Η Αγία Σοφία και η πρόκληση της θρησκευτικής ελευθερίας

Τζωρτζ Δημακόπουλος (George Demacopoulos)

Hagia Sophia

Οι χριστιανοί ηγέτες και οι κοσμικές κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο καταδίκασαν, για σοβαρούς λόγους, την πρόσφατη απόφαση του ανώτατου τουρκικού δικαστηρίου για την εκ νέου μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Πράγματι, η απόφαση αυτή είναι απλώς το τελευταίο βήμα σε μια προσπάθεια της τουρκικής κυβέρνησης, εδώ και έναν αιώνα περίπου, για απάλειψη τόσο της ιστορίας όσο και της παρουσίας του χριστιανισμού στην Τουρκία. Και ενώ ο Πρόεδρος Ερντογάν, συνηγορώντας υπέρ της μετατροπής αυτής δεν κάνει τίποτε περισσότερο από το να καλοπιάνει τους συντηρητικούς ισλαμιστές που σκληραίνουν την κριτική εναντίον του, η απόφαση αυτή θέτει μια σειρά από δύσκολες ερωτήσεις σε όσους υπερασπίζονται τις διωκόμενες χριστιανικές μειονότητες στην περιοχή, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα της «θρησκευτικής ελευθερίας».

Κατ’ αρχήν, τίθεται το ερώτημα εάν η αναγκαστική μετατροπή της Αγίας Σοφίας από τζαμί σε μουσείο, το 1935, ήταν, μιλώντας αντικειμενικά, λογική κίνηση μιας κοινωνίας που φιλοδοξούσε να γίνει δημοκρατική. Δεν αποτελεί μυστικό ότι ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο πατέρας του σύγχρονου τουρκικού κράτους, επιδίωξε αυτήν την αλλαγή στο πλαίσιο μιας μεγάλης κλίμακας προσπάθειας που απέβλεπε στην αποκοπή των δεσμών με την ιστορική εξουσία του Ισλάμ στην οθωμανική κοινωνία και στην προώθηση του οράματός του για μια μελλοντική Τουρκία, η οποία θα ήταν ριζικά κοσμική.

Αποτελεί άραγε υπεράσπιση της θρησκευτικής ελευθερίας η κρατική απαγόρευση των δημοσίων προσευχών (οποιασδήποτε μορφής) σε έναν ιερό χώρο; Αφήνοντας προσωρινά στην άκρη το ζήτημα της χριστιανικής καταγωγής της Αγίας Σοφίας, υπάρχει άραγε τρόπος να κατανοήσουμε την απόφαση της περασμένης εβδομάδας ως μια εν μέρει διορθωτική απάντηση στις υπερβολές της στρατευμένης κοσμικής ιδεολογίας; Πώς θα αντιδρούσαν οι χριστιανοί στη Δύση, εάν οι δικές τους κυβερνήσεις είχαν κάνει κάτι παρόμοιο με το αναγκαστικό κλείσιμο της Αγίας Σοφίας, ως τζαμιού, το 1935;

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, πώς θα αντιδρούσαμε, αν μια μελλοντική γαλλική κυβέρνηση δηλώσει ότι η αποκαταστημένη (μετά την πυρκαγιά) Παναγία των Παρισίων, θα λειτουργήσει ως μουσείο και όχι ως εκκλησία, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν πιο σύμφωνο με τη προσήλωση της Γαλλίας στην κοσμικότητα του κράτους (laicité) και επειδή η συγκεκριμένη κυβέρνηση θα θεωρούσε αναγκαίο να προωθήσει τον γαλλικό εθνικισμό ενάντια σε ένα παγκόσμιο θρησκευτικό δίκτυο με κέντρο τη Ρώμη, ανεξάρτητα από τη χριστιανική κληρονομιά της Γαλλίας.

Ασφαλώς, η σύγκριση με την Παναγία των Παρισίων δεν είναι αναγκαστικά η καλύτερη, αναδεικνύει ωστόσο την πολυπλοκότητα του υπό εξέταση ζητήματος· υπάρχουν πολλοί που θεωρούν την απόφαση του τουρκικού δικαστηρίου ως νίκη της θρησκευτικής ελευθερίας ενάντια στις υπερβολές ενός κοσμικού κράτους. Επομένως, για να έχουν αποτέλεσμα, οι χριστιανοί υπέρμαχοι της θρησκευτικής ελευθερίας στο εξωτερικό θα πρέπει να λάβουν υπόψη αυτήν την άποψη, όπως επίσης θα πρέπει να θυμούνται ότι η θρησκευτική ελευθερία είναι μια άχρηστη έννοια, εάν τη χρησιμοποιούν μονάχα για την προστασία των χριστιανών από διακρίσεις ή εάν δεν καταδικάζουν και την καταπίεση των θρησκευτικών μειονοτήτων στις δικές τους κοινότητες.

Με λίγα λόγια, η απόφαση του δικαστηρίου επισημαίνει επίσης το δίλημμα οποιασδήποτε κοινωνίας που επιδιώκει να εξισορροπήσει τις αντικρουόμενες απαιτήσεις θρησκευτικής ελευθερίας μέσα στο πλαίσιο του πλουραλισμού. Οι περισσότερες κοσμικές δημοκρατίες αγωνίζονται να προστατεύσουν τα δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων, καθώς και των μη θρησκευτικών, θεσπίζοντας νόμους που αποτρέπουν τις δομικές προκαταλήψεις και ενθαρρύνουν τις ίσες ευκαιρίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό σήμαινε μια σταθερή μείωση των προνομίων της (προτεσταντικής) χριστιανικής ηθικής οπτικής, ήδη από τη δεκαετία του 1960. Όμως, αυτή η μείωση, με τη σειρά της, οδήγησε σε μια σειρά νομικών διεκδικήσεων από τους συντηρητικούς θρησκευόμενους που θεωρούν ότι πέφτουν οι ίδιοι θύματα διακρίσεων λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Μια ειρωνεία είναι ότι, παρόλο που ανήκουν σε διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις, πολλοί Αμερικανοί χριστιανοί και ο Πρόεδρος Ερντογάν συμμερίζονται ως θεμελιώδη την πεποίθηση ότι η διακυβέρνηση μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιείται για την προαγωγή ενός συγκεκριμένου τύπου κοσμοθεωρίας που εδράζεται στην πίστη.

Όμως οι χριστιανοί της Τουρκίας δεν ζουν στο κενό και η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί αναζωπυρώνει το τραύμα της ιστορικής κατάκτησης, όμοια όπως και η πρόσφατη κατάσχεση και καταστροφή χριστιανικών εκκλησιών από την τουρκική κυβέρνηση. Όμως δεν υπάρχει καμιά σύγκριση μεταξύ του γολγοθά που ζουν οι χριστιανοί στην Τουρκία και των Αμερικανών Ευαγγελικών που θεωρούν ότι βρίσκονται υπό διωγμό λόγω της νομιμοποίησης του γάμου των ομοφυλοφίλων.

Αυτό που κάνει την απόφαση του τουρκικού δικαστηρίου πραγματικά επικίνδυνη για τις χριστιανικές μειονότητες της χώρας είναι ότι δεν πρόκειται απλά για την δικαστική διορθωτική κίνηση μιας επιθετικής εκκοσμίκευσης που παραβιάζει τα θρησκευτικά δικαιώματα των μουσουλμάνων. Ούτε άλλωστε πρόκειται για ένα αμερόληπτο δικαστήριο που σταθμίζει τα αντίστοιχα θρησκευτικά δικαιώματα των πλειοψηφικών και μειοψηφικών πληθυσμών. Πρόκειται αντίθετα για την εσκεμμένη προσπάθεια ενός καθοδηγούμενου δικαστηρίου να συμβάλει στον μύθο μιας Τουρκίας χωρίς χριστιανικές ρίζες.

Μέσα από γενοκτονίες, πογκρόμ, δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων, παρενοχλήσεις και ανακατασκευές της Ιστορίας, οι Τούρκοι ηγέτες έχουν επανειλημμένα αποδείξει ότι δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον να αναγνωρίσουν –πόσο μάλλον να προστατεύσουν– τις χριστιανικές μειονότητες της χώρας τους. Ο Ερντογάν υπερασπίστηκε εδώ και πολύ καιρό την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε ένα τζαμί, επειδή ακριβώς υπενθυμίζει την οθωμανική κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης που αποτελεί για εκείνον ένα ισχυρό σύμβολο της καταστροφής του χριστιανισμού από το Ισλάμ.

Έτσι, η πρόκληση για τους υποστηρικτές της θρησκευτικής ελευθερίας είναι ότι θα πρέπει να βρουν έναν πειστικό τρόπο να εξηγήσουν ότι ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσείο το 1935 παραβίασε τη θρησκευτική ελευθερία ορισμένων Τούρκων, η μετατροπή αυτή εξυπηρετούσε ένα στόχο αύξησης της θρησκευτικής ελευθερίας, παρέχοντας σιωπηρή αναγνώριση τόσο των χριστιανικών ριζών της Τουρκίας όσο και της συνεχιζόμενης παρουσίας των χριστιανών στην Τουρκία.

Ακριβώς για αυτούς τους λόγους η Αγία Σοφία θα πρέπει να συνεχίσει να προβάλλει το χριστιανικό της παρελθόν, διότι οι άνθρωποι του κόσμου –και ειδικά οι πολίτες της Τουρκίας– πρέπει να γνωρίζουν τη χριστιανική καταγωγή της Τουρκίας, ακριβώς όπως θα πρέπει να γνωρίζουν και τον φρικτό τρόπο με τον οποίο η τουρκική κυβέρνηση αντιμετώπισε τις χριστιανικές μειονότητές της στο παρελθόν.


Ο Τζωρτζ Δημακόπουλος είναι Καθηγητής στην Έδρα Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών «Fr. John Meyendorff and Patterson Family» και συν-διευθυντής του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Fordham (Νέα Υόρκη, ΗΠΑ).

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.