Ο COVID-19, η δολοφονία του Τζόρτζ Φλόιντ, και η συνέχιση της καραντίνας

Τεντ Θεόφιλος (Ted Theophilos)

Ζήσαμε δύσκολες στιγμές. Τα γεγονότα των τελευταίων μηνών με έφεραν αντιμέτωπο με πολλές ανησυχητικές αλήθειες. Όταν εκδόθηκαν οι διαταγές για τον κατ΄ οίκον εγκλεισμό, λόγω του COVID-19, είχαν όλες ένα κοινό στοιχείο. Κρίθηκε ότι οι εκκλησίες δεν ήταν «απαραίτητες». Αντίθετα, τα καταστήματα οινοπνευματωδών ποτών, οι νόμιμοι διανομείς μαριχουάνας και τα καταστήματα τυχερών παιγνίων κρίθηκε απαραίτητο να συνεχίσουν να λειτουργούν. Τα επιβατικά αεροπορικά ταξίδια και οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας θεωρήθηκαν επίσης απαραίτητες, αλλά όχι και η συνάθροιση σε εκκλησίες, συναγωγές, ναούς και τζαμιά. Μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, κατέληξα στο αφόρητο συμπέρασμα ότι οι πολιτικοί είχαν δίκιο. Δεν είμαστε απαραίτητοι.

Μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, προσπάθησα να βρω κάποιο νόημα σε αυτήν τη φρικτή πράξη και τις συνέπειές της. Δεν σκοπεύω, σ’ αυτό το σύντομο κείμενο, να επιχειρηματολογήσω σχετικά με τις αδικίες του νόμου απέναντι στους μαύρους Αμερικανούς. Αν και πράγματι είναι τραγικό, αποτελεί μια πολύ περιορισμένη αντίληψη του όλου ζητήματος. Η αδιαμφισβήτητη αλήθεια είναι η εξής: Είμαστε το πιο εύπορο έθνος στον κόσμο, και όμως αμέτρητα εκατομμύρια Αμερικανών εξακολουθούν να ζουν σε άθλιες συνθήκες, χωρίς πραγματικές προοπτικές ή ελπίδα αλλαγής. Ντρέπομαι για τον εαυτό μου. Πρέπει να αλλάξω. Επίσης, ως μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, ντρέπομαι που η Εκκλησία μας έχει γίνει τόσο κουφή και τόσο τυφλή απέναντι σε αυτό το εθνικό όνειδος.

Τον Αύγουστο του 1963, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έγραψε μια επιστολή προς οκτώ λευκούς θρησκευτικούς ηγέτες, που είχαν καταδικάσει τις διαμαρτυρίες κατά των διακρίσεων στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, των οποίων είχε ο ίδιος ηγηθεί. Ο Κινγκ έγραψε αυτό το γράμμα, ενώ βρισκόταν στη φυλακή κατηγορούμενος ότι ηγήθηκε μιας πορείας χωρίς άδεια. Η «Επιστολή από τη φυλακή του Μπέρμιγχαμ» αποτελεί ένα αριστούργημα. Παρόλο που φοβάμαι ότι είναι αδικία απέναντι στο περιεχόμενο της επιστολής, η οποία θα πρέπει να διαβαστεί από την αρχή έως το τέλος, θα ήθελα να παραθέσω μερικές από της παρατηρήσεις του αιδεσιμωτάτου Μάρτιν Λούθερ:

Επιτρέψτε μου να αναφέρω την άλλη απογοήτευσή μου. Έχω απογοητευτεί με τη λευκή Εκκλησία και την ηγεσία της. Φυσικά, υπάρχουν μερικές σημαντικές εξαιρέσεις. Δεν αγνοώ το γεγονός ότι κάποιοι από εσάς έλαβαν αξιόλογες θέσεις πάνω σε αυτό το ζήτημα […] Είδα λευκές Εκκλησίες να στέκονται στο περιθώριο, εκστομίζοντας άσχετες ευσέβειες και ιεροπρεπείς κοινοτοπίες. Στο μέσον ενός μεγάλου αγώνα για να απαλλάξουμε το έθνος μας από τις φυλετικές και οικονομικές αδικίες, άκουσα πάμπολλους λειτουργούς να λένε «αυτά είναι κοινωνικά ζητήματα με τα οποία το Ευαγγέλιο δεν έχει καμία σχέση» και είδα πολλές Εκκλησίες να αφιερώνουν τον εαυτό τους σε μια εντελώς εξώκοσμη θρησκεία, που κάνει μια περίεργη διάκριση μεταξύ σωμάτων και ψυχών, μεταξύ ιερού και κοσμικού.

Υπήρξε μια εποχή που η εκκλησία ήταν πολύ δυνατή. Ήταν εκείνη την περίοδο που οι πρώτοι Χριστιανοί χαίρονταν όταν θεωρούνταν άξιοι να υποφέρουν για τα πιστεύω τους. Εκείνη την εποχή η εκκλησία δεν ήταν απλώς ένα θερμόμετρο που κατέγραφε τις ιδέες και τις αρχές της κοινής γνώμης· ήταν ο θερμοστάτης που άλλαζε τα ήθη της κοινωνίας. Κάθε φορά που οι πρώτοι Χριστιανοί εισέρχονταν σε μια πόλη, οι δομές εξουσίας ενοχλούνταν, προσπαθώντας αμέσως να τους καταδικάσουν ως «ταραξίες της ειρήνης» και «εξωτερικούς υποκινητές». Αλλά εκείνοι συνέχιζαν με την πεποίθηση ότι αποτελούσαν ένα «ουράνιο πολίτευμα» και ότι έπρεπε να υπακούσουν στον Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους. Ήταν λίγοι σε αριθμό αλλά διέθεταν ισχυρή αφοσίωση. Ήταν τόσο πολύ παθιασμένοι με τον Θεό ώστε τίποτε δεν μπορούσε να τους τρομάξει. Έθεσαν τέλος σε αρχαία δεινά, όπως οι βρεφοκτονίες και οι μονομαχίες. Τα πράγματα είναι διαφορετικά τώρα. Η σύγχρονη Εκκλησία είναι συχνά μια αδύναμη, αναποτελεσματική φωνή με αβέβαιο ήχο. Συχνά είναι απλά ο βασικός οπαδός της υφιστάμενης καθεστηκυίας τάξης. Αντί να ενοχλούνται από την παρουσία της Εκκλησίας, οι συνηθισμένες δομές εξουσίας συχνά καθησυχάζονται από την απερίφραστη επιδοκιμασία της Εκκλησίας για την τρέχουσα τάξη των πραγμάτων.

Αλλά η κρίση του Θεού βρίσκεται πάνω από την Εκκλησία, όπως ποτέ άλλοτε. Εάν η σημερινή Εκκλησία δεν ανακτήσει το θυσιαστικό πνεύμα της πρώιμης Εκκλησίας, θα χάσει το γνήσιο δαχτυλίδι της, θα στερηθεί την εμπιστοσύνη εκατομμυρίων και θα απορριφθεί ως ένας ασήμαντος κοινωνικός σύλλογος χωρίς κανένα νόημα για τον εικοστό αιώνα. Κάθε μέρα συναντώ νέους ανθρώπους, των οποίων η απογοήτευση με την εκκλησία έχει φτάσει σε ξεκάθαρη αηδία. Ελπίζω ότι η Εκκλησία, στο σύνολό της, θα ανταποκριθεί στην πρόκληση τούτης της κρίσιμης ώρας.

Επιτρέψτε μου να επαναλάβω, ο εγκλεισμός που επιβλήθηκε από τους πολιτικούς είχε πιάσει το νόημα: δεν είμαστε απαραίτητοι και αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε μας. Οι εκκλησίες μας έχουν μια εξαιρετικά περιορισμένη αντίληψη της κοινότητας. Η κοινότητά μας περιορίζεται σε έναν όλο και μικρότερο αριθμό οικογενειών που μοιράζονται μια κοινή εθνοτική καταγωγή. Το γεγονός που έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για το ασήμαντο της παρουσίας μας ήταν η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ. Δεν φροντίζουμε τον γείτονά μας· ούτε καν γνωρίζουμε το όνομά του. Οι εκκλησίες μας έχουν τα ίδια επίπεδα ενσωμάτωσης με τις διάφορες λέσχες αθλητισμού, ίσως και χειρότερα. Έχουμε καταστήσει τον εαυτό μας «άσχετο». Έχουμε χάσει το «δαχτυλίδι της αυθεντικότητάς» μας. Έχουμε «στερηθεί την εμπιστοσύνη εκατομμυρίων». Έχουμε απογοητεύσει τους νέους μας μέχρι του σημείου της «ξεκάθαρης αηδίας».

Προτείνω να συνεχιστεί το κλείσιμο των Ορθόδοξων Εκκλησιών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κλείσιμο θα πρέπει να συνεχιστεί έως ότου «ανακτήσουμε το θυσιαστικό πνεύμα της πρώιμης Εκκλησίας». Το κλείσιμο θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να εκτιμήσουμε τον πλησίον μας, όπως μας δίδαξε ο Κύριός μας, ανεξάρτητα από το χρώμα ή την εθνοτική του καταγωγή. Το κλείσιμο θα πρέπει να συνεχιστεί έως ότου εγκαταλείψουμε τα γνωρίσματα εκείνα με τα οποία ορίζουμε τόσο ανόητα την κοινότητά μας ως Ελληνική, Σερβική, Ρωσική ή ό,τι άλλο μπορεί να είναι το εθνοτικό μας παρελθόν. Το κλείσιμο θα πρέπει να συνεχιστεί έως ότου μπορέσουμε να προσεγγίσουμε τη Θεία Κοινωνία με μια αληθινή αίσθηση μετάνοιας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία στις Ηνωμένες Πολιτείες εμφανώς έχει χάσει τον δρόμο της. Θα πρέπει να δώσει προσοχή στη μαρτυρία της Αλήθειας, που μας αφορά καθ’ ολοκληρίαν και που μας αναγκάζει να αντιμετωπίσουμε τη ρηχή κατανόησή του Ευαγγελίου μας. Το κλείσιμο θα πρέπει πράγματι να συνεχιστεί έως ότου δεσμευτούμε να «ανταποκριθούμε στην πρόκληση τούτης της κρίσιμης ώρας».

Ο Τεντ Θεόφιλος είναι μέλος της Ενορίας των Αγίων Αποστόλων στο Γουέστσεστερ του Ιλλινόις, Άρχων του Τάγματος του Αποστόλου Ανδρέα και μέλος του οργανισμού Leadership 100. Διετέλεσε Πρόεδρος της Νομικής Επιτροπής για την Ελληνική Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή ενώ υπήρξε μέλος του Αρχιεπισκοπικού Συμβουλίου.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.