“Μνήσθητι, Κύριε …”: Η Λειτουργία, η Ιστορία και η «λαβίδα» της Θείας Μετάληψης σε μια εποχή πανδημίας

Ντάνιελ Γκαλάτσα (Daniel Galadza)

Τους τελευταίους μήνες, οι εκκλησιαστικές αρχές αναζητούν ιστορικά παραδείγματα που να υποδεικνύουν τρόπους να συνεχιστεί η διακονία των πιστών και να διατηρηθεί η λατρεία στις εκκλησίες, μέσα σε μια εποχή παγκόσμιας πανδημίας· επειδή, όπως έχουν επισημάνει και άλλοι, το κλείσιμο των χώρων λατρείας και η διακοπή της πραγματοποίησης των Λειτουργιών δεν αποτελεί επιλογή για την Εκκλησία, έστω κι αν ορισμένοι άγιοι μπόρεσαν να φτάσουν στην αγιότητα χωρίς τακτική μυστηριακή ζωή ή συμμετοχή σε κοινή λατρεία.

Παρά την επιθυμία όλων να επιστρέψουν στην ομαλότητα, αυτό προς το παρόν είναι αδύνατο στα περισσότερα μέρη. Για παράδειγμα, στη Γερμανία, ο Έλληνας Ορθόδοξος Μητροπολίτης Αυγουστίνος ενημέρωσε τους πιστούς ότι, παρά την εκ νέου έναρξη των λειτουργιών στις εκκλησίες, οι κρατικοί κανονισμοί καθιστούν αδύνατη την μετάληψη της θείας Κοινωνίας με κοινή λαβίδα. Στη γειτονική Αυστρία, ο Έλληνας Ορθόδοξος Μητροπολίτης Αρσένιος βρήκε μια λύση γι αυτό το πρόβλημα, αφαιρώντας το κουτάλι από την εξίσωση και κοινωνώντας τους πιστούς «στο χέρι», ακολουθώντας το ιστορικό προηγούμενο και «τη λειτουργική και κανονική παράδοση της πρώτης χιλιετίας και της μακραίωνης και αποδεκτής πρακτικής της μετάληψης σύμφωνα με τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφόθεου».

Η αναζήτηση λύσης για την διανομή της Ευχαριστίας στους πιστούς είναι σπουδαίο έργο, ωστόσο, κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί αν είναι απαραίτητη μια τέτοια αιτιολόγηση, η οποία χειραγωγεί τη λειτουργική ιστορία για να ταιριάξει στις δύσκολες σημερινές συνθήκες. Για να γίνει καλύτερα κατανοητό το γιατί, θα δώσω μια περίληψη αυτών που γνωρίζουμε για την ιστορία της Θείας Λειτουργίας του Αγίου Ιακώβου και τη χρήση της λαβίδας της μετάληψης.

Η Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου ήταν η τοπική ευχαριστιακή λειτουργία της Ιερουσαλήμ και των περιχώρων της την πρώτη χριστιανική χιλιετία, μέχρι που σταδιακά περιήλθε σε αχρηστία και χάθηκε από την πρακτική γύρω στο δωδέκατο αιώνα, όπου και αντικαταστάθηκε από τις Λειτουργίες του Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου και του Μεγάλου Βασιλείου που χρησιμοποιούνταν στην Κωνσταντινούπολη και αλλού, και τις οποίες αναγνωρίζουμε σήμερα ως Βυζαντινό Τυπικό. Οι λόγοι πίσω από αυτό είναι περίπλοκοι, αλλά μπορούν να εξηγηθούν από το φαινόμενο της «Βυζαντινοποίησης»· την παρακμή δηλαδή της λειτουργίας της Ιερουσαλήμ λόγω της ισλαμικής κατοχής και την αυξανόμενη επιρροή της Κωνσταντινούπολης. Τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της Λειτουργίας του Αγίου Ιακώβου, τα οποία μπορούμε να συνάγουμε από χειρόγραφα που χρονολογούνται από τον όγδοο αιώνα, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: εκτενέστερη Αναφορά με περίτεχνες μνημονεύσεις των ζώντων και των νεκρών στα Δίπτυχα που ξεκινούν με τη φράση «Μνήσθητι, Κύριε…», ανάγνωση κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης και πολλούς και ποικίλους ύμνους.

Όσον αφορά την Κοινωνία, αυτές οι χειρόγραφες πηγές –οι οποίες, πρέπει να σημειωθεί, δεν είναι παλαιότερες από τις αρχαιότερες μαρτυρίες για τις Λειτουργίες του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννη του Χρυσόστομου– πολύ λίγα λένε για τον τρόπο με τον οποίο γινόταν η μετάληψη της Κοινωνίας στους πιστούς. Οι αναφορές τους στο τυπικό είναι ελάχιστες. Μπορούμε, ωστόσο, να εξάγουμε από άλλες πηγές ότι η μετάληψη που περιλάμβανε και τα δύο είδη –το Σώμα που δινόταν στο χέρι και το Αίμα που πινόταν από κοινό ποτήριο– ήταν ο κανόνας στη Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου, όπως ήταν και στη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου μέχρι τον ενδέκατο αιώνα, όταν η χρήση της λαβίδας για τη θεία Κοινωνία διαδόθηκε ευρύτερα. Οι λαβίδες, στην πραγματικότητα, μάλλον χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στην περιοχή όπου συνηθιζόταν η Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου –δηλαδή, στην Παλαιστίνη– ήδη τον έβδομο αιώνα.

Η Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου αναβιώθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα από τον Αρχιεπίσκοπο Διονύσιο Λάτα της Ζακύνθου, και στις αρχές του εικοστού αιώνα πραγματοποιήθηκε και σλαβονική έκδοση από τον Ιερομόναχο Φίλιππο (κατά κόσμο Ιβάν Α. Γκάρντνερ). Μόνο τότε προστέθηκαν λεπτομερείς οδηγίες στο τυπικό, που κάποιες φορές αποκαλύπτουν τις φαντασιώσεις των δημιουργικών αναβιωτών που είχαν εντρυφήσει στην αρχαιολογία της Βίβλου και της  Ύστερης Αρχαιότητας. Μεταξύ των περιγραφών που προστέθηκαν ήταν η υποτιθέμενη άλλοτε καθολική πρακτική της Κοινωνίας με τον άρτο στο χέρι και τον οίνο από κοινό δισκοπότηρο.

Στην πραγματικότητα, η Πενθέκτη Σύνοδος (691-692 μ.Χ.) αποτελεί την πρώτη κειμενική μαρτυρία που αποδίδει τη Θεία Λειτουργία της Ιερουσαλήμ «στον Άγιο Ιάκωβο, τον κατά σάρκα αδελφό του Χριστού και Θεού μας» (κανόνας 32), και επίσης διευκρινίζει ότι στο τέλος του έβδομου αιώνα υπήρχε μόνο ένας τρόπος μετάληψης της Κοινωνίας, κι αυτός ήταν «στο χέρι» (κανόνας 101), κοινός σε όλες τις Θείες Λειτουργίες, τόσο του Ιακώβου, όσο και του Βασιλείου και του Χρυσοστόμου.

Η λειτουργική ιστορία χρησιμοποιείται με πολλούς τρόπους, είτε από κληρικούς που τη μελετούν για να φέρουν στην επιφάνεια παλαιές μορφές της Ορθόδοξης χριστιανικής λατρείας, είτε από μελετητές που εξετάζουν τα κατά καιρούς «φαντασιακά παρελθόντα» της λειτουργικής πρακτικής, που σκιαγραφούνται τόσο σε εξονυχιστικές οδηγίες τυπικών όσο και σε περιγραφές μεγαλοπρεπών ακολουθιών με τεράστιες ομάδες κληρικών και πιστών. Ωστόσο, η λειτουργική ιστορία είναι ενημερωτική, όχι κανονιστική· ο τρόπος που γίνονταν τα πράγματα σε κάποιο παλαιό παρελθόν δεν καθορίζει τον τρόπο που γίνονται τα πράγματα σήμερα. Αν βασιστούμε σε ανακριβή ή ελλιπή ιστορία, ίσως αποδιοργανώσουμε τη λειτουργική προσευχή και πρακτική.

Οι δηλώσεις ορισμένων εκκλησιαστικών αρχών σχετικά με την Κοινωνία «στο χέρι» είναι μια αξιέπαινη προσπάθεια συμμόρφωσης με τις οδηγίες των ιατρικών και πολιτικών αρχών, που κάνει αναφορά σε παλαιότερα λειτουργικά από την παράδοση της Εκκλησίας. (Παρεμπιπτόντως, μια άλλη ιδιαιτερότητα της Λειτουργίας του Αγίου Ιακώβου είναι ο «Ύμνος για το πλύσιμο των χεριών», ένας ύμνος που ισοδυναμεί με τροπάριο ή στιχηρό, που ψάλλονταν ενώ ο κλήρος έπλενε τα χέρια τους πριν τη μεταφορά των Δώρων στην αγία τράπεζα, στη Μεγάλη Είσοδο· θα δούμε άραγε αναβίωση αυτής της πρακτικής τώρα που υπάρχει αυξημένη ανησυχία για την υγιεινή;) Είναι όμως απαραίτητο να αιτιολογηθεί η πρακτική της Κοινωνίας «στο χέρι» με βάση μια ελλιπή λειτουργική ιστορία; Και είναι η Κοινωνία «στο χέρι» –που ίσως δεν είναι τόσο παράξενη για τους Ρωμαιοκαθολικούς του Βυζαντινού Τυπικού, που είναι εξοικειωμένοι με τη σύγχρονη Ρωμαιοκαθολική πρακτική της Β΄ Βατικανής Συνόδου, αλλά είναι ξένη για τους Ορθόδοξους πιστούς– η καλύτερη επιλογή σήμερα για την Ορθόδοξη Εκκλησία; Έμαθα ότι η Μετάληψη «στο χέρι» και με κοινό δισκοπότηρο ήταν η πρακτική στη Νέα Σκήτη, όταν ήταν Ρωμαιοκαθολικό μοναστήρι του Βυζαντινού Τυπικού, αλλά σταμάτησε κατά παραγγελία των εκκλησιαστικών αρχών όταν η κοινότητα αυτή έγινε δεκτή στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής.  

Μέσα στη μεγάλη κοινωνική αναταραχή και τη λαχτάρα για επιστροφή στην ομαλότητα, η εκκλησιαστική λατρεία είναι ένα ουσιώδες μέσο, στο οποίο οι πιστοί προσφεύγουν για να βρουν στήριξη και καταφυγή. Θα πρέπει να αναζητηθεί μια οικεία μέθοδος μετάληψης της θείας Κοινωνίας, που να είναι θεολογικά, ιστορικά και ιατρικά βάσιμη. Μέθοδοι που προτείνουν να παίρνει κανείς, αντί να δέχεται, τη θεία Κοινωνία εγείρουν θεολογικά ερωτήματα και αλλοιώνουν τη σημασία αυτού που συμβαίνει στη Θεία Λειτουργία. Μέθοδοι εμβάπτισης και τοποθέτησης της μετάληψης κατευθείαν στο στόμα του πιστού χωρίς λαβίδα μπορούν να γίνουν χαώδης. Μέθοδοι που εισάγουν άλλα σκεύη, όπως χάρτινα ποτήρια μιας χρήσης ή ξύλινα κουτάλια, δημιουργούν ανώφελα απορρίμματα, είναι μη βιώσιμες και έρχονται σε αντίθεση με τους κανόνες της Εκκλησίας (πρβλ. τον κανόνα 101 της Πενθέκτης Συνόδου). Μέθοδοι που χρησιμοποιούν χημικές ουσίες για να καθαρίσουν την κοινή λαβίδα είναι δύσκολο να εφαρμοστούν αποτελεσματικά και βάζουν ξένες ουσίες μέσα στο δισκοπότηρο. Μέθοδοι που χρησιμοποιούν το ιστορικό της λειτουργίας ως δικαιολογία για την Κοινωνία «στο χέρι», αλλά το κάνουν επιλεκτικά, παραλείποντας το κοινό ποτήριο, απομακρύνονται από την ορθότητα.

Αντί να διαστρεβλώνουν την ιστορία, οι εκκλησιαστικές αρχές θα ΄πρεπε να ενεργούν στο πνεύμα της Εκκλησιαστικής παράδοσης, αλλά να το κάνουν με ειλικρίνεια, έχοντας υπόψη ότι αυτές οι αποφάσεις και οι αλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν σε ισχύ για καιρό μετά το τέλος της πανδημίας. Μέχρι στιγμής, η καλύτερη μέθοδος, που έχει προταθεί από το Πατριαρχείο της Ρουμανίας και την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική, φαίνεται να είναι η χρήση ατομικών μεταλλικών κουταλιών μετάληψης για κάθε πιστό, που να αποστειρώνονται αργότερα, μετά την λειτουργία· μια μέθοδος που είναι και οικεία και αξιόπιστη. Έχω υπόψη μου ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί του Βυζαντινού Τυπικού στην Ουγγαρία χρησιμοποίησαν μια τέτοια μέθοδο πριν έναν αιώνα στη διάρκεια μιας άλλης πανδημίας, και σίγουρα υπάρχουν και άλλα παραδείγματα σχετικά. Περιέργως, κάποιοι Ρωμαιοκαθολικοί στην Αυστρία, για τους οποίους η Κοινωνία «στο χέρι» είναι η συνηθισμένη πρακτική, εισήγαγαν μια λαβίδα για την μετάληψη, προκειμένου να αποφευχθεί η άμεση επαφή του χεριού του ιερέα με τον πιστό που μεταλαμβάνει.

Όλα αυτά τα ποικίλα παραδείγματα δείχνουν ότι σε περιόδους κρίσεων, είναι θέμα των σοφών και αφοσιωμένων ποιμένων να αποφασίσουν πώς είναι προτιμότερο να διακονήσουν τους πιστούς· ενώ είναι θέμα των ιστορικών λειτουργιολόγων να τους βοηθήσουν, παρέχοντας τους πληροφορίες και υπενθυμίζοντας τους την ιστορία.


Ο διάκονος Ντάνιελ Γκαλάτσα είναι συνεργαζόμενος ερευνητής στο Κέντρο Προηγμένων Σπουδών «Πέρα από τους Κανόνες», στο Πανεπιστήμιο του Ρέγκενσμπουργκ, στη Γερμανία.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.