθερία, και επομένως η υπεράσπιση της αιώνιας κόλασης «με βάση την ελεύθερη βούληση» στηρίζεται σε μια λογική μυθοπλασία. Η φανερή επιλογή από μόνη της δεν συνιστά ελευθερία. Όσο πιο παράλογη είναι μια επιλογή, τόσο λιγότερο ελεύθερη πρέπει να είναι· αλλά, όσα περισσότερα γνωρίζει κανείς, τόσο πιο λογικές γίνονται οι επιλογές του. Όμως τότε, όσο πιο ελεύθερος γίνεται κανείς, τόσο πιο αναπόφευκτες γίνονται και οι επιλογές που θα κάνει. Από μια άποψη, ένας τρελός έχει πολύ μεγαλύτερο φάσμα πραγματικών επιλογών από ό,τι ένας λογικός άνθρωπος, αλλά μόνο επειδή ο τρελός έχει πολύ λιγότερη ελευθερία. Ένας τρελός μπορεί να επιλέξει να μπει μέσα σε ένα φλεγόμενο κτίριο παρορμητικά, για να δει πώς είναι να πεθαίνεις μέσα στις φλόγες· ένας λογικός άνθρωπος, επειδή μπορεί να σχηματίσει μια λογική κρίση για το τι μπορεί και τι όχι να ικανοποιήσει τη φύση του, στερείται μια τόσο ευρεία αίσθηση της «ελευθερίας».

Σκεφτείτε, για παράδειγμα, την κλασική ιστορία του Φρανκ Στόκτον «Η κυρία ή η τίγρης;»[1] Ένας όμορφος νεαρός αυλικός που είχε το θράσος να συνάψει σχέση με την κόρη του βασιλιά του, καταδικάζεται να αγωνιστεί στην αρένα, όπου υπάρχουν δυο πόρτες από τις οποίες πρέπει να διαλέξει ποια θα ανοίξει. Πίσω από τη μια πόρτα περιμένει μια άγρια ​​και πεινασμένη τίγρης, έτοιμη να τον καταβροχθίσει. Πίσω από την άλλη, υπάρχει μια όμορφη κοπέλα, έτοιμη να γίνει γυναίκα του. Αυτές είναι οι μόνες επιλογές που του παρέχονται, και βεβαίως δεν γνωρίζει τι υπάρχει πίσω από την κάθε πόρτα. Η βασιλοπούλα, ωστόσο, που παρακολουθεί από τον εξώστη, έχοντας ανακαλύψει ποια πόρτα οδηγεί σε ποιο αποτέλεσμα, κάνει στον αυλικό νοήματα να ανοίξει την πόρτα που βρίσκεται στα δεξιά του. Το ερώτημα που η ιστορία αφήνει αναπάντητο είναι εάν η βασιλοπούλα ζηλεύει, κι έτσι κατευθύνει τον εραστή της στο θάνατό του, ή αν έχει ενδώσει στην αγάπη της για αυτόν και τον βοηθά να ζήσει, έστω και στην αγκαλιά μιας άλλης γυναίκας. Αλλά θα μπορούσαμε να απλοποιήσουμε λίγο την ιστορία.

Ας πούμε ότι ο νεαρός αυλικός, χωρίς κανείς να τον καθοδηγήσει, διαθέτει μια επιλογή ανάμεσα σε μια πόρτα, πίσω από την οποία η τίγρης βρίσκεται κουλουριασμένη, και μια άλλη, πίσω από την οποία περιμένει το κορίτσι των ονείρων του (ας πούμε, η ίδια η βασιλοπούλα). Πρώτα απ’ όλα, ποια πόρτα θα ’πρεπε να θέλει να ανοίξει; Εάν είναι λογικός, αν «είναι στα καλά του», προφανώς τη δεύτερη. Φαντάζομαι πως συμφωνούμε, ότι μια προϋπόθεση που του επιτρέπει να λάβει μια πραγματικά ελεύθερη απόφαση, υπό αυτές τις συνθήκες, είναι ότι δεν πάσχει από κάποιο είδος άνοιας που θα τον καθιστούσε ανίκανο να κρίνει τι είναι καλύτερο: να τον κομματιάσει ένα άγριο θηρίο ή να παντρευτεί την αγαπημένη του. Αλλά αυτό σημαίνει ότι η ελευθερία του –η απελευθέρωση του από την πλάνη, δηλαδή– έχει ήδη περιορίσει το εύρος των πιθανών προτιμήσεών του προς ένα από τα δύο αποτελέσματα.

Δεύτερον, υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να κάνει μια πραγματικά ελεύθερη επιλογή ανάμεσα στις δύο πόρτες: Εάν βρίσκεται σε απόλυτη άγνοια σχετικά με το τι κρύβεται πίσω από κάθε πόρτα, έτσι ώστε οποιαδήποτε επιλογή κάνει τελικά θα είναι κυρίως αποτέλεσμα της τύχης, ή αν έχει κάποια κρυφή γνώση για το τι κρύβεται πίσω από την κάθε πόρτα, που θα μπορούσε ίσως να είχε αποσπάσει από κάποιον φίλο στο δικαστήριο, και που θα του επέτρεπε να επιλέξει με πλήρη λογική ελευθερία; Προφανώς, το τελευταίο. Όσα περισσότερα γνωρίζει, τόσο πιο ελεύθερος γίνεται. Τότε, λοιπόν, τόσο περισσότερο αναπόφευκτη γίνεται και η επιλογή που θα κάνει. Στην πραγματικότητα, αυτό που ακολουθεί δεν είναι σε καμιά περίπτωση «επιλογή»· είναι μια καθαρά ελεύθερη κίνηση της σκέψης και της θέλησης προς ένα ορθολογικά επιθυμητό στόχο. Έχει απελευθερωθεί από την ανάγκη να επιλέξει αυθαίρετα, κι έτσι έχει στραφεί προς έναν αναπόφευκτο στόχο από την πραγματικότητα της ίδιας του της ελευθερίας.

Είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς αυτές οι σκέψεις ισχύουν και για τον δημοφιλή αλλά τελικά άνευ περιεχομένου ισχυρισμό ότι η κόλαση θα μπορούσε να είναι η απόλυτα ελεύθερη επιλογή μιας έλλογης πνευματικής φύσης. Ένας τέτοιος ισχυρισμός, όσο και αν φαίνεται γοητευτικός, δεν μπορεί να αντέξει σε σοβαρή κριτική. Στον βαθμό που ένα έλλογο πλάσμα μπορεί να απορρίψει εκείνη τη μία υπερβατική πραγματικότητα, την μόνη που μπορεί να ικανοποιήσει τις βαθύτερες ανάγκες και επιθυμίες του, αυτό το πλάσμα είναι δέσμιο. Με τέτοιο τρόπο θα μπορούσε να συμπεριφερθεί ένα τραυματισμένο ή παραπλανημένο πρόσωπο, όχι όμως ένα πρόσωπο ελεύθερο. Το να διαλέξει κανείς ελεύθερα, λογικά και εμπρόθετα την αιώνια δυστυχία αντί για την ευδαιμονία, αποτελεί μορφή τρέλας. Το να ονομάζουμε την τρέλα αυτή ελευθερία, προκειμένου να καθησυχάσουμε τις συνειδήσεις μας και να συνεχίζουμε να είμαστε βολεμένοι με μια ηθικά παράλογη εικόνα της πραγματικότητας, ισοδυναμεί με ανοησία. Εξάλλου, υπάρχει μια βαθύτερη μεταφυσική λογική εδώ, που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Αποδεικνύεται, από οποιαδήποτε προσεκτική εξέταση του θέματος, ότι μόνο ο ίδιος ο Θεός –το άπειρο και υπερβατικό ον, η Αγαθότητα, η Αλήθεια και η Ομορφιά που είναι η πηγή και το τέλος κάθε πραγματικότητας– μπορεί να είναι η απαραίτητη «τελική αιτία» που κάνει την έλλογη ελευθερία δυνατή από λογικής άποψης. Επομένως, καμία απολύτως ελεύθερη βούληση δεν μπορεί να επιλέξει άλλον τελικό σκοπό εκτός από τον Θεό, και μια έλλογη φύση, όσο προσπαθεί να απορρίψει τον Θεό, απλώς πλανάται. Στην πραγματικότητα, μια απόπειρα τελικής απόρριψης είναι ό,τι σπουδαιότερο θα μπορούσε να επιτύχει ποτέ μια τέτοια φύση, καθώς η βαθύτερη πρωταρχική επιθυμία του πνεύματος για τον Θεό είναι ολόκληρη η ουσία της έλλογης βούλησής του. Ο Θεός –σε αντίθεση με οποιοδήποτε κτιστό πλάσμα– δεν θα μπορούσε ποτέ να εμφανίζεται σε μια πνευματική φύση απλά ως μία επιλογή μεταξύ πολλών, η οποία θα μπορούσε έτσι απλά να απορριφθεί. Αυτό που καθιστά δυνατή την εκλογή ή την απόρριψη εκ μέρους ενός πεπερασμένου δρώντος υποκειμένου είναι η διαρκής υπερβατική επιθυμία του για τον Θεό. Έτσι, ο ίδιος ο Θεός είναι ο υπερβατικός προσανατολισμός σε σχέση με τον οποίο κάθε απλός πεπερασμένος στόχος μπορεί να απορριφθεί, ώστε ακόμη και στην προσπάθεια απόρριψης του Θεού κάποιος εκφράζει τελικά μια ακόμα βαθύτερη επιθυμία για τον Θεό. Έτσι, όπως ακριβώς ο Θεός δεν μπορεί για κανένα λόγο να επιθυμήσει το κακό επειδή ακριβώς είναι απεριόριστα ελεύθερος, ούτε κι εμείς μπορούμε να επιθυμήσουμε το κακό με την απόλυτη έννοια, στο μέτρο που η άπειρη ελευθερία του είναι και η πηγή και το τέλος της δικής μας ελευθερίας. Τελικά, μόνον εν Θεώ είμαστε πραγματικά ελεύθεροι.


[1] Στα ελληνικά υπάρχει μόνο σε διασκευή για παιδιά, με τίτλο Το αίνιγμα της βασιλοπούλας, εκδ. Παπαδόπουλος, 1999. 


Ο David Bentley Hart είναι ορθόδοξος θεολόγος, πολιτιστικός σχολιαστής και συγγραφέας. Το βιβλίο του That All Shall Be Saved εκδόθηκε το 2019 από το Πανεπιστήμιο του Γιέιλ.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.