ΦΙΜΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ

Μια συνέντευξη με τον Ρόντολιουμπ Κούμπατ (Rodoljub Kubat)

Μετά από μια κριτική τοποθέτησή του για το θέμα του κορωνοϊού, η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας απαγόρευσε στον π. Βουκάσιν Μιλίτσεβιτς, Επίκουρου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Βελιγραδίου, να μιλάει δημόσια. Σε αυτή τη συνέντευξη, ο συνάδελφός του, Ρόντολιουμπ Κούμπατ, ρίχνει φως στα παρασκήνια και τις εντάσεις που υπάρχουν στη Σχολή.

Αυτή η συνέντευξη δημοσιεύτηκε ήδη στα γερμανικά, στο ενημερωτικό δελτίο «Nachrichtendienst Östliche Kirchen».

1) Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Σερβίας απαγόρευσε στον καθηγητή π. Βουκασίν Μιλίτσεβιτς να απευθύνεται στο κοινό. Πώς έφτασε εκεί;

Επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω ότι η απαγόρευση να απευθυνόμαστε στο κοινό προήλθε από τον Πατριάρχη, ως αρμόδιο επίσκοπο. Ο Πατριάρχης είναι ταυτόχρονα και πρόεδρος της Συνόδου. Είναι χαρακτηριστικό, πως το επίσημο αίτημα απαγόρευσης του λόγου του Μιλίτσεβιτς προήλθε από την Μητρόπολη της Μπάτσκα, ο επίσκοπος της οποίας είναι επίσης μέλος της Συνόδου. Αυτό είναι ένα μόνο από τα μέτρα που έχουν λάβει οι εκκλησιαστικές αρχές κατά της Ορθόδοξης Θεολογικής Σχολής. Βέβαια, κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο, γιατί υπήρχαν ήδη εντάσεις μεταξύ της Σχολής και της ομάδας των επισκόπων που αποτελούν την πλειοψηφία στη Σύνοδο. Ο λόγος για αυτές τις εντάσεις είναι η δυσαρέσκεια των συγκεκριμένων επισκόπων απέναντι  στο γεγονός ότι στην Σχολή αναπτύσσεται ελεύθερη θεολογική σκέψη. Φυσικά, η ελεύθερη θεολογική σκέψη δεν είναι τίποτα συγκλονιστικό. Είναι απλώς μια πιο κριτική προσέγγιση στη θεολογία, την κοινωνία και την εκκλησιαστική ζωή γενικότερα. Αλλά προφανώς ακόμη και αυτό μοιάζει απειλητικό. Δημιουργείται η εντύπωση ότι η πλειοψηφία της Συνόδου προτιμά να βλέπει τη Σχολή ως Ανωτέρα Σχολή Κληρικών παρά ως Τμήμα Θεολογίας. Ένας αριθμός καθηγητών της Σχολής, όπως και κάποιοι επίσκοποι και ιερείς διαφωνούν με αυτό, όμως η αντίπαλη ομάδα έχει την πλειοψηφία στα θεσμικά όργανα της Εκκλησίας και χρησιμοποιεί αυτήν την ισχύ της για να επιβάλει την οπισθοδρομική αντίληψη της για το θέμα της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης.

Το πρόβλημα έγκειται κυρίως στον συγκεκριμένο τρόπο καταστολής της ελευθερίας του λόγου. Για παράδειγμα, η απόφαση που απαγορεύει στον π. Βουκάσιν Μιλίτσεβιτς να απευθύνεται στο κοινό και τον θέτει σε αργία ως ιερέα, κοινοποιήθηκε με πολύ αμφιλεγόμενο τρόπο. Δεν του ζητήθηκε καμία εξήγηση ή απολογία. Η αιτιολογία της απόφασης του Πατριάρχη αναφέρεται σε μια πατριαρχική επιστολή προς τη Σχολή το 2017, η οποία ζητούσε από όλους τους διδάσκοντες και τους εργαζομένους να μην απευθύνονται στο κοινό χωρίς την άδεια, ή για την ακρίβεια την ευλογία, του Πατριάρχη. Αυτή η πράξη προκάλεσε εντάσεις στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, πράγμα απολύτως κατανοητό, και κατέληξε σε συλλογή υπογραφών για ανάκληση της επιστολής. Ως αποτέλεσμα, ο Πατριάρχης ήρθε σε μια συνεδρίαση του Συμβουλίου της Σχολής και είπε προφορικά ότι η απόφασή του δεν ισχύει για τους καθηγητές της Σχολής και ότι είχε διαφορετικό σκοπό. Η νέα απαγορευτική απόφαση του Πατριάρχη λέει ότι αυτή η παλιά επιστολή –η οποία από μόνη της είναι σκανδαλώδης– ισχύει και πάλι, αν και ο ίδιος ο Πατριάρχης την είχε αποσύρει.

2) Οι φοιτητές και οι καθηγητές διαδήλωσαν κατά της απαγόρευσης. Πώς αντέδρασαν οι εκκλησιαστικές αρχές;

Οι φοιτητές της Θεολογικής σχολής και άλλων τμημάτων του Πανεπιστημίου οργάνωσαν μια συλλογή υπογραφών κατά της πατριαρχικής απαγόρευσης δημοσίων δηλώσεων, υποστηρίζοντας τον καθηγητή Μιλίτσεβιτς. Η διαμαρτυρία αυτή συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό φοιτητικών υπογραφών, παρά την τρέχουσα πανδημική κρίση και την αναστολή όλων των μαθημάτων, και εστάλη στις Πρυτανικές αρχές του Πανεπιστημίου. Η Σύγκλητος τάχθηκε ομόφωνα υπέρ του Μιλίτσεβιτς στη συνεδρίασή της και εξέφρασε μεγάλη ανησυχία για την κατάσταση που δημιουργείται. Επίσης, δημόσιες δηλώσεις υποστήριξης του Μιλίτσεβιτς έχει κάνει και μεγάλος αριθμός συναδέλφων μας στο Πανεπιστήμιο.

Αλλά η όλη υπόθεση είναι πιο περίπλοκη απ’ όσο δείχνει με την πρώτη ματιά. Κινήθηκε πλήρης διαδικασία εκκλησιαστικού δικαστηρίου κατά του Μιλίτσεβιτς. Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος όταν λήξει η τρέχουσα κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της πανδημίας, η Σύνοδος να διατάξει τον Κοσμήτορα της Σχολής (που έχει εκλεγεί παράνομα) να απολύσει τον Μιλίτσεβιτς, φέρνοντας τον έτσι σε μια πολύ δύσκολη θέση.

Μερικοί διάσημοι θεολόγοι από όλες τις χριστιανικές ομολογίες διεθνώς ξεκίνησαν μια κίνηση  υποστήριξης για τον καθηγητή μας, που απευθύνεται στον Πατριάρχη της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στόχος είναι να ακυρωθεί η απόφαση και να δοθεί στους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής ο ίδιος βαθμός ελευθερίας του λόγου που απολαμβάνουν όλοι οι άλλοι καθηγητές του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου και όλων των πανεπιστημίων παγκοσμίως. Μια τέτοια υποστήριξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί δείχνει ότι η ελευθερία του λόγου είναι ένα από τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα στον σύγχρονο κόσμο. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι άνθρωποι στη Σερβία, θεολόγοι ή όχι, να καταλάβουν ότι η διεθνής ακαδημαϊκή κοινότητα παρακολουθεί προσεκτικά τα γεγονότα στη Σερβία και υπερασπίζεται τις ακαδημαϊκές ελευθερίες, γιατί αυτό δεν είναι μόνο ένα προσωπικό ζήτημα, αλλά πρώτα-πρώτα θέμα θεμελιώδους αρχής.

3) Ο π. Βουκάσιν Μιλίτσεβιτς δεν είναι ο πρώτος ακαδημαϊκός που του απαγορεύεται να προβαίνει σε δημόσιες δηλώσεις. Μόλις πριν ένα χρόνο, ακόμη ένας Καθηγητής και ένας Επικ. Καθηγητής από την Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου έχασαν την ευλογία να συνεχίσουν να εργάζονται στη Σχολή. Ποια είναι η τρέχουσα κατάσταση στη Σχολή;

Πέρυσι, η Σύνοδος απέσυρε την ευλογία για διδασκαλία στη Σχολή από δύο συναδέλφους,  τον Καθηγητή Επίσκοπο Μάξιμο (Βασίλιεβιτς) και τον Επίκουρο Καθηγητή Μάρκο Βίλοτιτς. Η «αιτιολογία» γι’ αυτό ήταν θεολογικά ασαφής και νομικά αβάσιμη. Όταν ο Κοσμήτορας, Επίσκοπος Ιγνάτιος (Μίντιτς), έγραψε στη Σύνοδο και εξήγησε ότι δεν μπορούσε να εφαρμόσει μια τέτοια απόφαση, γιατί κάτι τέτοιο θα παραβίαζε τους νόμους της Δημοκρατίας της Σερβίας και του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, η Σύνοδος έστειλε επιστολή στην Σχολή με την οποία ζήτησε την αντικατάσταση του Κοσμήτορα. Όταν αυτός παραιτήθηκε, στη Σχολή τοποθετήθηκε νέα διοίκηση με παράνομο τρόπο, πράγμα το οποίο φυσικά προκάλεσε κρίση μεταξύ της Σχολής και του Πανεπιστημίου. Η Σύγκλητος προειδοποίησε επανειλημμένα τη Σχολή ότι οι ενέργειες της και οι νομικές διαδικασίες που ακολουθεί πρέπει να είναι σύμφωνες με τους νόμους της Δημοκρατίας της Σερβίας και με το καταστατικό του Πανεπιστημίου. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει. Επομένως, η όλη κατάσταση είναι δυσάρεστη και ασαφής. Επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω ότι η Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή ήταν μία από τις ιδρυτικές σχολές του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, και τώρα λόγω αυτών των ενεργειών είναι υπό αμφισβήτηση και η φήμη της και η θέση της, τόσο στο Πανεπιστήμιο όσο και στην κοινωνία μας γενικά.

Όσον αφορά την ατμόσφαιρα στη Σχολή, θα έλεγα ότι μια μικρή μερίδα συναδέλφων υποστηρίζει ανεπιφύλακτα τον Μιλίτσεβιτς, ενώ κάποιοι άλλοι, συμπεριλαμβανομένης και της παράνομης διοίκησης, εκτελούν απλά τις εντολές του Πατριάρχη και της Συνόδου. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι στεναχωριούνται και ανησυχούν. Η όλη κατάσταση δεν είναι εύκολη. Η χώρα βρίσκεται σε σοβαρή κρίση, η δημοκρατία συνθλίβεται σε κάθε βήμα. Πολλοί συνάδελφοι που εργάζονται στη Σχολή δεν έχουν εναλλακτικές λύσεις, και έτσι προτιμούν να μην παρεμβαίνουν. Εν ολίγοις, η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλή.

Με την υποστήριξη του Πανεπιστημίου και του μορφωμένου κοινού, αλλά και τη βοήθεια συναδέλφων από το εξωτερικό, αυτή η κατάσταση ίσως μπορέσει κάπως να επιλυθεί ικανοποιητικά και να κατορθώσει η Σχολή να διατηρήσει την επιστημονική και ακαδημαϊκή της αυτονομία. Αυτό ακριβώς ελπίζω κι εγώ.


Ο Ρόντολιουμπ Κούμπατ είναι ο καθηγητής στην Έδρα της Παλαιάς Διαθήκης της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Το πεδίο της έρευνας του είναι η Ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης και η θεολογική ερμηνευτική, και επί του παρόντος εκπονεί μετάφραση στα σερβικά του κειμένου των Εβδομήκοντα της Παλαιάς Διαθήκης.