Η διαθρησκειακή κοινότητα και η κρίση της φυλετικής αδικίας και ανισότητας

π. Εμμανουήλ Κλάψης (Fr. Emmanuel Clapsis)

...

Στις 4 Ιουνίου, οι ηγεσίες τεσσάρων θρησκευτικών οργανώσεων των «Θρησκειών υπέρ της Ειρήνης – Η.Π.Α.» (Religions for Peace – U.S.A.), της «Βουλής των Θρησκειών του Κόσμου» (Parliament of World Religions, PοWR), της «Πρωτοβουλίας των Ηνωμένων Θρησκειών» (United Religions Initiative, URI) και του «Διαθρησκειακού Κέντρου της Νέας Υόρκης» (Interfaith Center of New York, ICNY)– εξέδωσαν μια κοινή δήλωση με τίτλο: «Αυτή την επικίνδυνη στιγμή: Δήλωση θρησκευτικών ηγετών και κοινοτήτων για την κρίση της φυλετικής αδικίας και της ανισότητας και για τις σημερινές διαμαρτυρίες». Πρόκειται για μια σημαντική δήλωση, καθώς υπογράφεται από Εβραίους, Χριστιανούς, Μουσουλμάνους, Βουδιστές, Ινδουιστές, Μπαχάι, Ανθρωπιστές, Αυτόχθονες, Τζαϊνιστές, Σιχ, Ταοϊστές, Ενωτικούς Οικουμενιστές, Ζωροαστριστές και πολλούς άλλους, που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν, με ομοφωνία και με αίσθηση του επείγοντος, το συστημικό κακό του ρατσισμού που μαστίζει τις Η.Π.Α. Αντλώντας έμπνευση και δύναμη από τις πνευματικές πηγές της παραδόσεώς της, κάθε θρησκευτική κοινότητα υπογραμμίζει την αφοσίωσή της στη δικαιοσύνη, την ειρήνη και τη συμφιλίωση.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως ενεργό μέλος της διαθρησκειακής οργάνωσης «Θρησκείες υπέρ της Ειρήνης – Η.Π.Α.», συμμετέχει σε αυτή την κοινή μαρτυρία. Η συμμετοχή της σε αυτές τις προσπάθειες αντικατοπτρίζει το ήθος της, που εκφράστηκε με τον πλέον επίσημο τρόπο στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο (Κρήτη 2016), και που επιδιώκει διαθρησκειακή κατανόηση και συνεργασία, με σκοπό την προώθηση της ειρηνικής συνύπαρξης και της αρμονικής ζωής. Η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στην ομιλία του στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ειρήνης του Αλ-Αζάρ και στο Μουσουλμανικό Συμβούλιο των Πρεσβύτερων (2017), εξέφρασε την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ανάγκη για ανθρώπινη αλληλεγγύη και την προσήλωση της σ’ αυτόν τον στόχο αυτού μέσω της διαθρησκειακής συνεργασίας που οικοδομεί μια αντίληψη δικαιοσύνης και ειρήνης. Ο Πατριάρχης δήλωσε ότι η αξιοπιστία των θρησκευτικών κοινοτήτων στον σημερινό κόσμο εξαρτάται από το αν οι κοινότητες αυτές υποστηρίζουν ενεργά και εγγυώνται την αξιοπρέπεια και την ελευθερία όλων των ανθρώπων. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης πρότεινε ότι οι θρησκευτικές κοινότητες, οι κυβερνήσεις και η κοινωνία των πολιτών μόνο μέσω διαλόγου και συνεργασίας μπορούν να αντιμετωπίσουν την κοινή πρόκληση της οικοδόμησης ενός δίκαιου και ειρηνικού κόσμου.

Σύμφωνα με τη δήλωση του:

Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις προκλήσεις μόνο ενωμένοι. Κανένας –ούτε έθνος, ούτε κράτος, ούτε θρησκεία, ούτε επιστήμη ή τεχνολογία– δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνος του τα σημερινά προβλήματα. Χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον· χρειαζόμαστε κοινή κινητοποίηση, κοινές προσπάθειες, κοινούς στόχους, κοινό πνεύμα. Ως εκ τούτου, θεωρούμε την παρούσα πολύπλευρη κρίση ως μια ευκαιρία για επίδειξη αλληλεγγύης, για διάλογο και συνεργασία, για διαφάνεια και εμπιστοσύνη. Το μέλλον μας είναι κοινό και ο δρόμος προς αυτό το μέλλον είναι ένα κοινό ταξίδι. Όπως το γράφει και στους Ψαλμούς: «Ἰδοὺ δὴ τί καλὸν ἢ τί τερπνόν, ἀλλ᾿ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό;» (Ψαλμ. 132: 1).

Η προώθηση του αιτήματος για δικαιοσύνη,  ειρήνη και συμφιλίωση είναι καταρχήν μια θεάρεστη πράξη. Οι πιστοί, γεμάτοι με την αγάπη του Θεού για ολάκερη την ανθρωπότητα, είναι συν-δημιουργοί με τον Θεό, φτιάχνοντας έναν κόσμο που καθρεφτίζει όσο το δυνατόν περισσότερο την αγάπη, την ειρήνη και τη δικαιοσύνη του Θεού. Η απελευθέρωση από την αδικία, την καταπίεση, τον ρατσισμό και τη βία στον σημερινό κόσμο απαιτεί τη συνεργασία της Εκκλησίας με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες και τους θεόφρονες ανθρώπους, με αφετηρία τον κοινό τους ανθρωπισμό και το θείο πρόσταγμα να αγαπούν ο ένας τον άλλον. Η κοινή δήλωση που εκδόθηκε από τις τέσσερις θρησκευτικές οργανώσεις περιέγραψε τη σημερινή πραγματικότητα ως μια «επικίνδυνη στιγμή» και υπογράμμισε την ανάγκη να εργαστούμε όλοι μαζί για την καταπολέμηση της αδικίας, της καταπίεσης, του ρατσισμού και της βίας στην αμερικανική κοινωνία. Αυτή η δήλωση δεν αποτελεί μια θεωρητική συζήτηση για ένα υπερφυσικό επίπεδο ύπαρξης – αντίθετα, αντικατοπτρίζει την συγκρουσιακή φύση της ιστορίας. Αναγνωρίζει τον ρατσισμό, τη θεωρία της «λευκής υπεροχής» και την αστυνομική βαρβαρότητα εναντίον των Αφρο-αμερικανών ως πρόβλημα, που δικαιολογημένα προκάλεσε την έκρηξη ενός εύλογου και δίκαιου θυμού.

Οι θρησκευτικές κοινότητες αναγνώρισαν από κοινού ότι η «μάστιγα των διακρίσεων και του ρατσισμού είναι δομική, συστημική, συστηματική και θεσμική». Οι απαρχές αυτού του συστημικού κακού, που μαστίζει τη χώρα, δεν οφείλονται μονάχα σε πολιτιστικούς, οικονομικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς παράγοντες, αλλά και σε πνευματικούς και ηθικούς. Η παράδοση του ρατσισμού επηρεάζει κάθε πτυχή –«ορατή και αόρατη»– της προσωπικής και κοινωνικής μας ζωής. Οι θρησκευτικές κοινότητες παραδέχονται από κοινού ότι έχουν συμβάλει στο πρόβλημα του ρατσισμού και της αδικίας, λόγω της μακρόχρονης σιωπής τους και της έλλειψης δράσης. Αναγνωρίζουν ότι, με πολλούς και ποικίλους τρόπους, δόγματα των αντίστοιχων θρησκευτικών τους παραδόσεων έχουν παρερμηνευτεί με σκοπό να διαιωνίσουν τη μάστιγα του ρατσισμού. «Τα ιερά κείμενα και οι παραδόσεις μας έχουν χρησιμοποιηθεί, εσφαλμένα, για να ενισχύσουν την φυλετική αδικία». Αλλά, κατά την άποψή τους, οι θρησκευτικές παραδόσεις αποτελούν «ένα βαθύ πηγάδι», από το οποίο αντλούν έμπνευση και δύναμη που τους επιτρέπουν να δρουν υπέρ της ειρήνης και της δικαιοσύνης. «Οι άνθρωποι που πιστεύουν πρέπει να υπερασπίζονται την αγάπη, την ισότητα, την ισοτιμία και τη δικαιοσύνη». Οι θρησκευτικές κοινότητες, συμπεριλαμβανομένης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εφόσον αναγνωρίζουν ότι η πίστη τους έχει χειραγωγηθεί για καταπιεστικούς και άδικους σκοπούς, έχουν την ευθύνη να αναδείξουν εκείνες τις πτυχές της παράδοσής τους που προάγουν τη δικαιοσύνη, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων. Πρέπει να αναθεωρήσουν τα προγράμματα θρησκευτικής εκπαίδευσης και τις πνευματικές τους παραδόσεις, προσπαθώντας να βρουν καλύτερους τρόπους για να καλλιεργήσουν τη συνείδηση ​​των πιστών σχετικά με την υποχρέωση τους να σέβονται και να φροντίζουν όλους τους ανθρώπους, που είναι αγαπημένα παιδιά του Θεού ανεξάρτητα από την κοσμοθεωρία, τη φυλή, το χρώμα ή τον πολιτισμό τους. Η διαθρησκειακή συνεργασία και ο διάλογος προσφέρουν ευκαιρίες σε όλες τις προσηλωμένες εμπλεκόμενες θρησκευτικές κοινότητες να ανακαλύψουν εκ νέου τις πτυχές της αντίστοιχης παράδοσής τους, καθώς επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι σε κάθε μια από τις θρησκευτικές αυτές κοινότητες, θα υπάρχουν και άνθρωποι που για διάφορους λόγους ασπάζονται έναν «Θεό της φυλής» και αρνούνται να αναγνωρίσουν την οικουμενικότητα της αγάπης του Θεού, που απαιτεί από αυτούς να αγαπούν, φροντίζουν και να σέβονται την ανθρωπότητα ως ποικιλόμορφο φυλετικό, θρησκευτικό, πολιτιστικό και εθνοτικό σύνολο.

Η διογκούμενη κοινωνική αναταραχή και η πόλωση που έχει προκαλέσει η μάστιγα του ρατσισμού, καλεί τις θρησκευτικές κοινότητες, την κοινωνία των πολιτών και τις κυβερνήσεις να ακούσουν τις φωνές των ανθρώπων που υποφέρουν και να αντιμετωπίσουν τις δίκαιες ανησυχίες τους. Προσπαθώντας να κατευνάσει την κοινωνική αναταραχή, η δήλωση των θρησκευτικών κοινοτήτων ορθά προειδοποιεί ότι κάθε δράση που αναλαμβάνουν οι άνθρωποι «αποτελεί ξεκάθαρο βήμα προς έναν από τους δύο πιθανούς δρόμους: τη δημοκρατία χωρίς αποκλεισμούς ή το αυταρχικό κράτος». Οι θρησκευτικές κοινότητες επέλεξαν ανεπιφύλακτα «να προχωρήσουν αποφασιστικά προς μια δημοκρατία χωρίς αποκλεισμούς, όπου ευδοκιμούν οι θρησκείες και οι ελευθερίες». Πρέπει υπεύθυνα να «ενεργήσουν τώρα» και να περάσουν συνειδητά μέσα από τις αληθινές δυσκολίες αυτής της κρίσης και απ’ ό,τι άλλο θα ακολουθήσει, όπου απαιτείται να συμβάλουν οι θρησκευτικές κοινότητες στη θεραπεία που χρειάζεται η κοινωνία. Φυσικά, μια τέτοια ενεργή συμμετοχή στη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού και της ειρήνευσης, που στοχεύει στην εξάλειψη της αδικίας και των διακρίσεων, δεν πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένες πολιτικές ιδεολογίες αλλά στα «βαθιά πηγάδια» της πίστης της κάθε θρησκευτικής κοινότητας για την καλλιέργεια ελπίδας, δικαιοσύνης και συμφιλίωσης. Η αποτελεσματική έκφραση των εκάστοτε θρησκευτικών παραδόσεών στην τρέχουσα κατάσταση απαιτεί από τους θεοσεβούμενους ανθρώπους να ενημερώνονται για τις πραγματικές επιπτώσεις του ρατσισμού και να συμπορεύονται με τα κινήματα των έγχρωμων ανθρώπων που αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη, την ισοτιμία και την ισότητα. Μια δυναμική μαρτυρία των θρησκευτικών κοινοτήτων ενάντια σε όλες τις ύπουλες μορφές του προβλήματος του ρατσισμού, περιλαμβάνει τη συμμετοχή σε διαδηλώσεις, την καταγγελία των φυλετικών αδικιών και τη συνεργασία με κοινότητες που έχουν πληγεί. Οι θρησκευτικές κοινότητες θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνουν τον εθελοντισμό και τη συμμετοχή σε φιλανθρωπικούς οργανισμούς που εργάζονται για την προώθηση της φυλετικής δικαιοσύνης και της αρμονίας.

Έτσι, οι θρησκευτικές κοινότητες δεν παραμένουν αδιάφορες, απλά προσευχόμενες στον Θεό να φέρει θεραπεία και συμφιλίωση, αλλά τολμούν να διαλέξουν πλευρά: «Είμαστε εδώ για να συμπαρασταθούμε σε εκείνους που έχουν δίκαια και δικαιολογημένα εξοργισθεί με την αστυνομική βαρβαρότητα και τη φυλετική αδικία και που αισθάνονται ότι οι θρήνοι τους αγνοούνται και δεν εισακούονται». Ενώνουν τις φωνές και τις ενέργειές τους με τους διαδηλωτές, ενώ προσεύχονται ασταμάτητα για την επικράτηση της ειρήνης και της δικαιοσύνης και για τη θεραπεία των ψυχών όλων εκείνων που αισθάνονται πόνο από αυτά τα τραύματα. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι συνηγορούν υπέρ των παραλόγων εκρήξεων βίας και των λεηλασιών. Η λεηλασία αντιμετωπίζεται ως απόσπαση από τους βασικούς λόγους που, ως συλλογικές ανησυχίες, προκάλεσαν τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας· δηλαδή, την αντιμετώπιση της φυλετικής αδικίας, της αστυνομικής βίας και της λευκής υπεροχής.

Η αστυνομική βαρβαρότητα, ως τραγικό επιφαινόμενο του συστημικού ρατσισμού που πρέπει να αντιμετωπιστεί, δεν θα πρέπει να αποτελεί πρόσχημα για την απαξίωση της εφαρμογής των νόμων που εξασφαλίζουν την ασφάλεια και την ευημερία των ανθρώπων. «Η εφαρμογή των νόμων έχει σημαντικό και ζωτικό ρόλο στην κοινωνία μας, καθώς μας εξυπηρετεί και μας προστατεύει όλους, και στηρίζουμε τις ειρηνικές ενέργειές για την προώθηση δίκαιων νόμων». Οι άνθρωποι θα πρέπει να μπορούν να νοιώθουν εμπιστοσύνη στην εφαρμογή του νόμου, που πρέπει να είναι δίκαιη και ισότιμη προς όλους. Οι πολιτικοί ηγέτες, καθώς και τα όργανα της τάξης, πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι άνθρωποι θα έχουν τον χώρο και την ελευθερία να εκφράσουν τη βούλησή τους, μέσω εποικοδομητικών ειρηνικών διαμαρτυριών, ενάντια σε κάθε μορφή αδικίας και ρατσισμού.

Η συστημική φύση του ρατσισμού, της βίας και της αδικίας απαιτεί «μια μακροχρόνια προσπάθεια αντιμετώπισης που θα διαρκέσει ολόκληρες γενιές». Ακόμα κι αν η ηθική αγανάκτηση υποχωρήσει και η προσοχή των μέσων ενημέρωσης στραφεί σε άλλα θέματα (αν και δεν θα έπρεπε), οι θρησκευτικές κοινότητες οφείλουν να συνεχίσουν να εργάζονται  με όλες τους τις δυνάμεις τους και να συνεργάζονται για να εξαφανίσουν τις ύπουλες επιπτώσεις της δύσμορφης κληρονομιάς της σκλαβιάς, της ασθένειας του ρατσισμού και των πολλαπλών μορφών διακρίσεων στις κοινότητές μας. Οι θρησκευτικές κοινότητες θα μπορούσαν να κάνουν αξιόπιστο το κοινό τους όραμα για μια κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς, προωθώντας αλλαγές όχι μόνο στην κοινωνία αλλά και στην εσωτερική τους ζωή, υποστηρίζοντας προσπάθειες για πολυμορφία, ισότητα και συμπερίληψη στους χώρους λατρείας, στους τόπους εργασίας και στη ζωή τους.


Ο π. Εμμανουήλ Κλάψης είναι Καθηγητής Θεολογίας στην έδρα Αρχιεπίσκοπος Ιακώβος στην Ελληνορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού (Βοστώνη, Η.Π.Α.)

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.