Προσφέροντας καταφύγιο στο Θεό

Αιδ. Δρ. Μάικλ Πλέκον (Rev. Dr. Michael Plekon)

Μετά το Εβραϊκό και το Χριστιανικό Πάσχα, στη μέση μιας πανδημίας που κανείς μας δεν μπορούσε να προβλέψει ή να περιμένει, υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα που μπορεί να μας προσφέρει όραμα και βεβαιότητα, που μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε το καλό παρά τον τρόμο που προκαλεί ο κορωνοϊός. Μιλά από μια άλλη περίοδο φρίκης: το Ολοκαύτωμα.

Δεν μπορείς να μας βοηθήσεις, αλλά πρέπει εμείς να Σε βοηθήσουμε και να υπερασπιστούμε την κατοικία Σου μέσα μας, μέχρι τέλους. Υπάρχουν, είναι αλήθεια, κάποιοι που, ακόμη και σε αυτό το τελευταίο στάδιο, δίνουν για φύλαξη τις ηλεκτρικές σκούπες και τα ασημένια τους σερβίτσια, αντί να προστατεύουν εσένα, αγαπητέ Θεέ. Και υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να δώσουν το σώμα τους για φύλαξη, που όμως δεν είναι παρά ένα καταφύγιο χιλιάδων φόβων και πικρών συναισθημάτων. Και λένε, «δεν θα πέσω στα χέρια τους». Αλλά ξεχνούν ότι κανείς δεν βρίσκεται στα χέρια τους, αν είναι μέσα στην αγκαλιά Σου. Αρχίζω να νιώθω κάπως πιο γαλήνια, Θεέ μου, χάρη σε αυτήν τη συνομιλία μαζί Σου. Θα κάνουμε κι άλλες, πολλές ακόμη συνομιλίες μαζί. Σίγουρα θα έρθουν και δύσκολες μέρες στη σχέση μας, όταν η πίστη μου θα εξασθενήσει κάπως, αλλά πίστεψε με, θα παλεύω πάντα για Σένα και θα μένω πιστή σε Σένα, και δεν θα σε διώξω ποτέ από κοντά μου. (12 Ιουλίου 1942)

Οι παραπάνω γραμμές προέρχονται από ημερολόγια και γράμματα που έγραψε η Έττυ Χίλλεζουμ (1914-1943) στο στρατόπεδο του Βέστερμπορκ. Αν και οι συνθήκες ήταν καλύτερες από ό,τι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το Βέστερμπορκ ήταν ένας τόπος τρόμου και απελπισίας. Όλοι εκεί ήταν καταδικασμένοι. Υπήρχε μόνο μία έξοδος: το Άουσβιτς, το Μπέργκεν-Μπέλσεν και τα άλλα στρατόπεδα με θαλάμους αερίων και κρεματόρια.

Στις επιστολές της, παρά το ζοφερό περιβάλλον, υπάρχει ζωή. Γράφει στοργικά στον μέντορα και κατά καιρούς εραστή της, και ήδη νεκρό από καρκίνο, ψυχολόγο Γιούλιους Σπιρ. Ακούμε τις παρατηρήσεις της σχετικά με τους νεοφερμένους Εβραίους που μετεστράφησαν στο Χριστιανισμό, ένα ιερέα και μερικές μοναχές, που συνέχισαν να προσεύχονται στο Βέστερμπροκ, στους ξύλινους στρατώνες, στη λάσπη και την πείνα, ακριβώς σαν ήταν σε μοναστήρι ή «σε οποιοδήποτε μέρος που ο Θεός, σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς, μοιάζει να ρίχνει το βλέμμα του». Η Έττυ κοιτάζει κατάματα την απερίγραπτη ανθρώπινη σκληρότητα και τον θάνατο. Δεν ήταν ποτέ της θρησκευόμενη. Μόνο όταν κόντευε τα τριάντα, υπό την επιρροή του Σπιρ, σκέφτηκε για πρώτη φορά τον Θεό, διάβασε τις γραφές και δοκίμασε να προσευχηθεί.

Νομίζω ότι μπορώ να αντέξω οτιδήποτε μου επιφυλάσσει η ζωή και αυτοί οι δύσκολοι καιροί. Και όταν η αναταραχή γίνει πολύ μεγάλη και δεν αντέχω άλλο, πάλι θα έχω τα χέρια μου διπλωμένα και τα γόνατα μου λυγισμένα. Μια στάση που δεν παραδίδεται από γενιά σε γενιά σε μας τους Εβραίους. Έπρεπε να τη μάθω με τον σκληρό τρόπο. […] Τι περίεργη ιστορία που είναι η ιστορία μου: τα κορίτσια που δεν μπορούσαν να γονατίσουν. Ή η παραλλαγή της: το κορίτσι που έμαθε να προσεύχεται. Αυτή είναι η πιο μύχια χειρονομία μου, πιο μύχια ακόμη και από το να είμαι με έναν άντρα. Εν τέλει, δεν μπορεί κανείς να δώσει όλη την αγάπη του σε έναν μόνο άντρα, μπορεί; (Σάββατο βράδυ, 10 Οκτωβρίου 1942)

Τα ημερολόγιά της περιέχουν γλαφυρές σκέψεις σχετικά με σεξουαλικές συνευρέσεις, όπως και ερωτήσεις σχετικά με τον Ρίλκε, τη Βίβλο και τον Άγιο Αυγουστίνο. Υπάρχουν αμφιβολίες αλλά και εκπληκτικές εκφράσεις πίστης στον Θεό και την ανθρωπότητα. Ταλαντούχα φοιτήτρια, αν και ποτέ δεν έπαιρνε τους καλύτερους βαθμούς, ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Νομική αλλά δεν εργάστηκε ποτέ. Η Έττυ ήταν άστατη, παθιασμένη, περίπλοκη· υπέφερε από κατάθλιψη, προσωπική ανασφάλεια και επαγγελματική ματαίωση. Ωστόσο, όταν όλα κατέρρεαν, επέδειξε μεγάλη συμπόνια για τους ανθρώπους γύρω της.

Η ζωή της Έττυ δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, ήταν απλώς μία μες τους χιλιάδες Ολλανδούς Εβραίους που παγιδεύτηκαν στο Ολοκαύτωμα. Αλλά οι αντιλήψεις και η ξεχωριστή φωνή της φανερώνονται μέσα από τα ημερολόγια και τα γράμματα της, όπως όταν κάποιος αναστοχάζεται τη ζωή του. Ήταν απαραίτητο γι αυτήν να περιγράψει λεπτομερώς τη διαδικασία μέσω της οποίας έμαθε να προσεύχεται και να αναγνωρίζει την παρουσία του Θεού. Έφτασε να νοιώθει ως καθήκον της να διατηρεί ζωντανή την πραγματικότητα του Θεού, όταν η βία εξόντωσε την πίστη.

Το να προσεγγίσει τον Θεό σήμαινε ανάπτυξη κατανόησης. Το να μάθει να προσεύχεται ήταν μέρος μιας ευρύτερης μεταμόρφωσης. Αν και συνηθισμένη γυναίκα, έγινε ιδιαίτερη καθώς κατάφερε να βλέπει τους φρουρούς, το στρατόπεδο, την ασθένεια και το θάνατο, ακόμη και την πιθανότητα του δικού της θανάτου χωρίς μίσος για τους δεσμώτες της και χωρίς οργή απέναντι στον Θεό (παρόλο που κι αυτό θα ήταν δυνατόν) αλλά με την πεποίθηση ότι έπρεπε «να προσφέρει στον Θεό καταφύγιο», ένα μέρος ακόμη και στην κόλαση.

Εδώ, το Εβραϊκό και το Χριστιανικό Πάσχα συνδέονται με τη φράση του «Πιστεύω» που απεικονίζεται στην εικόνα της Ανάστασης. «Κατέβηκε στον Άδη». Ο Χριστός με ένα χτύπημα ανοίγει τις πύλες του Άδη. Παίρνει από το χέρι τον Αδάμ και την Εύα, και πίσω τους ακολουθούν όλοι όσοι πέθαναν πριν έρθει· οι προφήτες, ο βασιλιάς Δαβίδ, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, οι γονείς της μητέρας του Μαρίας και του Ιωάννη, ο πατέρας του ο Ιωσήφ και αμέτρητοι άλλοι. Πρέπει να δούμε τους εαυτούς μας, παιδιά του Αδάμ και της Εύας, μέσα στο πλήθος που κινείται από το θάνατο στη ζωή. Το Πάσχα είναι η ελληνική εκδοχή της εβραϊκής λέξης Πέσαχ, «Πέρασμα»: μια Έξοδος.

Θεωρούμε ότι ο Θεός είναι αυτός που προσφέρει καταφύγιο, αλλά και οι φίλοι του κάνουν το ίδιο για αυτόν όπως και για τον κάθε Άλλον. Ο Χριστός είναι καλοδεχούμενος στο βασίλειο του θανάτου, στην κόλαση, από την οικογένειά του, από τον λαό του. Ο Θεός μοιράζεται τον πόνο μας, τα βάσανα μας. Το ότι εμείς, ως δημιουργήματα, μπορούμε να κάνουμε κάτι για τον Θεό, είναι μια πραγματικότητα που συχνά την σκιάζει η ευσέβεια. Ακόμα περισσότερο παραβλέπουμε το γεγονός ότι μπορούμε να γίνουμε Θεός για εκείνους που ζουν γύρω μας. Η Έττυ Χίλλεζουμ τα είχε καταλάβει όλα αυτά.

Αυτή είναι η εκπληκτική ιδέα που κυριαρχεί στα γράμματα της: θέλει να προσφέρει καταφύγιο στον Θεό, όσο φριχτά κι αν είναι τα στρατόπεδα όπου βρίσκεται, κι έτσι, με τη σειρά της, βρίσκεται στην αγκαλιά του Θεού. Γίνεται Θεός στη φροντίδα της για τους φοβισμένους ανθρώπους γύρω της. Θα περίμενε κανείς μια τέτοια αντίδραση απέναντι στην απαξίωση και τη βαρβαρότητα που δείχνουν μερικοί άνθρωποι προς τους άλλους; Σε ένα τέτοιο μέρος, όπως λέει ο Ρόουαν Ουίλλιαμς, ο Θεός είχε γίνει άστεγος που χρειάζονταν καταφύγιο. Η Έττυ έγινε αυτό το καταφύγιο και το σπίτι του· ένα πρότυπο για εμάς, σήμερα.

(Τα αποσπάσματα προέρχονται από το βιβλίο Etty: The Letters and Diaries of Etty Hillesum, Grand Rapids MI: Eerdmans, 2002.)


Ο αιδ. Δρ. Μάικλ Πλέκον είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας, Θρησκείας και Πολιτισμού στο Κολλέγιο Βαρούχ του Πανεπιστημίου της Πόλης της Νέας Υόρκης και ιερέας της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική (OCA).

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.