ΟΤΑΝ ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΣΕ ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΟΥΝ
Η θρησκευτική υλικότητα μετά το Τσερνόμπυλ

Έλενα Ρομάσκο (Elena Romashko)

Η πρώτη δημοσίευση αυτού του δοκίμιου (στα αγγλικά) συμπίπτει με την επέτειο της καταστροφής του Τσερνόμπυλ, το Σάββατο, 26 Απριλίου 1986.

Τον Μάρτιο του 2020, μας ζητήθηκε να εργαστούμε από το σπίτι λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πόσο γρήγορα η κατάσταση θα κλιμακώνονταν σε παγκόσμια απαγόρευση κυκλοφορίας. Κοιτώντας τον όμορφο, ζεστό καιρό, ο σύζυγός μου είπε: «Είναι δύσκολο να πιστέψω ότι το να είσαι έξω μπορεί να είναι επικίνδυνο· ο κόσμος γύρω μας μοιάζει ακριβώς όπως ήταν, σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα».

Τα λόγια του μου ξύπνησαν μια μνήμη που με συγκλόνισε: Η Σόνια, μία πληροφορήτρια μου στη Λευκορωσία, είχε πει το ίδιο για την καταστροφή του Τσερνόμπυλ. Μου είπε ότι της ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβει ότι όλη αυτή η οικεία ομορφιά μπορούσε να ενέχει κίνδυνο. Ο κόσμος της είχε αναποδογυριστεί, καθώς αυτά που συνήθως έφερναν τη ζωή έγιναν πηγή θανάσιμου κινδύνου: το νερό, η τροφή, το χώμα, ακόμη και τα ανθρώπινα σώματα. Η ακτινοβολία, όπως ακριβώς και ο ιός σήμερα, περιγραφόταν ως μια αφυπνισμένη αρχέγονη δύναμη, ένα αόρατο, αρχαίο κακό που ξαφνικά άρχισε να στοχεύει τους ανθρώπους για την ανευθυνότητα, την απληστία και την αλαζονεία τους.

Παρά τις αθεϊστικές σοβιετικές πολιτικές, κάποιοι κατέφυγαν σε μια άλλη αρχαία δύναμη, ελπίζοντας  για προστασία και θεραπεία: την Ορθόδοξη Χριστιανοσύνη. Μέσα στην αγωνία τους, πολλοί στράφηκαν στις εκκλησίες και τα λείψανα. Οι άνθρωποι ειδοποιήθηκαν από τους επιστήμονες να μην αγγίζουν τίποτα, συμπεριλαμβανομένων και των θρησκευτικών αντικειμένων, που ίσως εξέπεμπαν ακτινοβολία, αλλά αυτό δεν σταμάτησε τους πιστούς. Ούτε εμποδίζει τους ανθρώπους, σήμερα, να περιμένουν σε ουρές έξω από εκκλησίες για να φιλήσουν λείψανα και να συμμετάσχουν στην Ευχαριστία, παρά τον κίνδυνο της μόλυνσης και της εξάπλωσης του κορωνοϊού.

Και τα δυο αυτά τραγικά γεγονότα αποδεικνύουν ότι οι θρησκευτικές ανάγκες δεν μπορούν να εγκαταλειφθούν ή να σταματήσουν, ακόμη και όταν θεωρούνται επικίνδυνες ή ανεπιθύμητες. Επιπλέον, δείχνουν πώς η θρησκευτικότητα είναι κάτι περισσότερο από μια απλή διανοητική σχέση με τα δόγματα· είναι επίσης μια ανάγκη για σωματική συμμετοχή στη θρησκευτική ζωή. Μέσα από την έρευνά μου, έβλεπα ότι, παρόλο που συχνά παραβλέπεται, η ανταπόκριση των αισθήσεων σε αντικείμενα και ουσίες μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στον πυρήνα της επιθυμίας της θρησκευτικής ζωής.

Πάρτε, για παράδειγμα, τις θρησκευτικές αλλαγές που συνέβησαν μετά το Τσερνόμπυλ. Η καθημερινή ζωή άλλαξε δραματικά για τους εκτοπισθέντες· άλλαξαν οι χώροι, οι αποστάσεις, οι ήχοι και οι μυρωδιές. Πολλοί μετεγκαταστάθηκαν από τα αγροτικά σπίτια τους στα ψηλά κτήρια της πρωτεύουσας. Ήταν δύσκολο να αφήσουν πίσω τους συγγενείς, σπίτια, ζώα και κήπους, αλλά και τα κειμήλια που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν λόγω του κινδύνου της μόλυνσης. «Πήρα κρυφά την εικόνα που είχε η μητέρα μου και τις παραδοσιακές πετσέτες[1]. Δεν θα τολμούσα να τα αφήσω πίσω », μου εξομολογήθηκε η Σόνια.

Μου πήρε πολλές ώρες συνομιλιών με γυναίκες που είχαν εκτοπιστεί από μολυσμένες περιοχές ώσπου να αρχίσω να νιώθω καθαρά τη σύνδεση που είχαν με τα «πράγματα» που θεωρούσαν αναπόσπαστα από την πνευματικότητα και τον τρόπο που βίωναν την ζωή τους ως Ορθόδοξες. Λοιπόν, επιτρέψτε μου να πω ότι για κάθε ερευνητή, είναι άλλο πράγμα να καταλαβαίνει ότι οι πιστοί χρησιμοποιούν υλικά αντικείμενα ως εργαλεία για τα μυστήρια ή τις οικιακές προσευχές και εντελώς άλλο πράγμα να βλέπει με τα ίδια του τα μάτια πόσο πόνο προκαλεί στους ανθρώπους να εγκαταλείψουν αυτά τα «πράγματα», πόσο αναντικατάστατα είναι τα συγκεκριμένα θρησκευτικά αντικείμενα.

Μπορείτε να δείτε τη σημασία της υλικότητας το ίδιο καλά και με τον κορωνοϊό. Είναι δύσκολο για τους πιστούς να μην συγκεντρωθούν, όμως συχνά είναι ακόμη πιο δύσκολο να στερήσουν τις αισθήσεις τους από τις θρησκευτικές τους εκφράσεις, να μην αγγίξουν ή να μην φιλήσουν ο ένας τον άλλον, καθώς και να μην φιλήσουν τα λείψανα και τις εικόνες. Παρόλο που η μόλυνση του Τσερνόμπυλ έκανε τα υλικά αντικείμενα πηγή κινδύνου για δεκαετίες, οι άνθρωποι εξακολουθούν να μην εγκαταλείπουν αυτά τα πράγματα τους τόσο εύκολα. Προσπαθούν να ανακτήσουν αυτό που χάθηκε, με πραγματικό ή με συμβολικό τρόπο.

Ο Τόμας  Τουίντ έγραψε για τη θρησκεία ως μια διαδικασία τακτοποίησης. Αν ταξιδέψουμε για να εγκατασταθούμε σ’ έναν νέο τόπο, ο τρόπος με τον οποίο βάζουμε σε τάξη τα πράγματα στο καινούργιο σπίτι μετά το ταξίδι διαμορφώνεται από συγκεκριμένους θρησκευτικούς τρόπους σηματοδότησης του χώρου γύρω μας ως αρμόζοντα και κατάλληλου: Πιστεύουμε ότι αυτό είναι προκαθορισμένο για εμάς. Αυτό το «νοικοκύρεμα» είναι κατά κάποιο τρόπο μια πρακτική οργάνωσης νοηματοδοτημένων αντικείμενων γύρω μας, έτσι ώστε να αισθανόμαστε ριζωμένοι, συνδεμένοι και προστατευμένοι, να αισθανόμαστε συμβολικά «στο σπίτι». Όταν ορισμένα από τα σημαντικά αντικείμενα δεν είναι διαθέσιμα, βρίσκουμε διάφορα τεχνάσματα για να τα αναδημιουργήσουμε στο νέο περιβάλλον. Μετά την έκρηξη του Τσερνόμπυλ, μια ζώνη 30 χιλιομέτρων γύρω από τον αντιδραστήρα αποκλείστηκε. Πολλές εκκλησίες εγκαταλείφθηκαν, πολλά λείψανα χάθηκαν.

Όταν τα αντικείμενα έχουν χαθεί ή δεν είναι διαθέσιμα, ξαφνικά συνειδητοποιούμε ότι η θρησκευτική εμπειρία που είχαμε πριν δεν μπορεί να επαναληφθεί χωρίς αυτά. Σε μια τέτοια κρίση, τα πράγματα γίνονται «υπερβολικά εμφανή», για να χρησιμοποιήσουν τον όρο της Μπίργκιτ Μέγιερ· γίνονται το επίκεντρο της προσοχής μας. Ξαφνικά συνειδητοποιούμε ότι αυτά τα αντικείμενα βρίσκονται στο κέντρο της καθημερινής θρησκευτικής μας ζωής και παλεύουμε να ξαναδημιουργήσουμε αυτήν τη ζωή χωρίς αυτά.

Ακολουθώντας αυτήν την ανάγκη, μετά το Τσερνόμπυλ, ξεκίνησε η συνεργασία μεταξύ επιστημόνων και πιστών για τον καθαρισμό και τη μετακίνηση των θρησκευτικών κειμηλίων. Μετακινήθηκαν όχι μόνο μικροαντικείμενα όπως εικόνες, αλλά και ολόκληρα κτίρια, όπως η ξύλινη εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ που διαλύθηκε, καταγράφηκε με υπολογιστή ξύλο προς ξύλο και ξανακατασκευάστηκε στην πόλη Γόμιελ. Η ανάκτηση παλαιών πραγμάτων συμπληρώθηκε από την εμφάνιση νέων. Νέες εκκλησίες χτίστηκαν ως μνημόσυνο των θυμάτων του Τσερνόμπυλ, για να πουν την ιστορία της καταστροφής και για να προειδοποιήσουν τις μελλοντικές γενιές για τους κινδύνους των επιστημονικών εγχειρημάτων. Αυτές οι εκκλησίες φιλοδοξούν όχι μόνο να εντάξουν το Τσερνόμπυλ σε ένα επιστημονικό πλαίσιο, αλλά και να το ενσωματώσουν στη θρησκευτική κοσμοθεωρία και να προτείνουν πνευματικά μαθήματα που θα πρέπει να πάρει κανείς από την καταστροφή.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η εμφάνιση αγιογραφιών σχετικών με το Τσερνόμπυλ, που δημιουργήθηκαν με βάση τις εμπειρίες των πιστών της περιοχής. Φέρνουν εικόνες από την καταστροφή στη θρησκευτική εικονογραφία, σε μια ποικιλία συνθέσεων και στυλ. Αυτές οι αγιογραφίες αντιγράφονται, προσαρμόζονται και συχνά τροποποιούνται, ώστε να βρουν μια φόρμα που να ταιριάζει καλύτερα με το περιβάλλον και τις ανάγκες των κατά τόπους πιστών. Είναι κάτι περισσότερο από έργα τέχνης. Είναι τρόποι εργασίας πάνω στις τραυματικές εμπειρίες της καταστροφής και επικοινωνίας με τους άλλους πιστούς και με τον Θεό. Επιδιώκουν να εφοδιάσουν τους ανθρώπους για μια ζωή που μετά το Τσερνόμπυλ είναι γεμάτη προκλήσεις, όπως οι ασθένειες που σχετίζονται με την ακτινοβολία, οι αναπηρίες, η μετανάστευση, το κοινωνικό στίγμα και οι φόβοι για την τεκνοποιία.

Στις αποκρίσεις τόσο στο Τσερνόμπυλ όσο και στον κορωνοϊό, η ελπίδα για ανεύρεση θεραπείας και προστασίας μέσω θρησκευτικών χώρων και αντικειμένων συμβαδίζει με την ισχυρή πίστη ότι τα «πράγματα του Θεού» είναι αδύνατο να είναι βλαβερά. Το Τσερνόμπυλ έδειξε ότι τόσο οι άνθρωποι όσο και οι πεποιθήσεις αντέχουν· οι άνθρωποι βρίσκουν τρόπους να παρακάμψουν τον φυσικό κίνδυνο και προσαρμόζουν τις θρησκείες τους για να επιβιώσουν στον αλλαγμένο κόσμο. Ο Λεονάρντ Πριμιάνο  υπογραμμίζει ότι είναι σημαντικό να τονίσουμε «τη δύναμη των ατόμων και των κοινοτήτων να δημιουργήσουν και να ξαναδημιουργήσουν τη δική τους θρησκεία» όταν εξετάζουμε τη θρησκευτική παράδοση («Επίλογος: Εκφράσεις της θρησκευτικής λαϊκότητας: Αμφιβολία, δύναμη και δημιουργικότητα» , στο Μπόουμαν & Βαλκ (επ.), Η λαϊκή θρησκεία στην καθημερινή ζωή: Εκφράσεις πίστης, σσ. 382–394). Μετά από τρεις δεκαετίες αγώνα στο Τσερνόμπυλ, η τοπική καθημερινή θρησκευτικότητα διαμορφώνεται και ξαναχτίζεται συνεχώς, γεγονός που αποδεικνύει τη δύναμη της συνεχιζόμενης δημιουργικής αλλαγής μέσα στη Ρωσική Ορθόδοξη παράδοση και φανερώνει τους τρόπους με τους οποίους η υλικότητα είναι απαραίτητη στην βίωση της θρησκείας.


[1] Στη σλαβική παράδοση, συνηθίζεται οι εικόνες να τοποθετούνται στο σπιτικό εικονοστάσι καλυμμένες περιμετρικά με μακρόστενες, κεντητές πετσέτες.


Η Έλενα Ρομάσκο είναι υποψήφια διδάκτορας θρησκευτικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Γεωργίου Αυγούστου, στο Γκέτινγκεν της Γερμανίας. Έχει λάβει την υποτροφία ολοκλήρωση διατριβής 2020-2021 του τμήματος Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Φόρντχαμ.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.