Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας και ο κορωνοϊός
Επανεξετάζοντας «τη σχέση με το σύστημα»

Ρεγκίνα Έλσνερ (Regina Elsner)

Από ορισμένες απόψεις, η παγκόσμια κρίση του κορωνοϊού έφερε στο φως ποικίλες ρήξεις, οι οποίες, υπό κανονικές συνθήκες, συχνά απορρίπτονταν ως περιθωριακά προβλήματα μικρών ομάδων. Οι ανεπίλυτες και υποτιμημένες κοινωνικές αδικίες έγιναν εμφανείς και αναγνωρίστηκαν ως απειλή όχι μόνο για την ύπαρξη των ομάδων αυτών. Μια παρόμοια επίδραση της κρίσης του κορωνοϊού μπορεί επίσης να παρατηρηθεί και σε ό,τι αφορά τις Εκκλησίες. Πολλά ζητήματα που αποτελούσαν εστίες σύγκρουσης κατά τα τελευταία έτη απορρίφθηκαν ως μεμονωμένες απόψεις μικρών ομάδων ή κάποιων ιδιαίτερα φιλελεύθερων ή συντηρητικών ατόμων. Αυτό είχε ως συνέπεια την αναβολή και οποιασδήποτε προσπάθειας αναζήτησης κάποιας λύσης. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας αυτό ισχύει ειδικά για τη σχέση της με τη σύγχρονη κοινωνία του 21ου αιώνα. Η Εκκλησία –παρά την αύξηση των αιτημάτων– θεώρησε τον εαυτόν της ασφαλή στο πλαίσιο της συμφωνικής αλληλεπίδρασής της με την πολιτική ελίτ και στον ρόλο της ως ηθική εξουσία μέσα σε έναν όλο και πιο περίπλοκο, παγκοσμιοποιημένο κόσμο. Από την άποψη αυτή, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας θεωρούσε τον εαυτό της ως αδιαμφισβήτητο στοιχείο του συστήματος.

Σε περιπτώσεις συγκρούσεων, η ηγεσία της Εκκλησίας αντιδρούσε συχνά με έναν τρόπο ακατανόητο, ενίοτε ανυποχώρητο και σκληρόκαρδο. Η στάση αυτή θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ιδιαίτερα λόγω της υποτιθέμενης –κι όμως δύσκολο να αποδειχθεί– ύπαρξης μιας φονταμενταλιστικής πτέρυγας μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας. Οι υπερσυντηρητικοί κύκλοι θα μπορούσαν να προκαλέσουν διάσπαση στο σώμα της Εκκλησίας, ενώ ο Πατριάρχης θα έπρεπε να κρατήσει όλα τα ρεύματα μαζί, αποτρέποντας μια διάσπαση. Το ίδιο συνέβη και εξαιτίας της εξάπλωσης του Covid-19: η αναποφασιστικότητα των ηγετών της Εκκλησίας στη Ρωσία και τη Λευκορωσία, αλλά και σε άλλες Ορθόδοξες χώρες, όπως η Γεωργία ή η Σερβία, δικαιολογήθηκε, μεταξύ άλλων, από την ύπαρξη πιθανών εντάσεων μέσα στους κόλπους των Εκκλησιών.

Η γραμμή σύγκρουσης μεταξύ των συντηρητικών και των προοδευτικών ρευμάτων βρίσκεται κυρίως στο ζήτημα του εάν και σε ποιο βαθμό είναι επιτρεπτή οποιαδήποτε αλλαγή. Η κρίση του κορωνοϊού έχει ενισχύσει την ένταση αυτή, καθιστώντας προφανή την υπαρξιακή της πρόκληση. Σε όλον τον κόσμο, ο μεγάλος κίνδυνος μόλυνσης από τον νέο ιό οδηγεί σε μαζικούς περιορισμούς των προσωπικών επαφών. Η λατρεία της κοινότητας, ο συνήθης τρόπος θείας μετάληψης με τη χρήση κοινής λαβίδας, η προσκύνηση του σταυρού και των εικόνων μέσω του ασπασμού και της αφής, επηρεάζονται άμεσα από αυτούς τους περιορισμούς. Μπορούν, ωστόσο, οι θεμελιώδεις αυτές πρακτικές της χριστιανικής ζωής να αλλάξουν; Σε αντίθεση με τα πολυσυζητημένα ερωτήματα όπως λ.χ. η χρήση της ρωσικής γλώσσας στις εκκλησιαστικές ακολουθίες ή το νέο ημερολόγιο, ο κίνδυνος από τον εξαιρετικά μεταδοτικό ιό δεν αφήνει χρόνο για μακροσκελείς θεολογικές συζητήσεις· τόσο ο ιός, όσο και οι κρατικοί κανονισμοί απαιτούν άμεση απόκριση από την Εκκλησία.

Το γεγονός ότι η Εκκλησία εδώ και δεκαετίες φυγοπονεί απέναντι στις αποφάσεις για λειτουργικές αλλαγές αποκτά πλέον εκρηκτικές διαστάσεις, γιατί η πίεση για αλλαγή τώρα προέρχεται απ’ έξω από την Εκκλησία. Δεν αφορά μονάχα στις ανάγκες μεμονωμένων πιστών, αλλά στην πραγματικότητα χιλιάδων ανθρώπων, που μετρούν με τα λόγια και τις πράξεις της Εκκλησίας πόση αξία δίνει στην ανθρώπινη ζωή η Εκκλησία αυτή. Πώς μπορεί ο αμαρτωλός κόσμος να απαιτήσει κάτι από την αγία Εκκλησία; Είναι εκκοσμίκευση το να εφαρμόζονται οι ιατρικοί και υγειονομικοί κανόνες μέσα στην Εκκλησία; Εάν κάποιος αποδεχτεί την κοσμική λογική και κλείσει τις εκκλησίες για την πρόληψη της μετάδοσης του ιού, είναι μια τέτοια απόφαση πράξη ολιγοπιστίας; Μπορεί πράγματι ένας ιός να διαπεράσει τα τείχη της Εκκλησίας, που κατά τα άλλα προστατεύουν από το κακό του κόσμου; Σε ποιο βαθμό τα ευρήματα των φυσικών επιστημών, αλλά και της ψυχολογίας και της ανθρωπολογίας, ισχύουν για τις Εκκλησίες και τους πιστούς;

Αντιμέτωπη με αυτά τα ερωτήματα, η Εκκλησία βρίσκεται ενώπιον των συνεπειών του γεγονότος ότι η φωνή των φονταμενταλιστών ήταν η μόνη φωνή που ακουγόταν να δίνει απαντήσεις σε τέτοιες «κοσμικές» ερωτήσεις εδώ και δεκαετίες. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία θεολογική κοινωνική ηθική ή βιοηθική ικανή να μιλήσει, είτε για την κοσμική αντιμετώπιση του ιού, είτε για ευρύτερα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης στην εποχή της πανδημίας. Οι αρχές της συνεργασίας μεταξύ κράτους και Εκκλησίας που περιγράφονται στο κείμενο Αρχές του κοινωνικού δόγματος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του 2000 αποδεικνύονται άχρηστες μπροστά στον τρέχοντα περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας από το κράτος. Κάθε φορά που οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας απαιτούν τη συνέχιση των εκκλησιαστικών ακολουθιών και διαδικασιών μιλώντας για «μη βίαιη αντίσταση κατά της αντιχριστιανικής δράσης του κράτους», στην πραγματικότητα θέτουν εν αμφιβόλω την αλληλεγγύη της Εκκλησίας προς τους απειλούμενους ανθρώπους. Φυσικά, η προσευχή και η θεία Λειτουργία συνιστούν θεμελιώδη χριστιανικά εργαλεία της δράσης του Θεού για τον κόσμο και τους ανθρώπους. Επιπλέον, στις περισσότερες δηλώσεις, το αίτημα της υπεράσπισης των ασθενούντων, όπως επίσης και των ομάδων υψηλού κινδύνου, βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Στην πραγματικότητα όμως απλά δεν υπάρχει καμία έννοια αλληλεγγύης της Εκκλησίας προς την κοινωνία. Για δεκαετίες, η κοινωνία δεν ήταν παρά ένας αντίπαλος, το αμαρτωλό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι πιστοί θα έπρεπε να αποδείξουν την πίστη τους, ένας τόπος φιλελεύθερης αποπλάνησης και ηθικής παρακμής.

Σε πιο ήρεμους καιρούς, η εξάρτηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας από το πολιτικό σύστημα βασίζονταν στη διάσωση του ρωσικού κόσμου από τους κινδύνους της αμαρτωλής φιλελεύθερης κοινωνίας. Σήμερα, ωστόσο, η Εκκλησία βρίσκεται ενώπιον μιας κρίσης, η οποία, για πρώτη φορά, ελάχιστα μπορεί να κατηγορηθεί ότι οφείλεται στον δυτικό φιλελευθερισμό. Τι είναι αυτό που η Εκκλησία μπορεί να προσφέρει τώρα στο σύστημα; Ως σήμερα, θα μπορούσε να προσφέρει το μοντέλο της ασκητικής ζωής των ερημιτών, όπως η αγία Μαρία της Αιγύπτου, που πέρασε χρόνια χωρίς να συμμετέχει στη Θεία Λειτουργία και την Ευχαριστία της κοινότητας. Ή θα μπορούσε να προτείνει και περιοδείες ή πτήσεις ιεραρχών με εικόνες, που να φέρνουν την ευλογία του Θεού για προστασία των πόλεων και των επαρχιών. Και οι δύο αυτές μορφές δράσης μαρτυρούν το γεγονός ότι η Εκκλησία τοποθετεί τον εαυτό της έξω από τον κόσμο και όχι μέσα σ’ αυτόν. Έτσι, και οι δυο αυτές ιδέες  λειτουργούν όπως και η συνεχιζόμενη λατρεία, η μαγική κατανόηση της Ευχαριστίας, η περιφρόνηση των κανόνων υγιεινής, η αυτοθυσία και οι αποκαλυπτικές προσδοκίες· μαρτυρούν δηλαδή έναν ανυπέρβλητο δυϊσμό μεταξύ του κόσμου και της Εκκλησίας, μεταξύ του «εκεί» και του «εδώ», μεταξύ του «αυτοί» και του «εμείς». Με αυτόν τον τρόπο, ο σκοταδισμός και ο φονταμενταλισμός καθίστανται πλέον επίσημα δυνατές επιλογές· και, λόγω της έλλειψης συσχετισμού με τις κοινωνικο-ηθικές διαστάσεις, συνιστούν τη μόνη ορατή εκκλησιαστική απάντηση στην πανδημία του κορωνοϊού.

Στο πλαίσιο της αυξανόμενης κοινωνικής δυσπιστίας απέναντι στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την ιατρική και τις κρατικές δομές της Ρωσία, η ιδέα ενός παράλληλου κόσμου που παρέχει σωτηρία ή έστω δίνει κάποιες εξηγήσεις, είναι σίγουρα ελκυστική. Μέχρι τώρα, αυτή η ιδέα παρείχε στην Εκκλησία μια κάποια σχέση με το πολιτικό σύστημα, γιατί νομιμοποιούσε τις πολιτικές ελίτ και εξασφάλιζε κοινωνική συναίνεση. Ο δισταγμός του κράτους να επιβάλει στις εκκλησίες απαγόρευση των συναθροίσεων λόγω της πανδημίας δείχνει ότι αυτή η σχέση με την Εκκλησία διαθέτει ένα ειδικό βάρος επί του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, σε καιρούς πανδημίας, στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς δεν βρίσκονται μονάχα εκκλησιαστικοί ή πολιτικοί διαφωνούντες, αλλά ανθρώπινες ζωές. Φαίνεται ότι πρόκειται για μία κρίσιμη στιγμή όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας καλείται να ξανασκεφτεί ποια είναι η σχέση της με το κράτος.


Η Ρεγκίνα Έλσνερ είναι ρωμαιοκαθολική θεολόγος και ερευνήτρια στο Κέντρο Ανατολικοευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών (ZOiS)

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.