Πίστη, λογική και Ευχαριστία
Ορισμένες σκέψεις με αφορμή την κρίση του κορωνοϊού

π. Ρόμπερτ Μ. Αρίντα (Fr. Robert Arida)

Πρόσφατα, πολλά έχουν γραφτεί και αναρτηθεί στο διαδίκτυο σχετικά με τη θεία Κοινωνία και τον τρόπο μετάδοσής της, με αφορμή την κρίση του κορωνοϊού. Υπό το πρίσμα αυτό, έχει ενδιαφέρον ότι έχει δοθεί ελάχιστη προσοχή στη σχέση μεταξύ πίστης και λογικής. Ο πρωταρχικός λόγος της παράλειψης αυτής σχετίζεται με τον τρόπο κατανόησης της Θείας Ευχαριστίας και του τρόπου μετάδοσής της. Όντας το σώμα και το αίμα του Χριστού, η Ευχαριστία έχει κατ’ επανάληψη θεωρηθεί ότι είναι απρόσβλητη από τη μετάδοση της μόλυνσης. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το εάν η Ευχαριστία και ο τρόπος μετάδοσής της εμπλέκονται στη μετάδοση της μόλυνσης θεωρείται ως ύποπτη, ως αιρετική και ως εκ τούτου ως ριζική απόρριψη του ίδιου του πυρήνα της Ορθόδοξης πίστης και ζωής. Είναι ανάγκη, άραγε, να απορρίπτεται η χρήση της λογικής όταν πρόκειται για ζητήματα πίστης; Με βάση την ιστορία μας, είναι προφανές ότι στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η έμφαση στην απαραίτητη συνύπαρξη και αλληλεξάρτηση πίστης και λογικής εμφανίζεται βαθιά ριζωμένη. Πίστη και λογική παρέχουν από κοινού τη βάση για την ζωντανή ευσέβεια που εκφράζεται στην αληθινή λατρεία. Το παρόν κείμενο δεν είναι παρά μια προσπάθεια να δείξουμε τη σχέση μεταξύ πίστης και λογικής, επισημαίνοντας ότι ο τυχόν διαχωρισμός τους οδηγεί τον Χριστιανισμό προς τον μύθο και τη δεισιδαιμονία.

«Η πίστη είναι αυτό που δίνει πληρότητα στη συλλογιστική μας», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (Λόγος 29). Ωστόσο, προκειμένου η πίστη να εκπληρώσει τον λογική, θα πρέπει να είναι μία ζώσα πίστη. Θα πρέπει να δοκιμάζεται συνεχώς από τον λογική, όπως ακριβώς και η λογική θα πρέπει να αναγνωρίζει τους δικούς της περιορισμούς, όταν τοποθετείται ενώπιον του υπερβατικού. Η πίστη και η λογική διατηρούν την απαραίτητη συνέργεια που καθιστά δυνατή την περιγραφή της συνάντησης με τον ζωντανό Θεό.

Όπως σημείωνε χαρακτηριστικά ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ:

Δεν είναι δυνατό η ανθρώπινη διάνοια να είναι καταδικασμένη να μένει για πάντα κωφή και τυφλή στη μόνη πραγματική αλήθεια, που αποκαλύπτεται δια της πίστεως μέσα στη χριστιανική εμπειρία […] Αντίθετα, θεωρούμε αναγκαία μία χριστιανική μεταμόρφωση της ίδιας της διάνοιας. Η πίστης φωτίζει και το νου, αναζητεί τη λογική (fides quaerens intellectum). Οι πατέρες της Εκκλησίας έκαναν μεγάλη προσπάθεια να δημιουργήσουν νέο διανοητικό σύστημα, ικανό να δώσει ερμηνεία της πίστης με όρους της λογικής. Ήταν έργο πολύ δύσκολο και πολύ τολμηρό, και το οποίο ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί (Το Σώμα του ζώντος Χριστού, μτφρ. Ι. Κ. Παπαδόπουλος, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 1999, σ. 101).

Χωρίς λογική, η Γραφή ως ανεξάντλητη πηγή αποκάλυψης δεν μπορεί να καταστεί ζωντανή ή να γίνει κατανοητή. «Η Γραφή δεν βρίσκεται σε αυτό που διαβάζεται, αλλά σε αυτό που κατανοείται», έλεγε ο άγιος Ιλάριος Πουατιέ. Χωρίς λογική, δεν μπορεί να υπάρξει καμία δημιουργική διατύπωση και άρθρωση του δόγματος, που ταυτόχρονα αναγνωρίζεται ως μία ατελής ή ελλιπής έκφραση του άπειρου. Χωρίς λογική, τα στοιχεία του πολιτισμού, δηλαδή η γλώσσα, η τέχνη, η λογοτεχνία, η επιστήμη, η φιλοσοφία και η τεχνολογία, δεν μπορούν να αξιολογηθούν και στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για τη διακήρυξη του Ιησού Χριστού. Χωρίς λογική, η πίστη μιας ανήσυχης ψυχής δεν διαθέτει κανένα μέσο για να διασταυρώσει τι εκλαμβάνεται λανθασμένα ως κατάσταση έκστασης, που αναπόφευκτα έτσι τροφοδοτεί τα σκοτεινά πάθη που διέπονται από την υπερηφάνεια και τον εγωισμό. Η λογική είναι η άγκυρα που κρατάει υπό έλεγχο τις «εμπαθείς κινήσεις της ψυχής» (αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Εις τους Μακαρισμούς, Ομιλ. 2).

Η πίστη και η λογική βρίσκονται σε έναν αιώνιο γάμο. Καθώς η λογική συνοδεύει την πίστη στο βασίλειο του αγνώστου, δεν σταματά να διερευνά, να αναλύει και να αξιολογεί τις ατέρμονες ανακαλύψεις της πίστης. Παρόμοια, δίνοντας πληρότητα στη συλλογιστική μας, η πίστη παρέχει γνώση που ξεπερνά αλλά δεν αντικαθιστά τη λογική διαδικασία. Ο (Ψευδο) Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης εκφράζει αυτή την παράδοξη πολυπλοκότητα της συνύπαρξης πίστης και λογικής:

Ο Θεός λοιπόν γίνεται γνωστός και μέσω της γνώσης και μέσω της αγνωσίας. Από τη μια πλευρά γίνεται αντιληπτός με νόηση, λογική, ασφαλή γνώση, επαφή, αίσθηση, δοξασία, φαντασία, όνομα και όλα τα άλλα, ενώ συγχρόνως δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός ούτε με τη νόηση ούτε με τη γλώσσα ούτε με ονόματα. Και δεν είναι κάποιο από τα όντα, ούτε γνωρίζεται μέσα σε κάποιο από τα όντα. Και σε όλα είναι τα πάντα και σε κανένα τίποτα. Και από όλα γνωρίζεται σε όλα και από κανένα σε κανένα» (Περί Θείων Ονομάτων, VII, 3).

Η πίστη βασίζεται στη γνώση. Η πίστη δεν είναι μια συναισθηματική, απερίσκεπτη και συνεπώς απρόσεκτη κίνηση προς το άγνωστο και το άπειρο. Ακόμη και η συνήθης αναφορά στο λεγόμενο «άλμα της πίστης» αποτελεί μια αναγνώριση ότι η λογική έχει οδηγήσει σε νέες θεωρήσεις της γνώσης που υπερβαίνουν τα όρια της ίδιας της λογικής. Αυτές οι νέες θεωρήσεις συναντώνται και χρωματίζονται από την πίστη. Κατά συνέπεια, η πίστη δεν είναι ένας ευσεβής πόθος. Επιβεβαιώνει ότι υπάρχουν περισσότερα για να γνωρίζουμε και να βιώσουμε από εκείνα που η λογική έχει συλλάβει, τόσο σε σχέση με τον Θεό, όσο και τη δημιουργία του.

Η πίστη ξεκινά «εν χρόνω και εν χώρω» και επεκτείνεται στο αιώνιο και το άπειρο. Η απαγγελία ή η ψαλμώδηση του Συμβόλου της Πίστης στη Θεία Λειτουργία, επιβεβαιώνει ότι είμαστε, τόσο ως πρόσωπα όσο και ως κοινότητα, όπως η Εκκλησία που συμμετείχε στα «μεγαλειώδη έργα του Θεού». Αρχίζουμε με τη δημιουργία όλων των πραγμάτων «ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αόρατων» και τελειώνουμε με τα έσχατα, δηλαδή με τη «ζωή του μέλλοντος αιώνος».

Σε μία από τις επιστολές του προς τον επίσκοπο Αμφιλόχιο Ικονίου, ο Μέγας Βασίλειος γράφει ότι η σχέση μας με τον Θεό βασίζεται στην πίστη και τη γνώση που οδηγούν στη λατρεία. «Πιστεύουμε σε αυτόν που είναι γνωστός και λατρεύουμε εκείνον στον οποίο πιστεύουμε» (Επιστολή 234). Αυτές οι λέξεις είναι χρήσιμες για το πώς θα πρέπει να προσεγγίζουμε τη λατρεία γενικώς και ειδικότερα την Ευχαριστία. Η πίστη, η λογική γνώση και η λατρεία συνυπάρχουν. Διακρίνονται αλλά δεν χωρίζονται μεταξύ τους. Αλληλο-εξαρτώνται και συνεπώς συμβάλλουν στην αμοιβαία ανάπτυξη και ακεραιότητα.

Η λατρεία μας συνδέεται άρρηκτα με τη δημιουργία. Επομένως, το πώς κατανοούμε και επικοινωνούμε με τη δημιουργία στη λατρεία μας, βασίζεται στην πίστη και τη λογική. Ο άρτος και ο οίνος που χρησιμοποιούνται στη Λειτουργία προέρχονται από την υλική δημιουργία. Σε καμία περίπτωση στο πλαίσιο της Λειτουργίας δεν χάνουν τις φυσικές και κτιστές τους ιδιότητες. Για να δανειστούμε τις εκφράσεις από τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, οι τύποι, δηλαδή ο άρτος και ο οίνος που προσφέρουμε, αναδεικνύονται από το Άγιο Πνεύμα ως το σώμα και το αίμα του Χριστού. Αυτό που βλέπουμε και που έχουμε στο στόμα μας είναι ψωμί και κρασί. Αυτό που γευόμαστε είναι μία πρόγευση του ουράνιου δείπνου του Θεού. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφει τη σχέση ανάμεσα σε αυτό που γίνεται αντιληπτό μέσω της όρασης και σε αυτό που πιστεύεται ότι είναι ένα αντικείμενο, ως μυστήριο: «[…] μυστήριο δεν είναι όταν πιστεύουμε αυτό που βλέπουμε, αλλά όταν βλέπουμε ένα πράγμα και πιστεύουμε κάτι άλλο» (Ομιλία 7, Εις την Α΄ Κορ.). Στο πλαίσιο του κηρύγματος του, ο Χρυσόστομος ουσιαστικά λέει ότι μυστήριο είναι πως βλέπει κάτι ενώ πιστεύει ότι είναι κάτι άλλο. Όσον αφορά στην Ευχαριστία, μπορούμε να πούμε ότι βλέπουμε άρτο και οίνο, αλλά πιστεύουμε ότι είναι το μυστήριο του σώματος και του αίματος του Χριστού.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης που προκάλεσε ο κορωνοϊός, πολλοί υποστηρίζουν ότι επειδή η Ευχαριστία είναι «φάρμακο αθανασίας» (Ιγνατίου Αντιόχειας, Προς Εφεσίους, ΧΧ) και ως εκ τούτου προσφέρεται «εις ίασιν ψυχής και σώματος», δεν είναι τρωτή από τη μόλυνση. Το να φτάσουμε σε ένα τέτοιο συμπέρασμα σημαίνει ότι χωρίζουμε τα υλικά συστατικά της Ευχαριστίας –άρτο και οίνο– από την υπόλοιπη δημιουργία. Το αποτέλεσμα αυτού του διαχωρισμού είναι μια πίστη και μια λατρεία που δεν συνάδουν με τη θεολογία της Εκκλησίας και τη σχέση της με τη λογική. Το να πνευματικοποιήσει κανείς την Ευχαριστία –να αρνηθεί δηλαδή τις φυσικές της ιδιότητες– είναι σαν να προωθεί είτε έναν τύπο δοκητισμού, όπου ό,τι βλέπει και αισθάνεται κανείς είναι μια ψευδαίσθηση, είτε έναν τύπο μονοφυσιτισμού, στον οποίο οι κτιστές και φυσικές ιδιότητες του άρτου και του οίνου χάνονται όταν απορροφούνται από τη θεία φύση. Και οι δύο αυτές παραποιήσεις της αλήθειας –δηλαδή, αιρέσεις– αποκλείουν εσφαλμένα την πιθανότητα να γίνουν ο άρτος και ο οίνος δοχεία και μεταδότες της διάδοσης ενός μολυσματικού ιού όπως ο COVID-19.

Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός αποδέχεται τα δώρα της πίστης και της λογικής. Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η πίστη και η λογική δεν αλληλοαποκλείονται. Και οι δύο είναι απαραίτητες για την προώθηση του υγιούς, σταθερού και μεταμορφωτικού μηνύματος του Ευαγγελίου. Και οι δύο είναι απαραίτητες για τη σωστή διακονία και τη φροντίδα της ζωής και της σωτηρίας του κόσμου.


Ο π. Ρόμπερτ Μ. Αρίντα είναι προϊστάμενος του Ορθόδοξου Καθεδρικού Ναού της Αγίας Τριάδας της Βοστώνης από το 1984.