Το τέλος της μετα-Σοβιετικής θρησκείας
Η Ρωσική Ορθοδοξία ως εθνική εκκλησία

Κριστίνα Στεκλ (Kristina Stoeckl)

...

Από τις 4 Ιουλίου 2020, η τροποποίηση του ρωσικού συντάγματος –που προτάθηκε από τον Πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν τον Ιανουάριο, εγκρίθηκε ομαλά από την Κρατική Δούμα και το Συνταγματικό Δικαστήριο τον Μάρτιο και επιβεβαιώθηκε σε ένα πανεθνικό δημοψήφισμα με 78,56% των ψήφων–τέθηκε σε ισχύ. Όπως γενικώς συζητιέται, ο κύριος σκοπός της τροπολογίας ήταν να εξασφαλίσει στον Πούτιν τη δυνατότητα δύο ακόμη θητειών. Αλλά τι σημασία έχει η συνταγματική τροποποίηση του 2020 για τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία;

Υπάρχουν τέσσερα σημεία στο τροποποιημένο σύνταγμα που είναι αποτέλεσμα των εύστοχων κινήσεων του Πατριαρχείου της Μόσχας.

Πρώτον, στην προετοιμασία της ρωσικής συνταγματικής μεταρρύθμισης του 2020, ο Πατριάρχης Κύριλλος προώθησε την ιδέα να αναφερθεί ο Θεός στο προοίμιο του Συντάγματος. «Δεν ήταν ήδη ο Θεός μέρος του εθνικού ύμνου της Ρωσικής Ομοσπονδίας;» ρώτησε ο Πατριάρχης κατά τη διάρκεια μιας επίσημης λειτουργίας στον καθεδρικό ναό του Σωτήρος Χριστού της Μόσχας. Ο ρωσικός εθνικός ύμνος χρησιμοποιεί τη μελωδία του παλιού σοβιετικού εθνικού ύμνου, με στίχους του 2000 που περιλαμβάνουν τη φράση «Η Ρωσία, το ιερό έθνος μας […], η πατρίδα μας που προστατεύεται από τον Θεό» και επαναλαμβάνουν την προτροπή της Ρωσικής Ορθόδοξης λειτουργία «Ας προσευχηθούμε στον Κύριο για τη χώρα μας που προστατεύεται από τον Θεό». Η επιτροπή που ήταν αρμόδια για τις συνταγματικές τροποποιήσεις αποδέχτηκε την πρόταση, αλλά όχι στο προοίμιο, το οποίο παρέμεινε αμετάβλητο. Αντ ’ αυτού, προστέθηκε μια νέα παράγραφος (67-1, 2), η οποία αναφέρει: «Η Ρωσική Ομοσπονδία, ενωμένη μέσω μιας χιλιετούς ιστορίας, διατηρώντας τη μνήμη των προγόνων που μας μεταβίβασαν τα ιδανικά και την πίστη στον Θεό [веру в Бога], καθώς και τη συνέχιση της ανάπτυξης του ρωσικού κράτους, αναγνωρίζει την ιστορικά καθιερωμένη κρατική ενότητα.»

Δεύτερον, ο αρχιπρεσβύτερος Ντμίτρι Σμιρνόφ, επικεφαλής της Πατριαρχικής Επιτροπής για την Οικογένεια και την Προάσπιση της Μητρότητας και των Παιδιών, πρότεινε ότι το νέο σύνταγμα πρέπει να κάνει ξεκάθαρο «τον ειδικό ρόλο που έπαιξε ο ρωσικός λαός [русский народ] στο σχηματισμό του Ρωσικού κράτους». Δεν αρνήθηκε ότι οι πολλές διαφορετικές εθνοτικές ομάδες που ζουν μέσα στη Ρωσία έχουν επίσης διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη ρωσική ιστορία, αλλά μόνο ο ρωσικός λαός, είπε, ήταν «λαός που σχηματίζει κράτος». Η έκφραση «λαός που σχηματίζει κράτος» [государствообразующий народ] περιλαμβάνεται τώρα στο τροποποιημένο σύνταγμα. Ο επίσκοπος Σάββα (Τουτούνοφ) του Ζελένογκραντ εξήγησε την ιδέα ως εξής: «Για τον πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό λαό της Ρωσίας, ο ρωσικός λαός, ο ρωσικός πολιτισμός και η ρωσική γλώσσα είναι διαμορφωτικοί. Χωρίς να καταστέλλουν τα χαρακτηριστικά των άλλων εθνικοτήτων και των άλλων λαών, είναι διαμορφωτικοί. Για όλο το εύρος των πολιτισμών και των παραδόσεων της Ρωσίας, η «ρωσικότητα» μπορεί να παρομοιαστεί με τον σκελετό πάνω στον οποίο δομούνται και συγκρατούνται οι φλέβες και οι μύες. Και χωρίς σκελετό, το σώμα μετατρέπεται σε άμορφη, ανοργάνωτη, αντιφατική μάζα.» Στη νέα παράγραφο 68, η σημασία της έκφρασης περιορίζεται σε αυτή της ρωσικής γλώσσας: «Η επίσημη γλώσσα της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε ολόκληρη την επικράτειά της είναι η ρωσική ως η γλώσσα του λαού που σχηματίζει το κράτος που αποτελεί μέρος της πολυεθνικής ένωσης ίσων λαών της Ρωσικής Ομοσπονδίας.»

Η τρίτη ιδέα που προωθήθηκε από το Πατριαρχείο της Μόσχας τέθηκε στη συζήτηση από τον Κωνσταντίνο Μαλοφέγιεφ, διευθυντή του συντηρητικού ιδρύματος «Βασίλειος ο Μέγας» και, από το 2018, αντιπρόεδρο του συντηρητικού Παγκοσμίου Ρωσικού Λαϊκού Συμβουλίου. Είπε ότι το σύνταγμα πρέπει να ορίζει ότι ο γάμος γίνεται μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας, προκειμένου να τεθεί φραγμός στη νομιμοποίηση των γάμων μεταξύ ομοφύλων. Αμέσως τοποθετήθηκε ευνοϊκά ο εκπρόσωπος Τύπου του Πατριαρχείου της Μόσχας, Βλαντιμίρ Λεγκοϊντά, ο οποίος πρόσθεσε ένα τέταρτο στοιχείο στη συνταγματική «λίστα επιθυμιών» της Εκκλησίας, και αυτό ήταν ότι και οι «παραδοσιακές οικογενειακές αξίες» πρέπει να ενσωματωθούν στο σύνταγμα. Και οι δύο αυτές προσθήκες κατέληξαν στο τροποποιημένο σύνταγμα. Η παράγραφος (72, 1) περιλαμβάνει τώρα την «υπεράσπιση του θεσμού του γάμου ως ένωσης άνδρα και γυναίκας» [брака как союза мужчины и женщины] και στην παράγραφο (114, 1) αναφέρει την «διατήρηση των παραδοσιακών οικογενειακών αξιών» [сохранения традиционных семейных ценностей] μεταξύ των στόχων της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Εν ολίγοις, οι αξιωματούχοι της Εκκλησίας πέτυχαν να αντικατοπτρίσουν τις προτεραιότητές τους στο ρωσικό σύνταγμα του 2020. Αλλά ποιες είναι οι ιδέες και οι στρατηγικοί στόχοι πίσω από αυτές τις προτεραιότητες; Ποια είναι η σημασία τους; Υποστηρίζω ότι και τα τέσσερα στοιχεία που προωθεί το Πατριαρχείο της Μόσχας δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: η Ρωσική Ορθοδοξία γίνεται εθνική εκκλησία. Εάν αυτό ισχύει, τότε για τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης του 2020 σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής: την εποχή της μετα-σοβιετικής Ρωσικής Ορθοδοξίας.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια, μετά την πτώση του κομμουνισμού, υπήρχαν πολλοί επιλέξιμοι ρόλοι για την Εκκλησία μέσα στη ρωσική κοινωνία. Σε ένα επερχόμενο άρθρο μου για το επιστημονικό περιοδικό Ερευνητικές προοπτικές στη θρησκεία και την Πολιτική του Μπριλ, υποστηρίζω ότι τέσσερις εμπειρίες χαρακτήρισαν τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τη διάρκεια του κομμουνισμού: η καταστολή, η διαφωνία, η συνεργασία και η μετανάστευση. Αυτές οι πολύπλευρες εμπειρίες, προοιώνιζαν διαφορετικούς ρόλους για τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στη μετα-κομμουνιστική περίοδο. Η Εκκλησία είχε τη δυνατότητα να είναι τα πάντα: μια ακμάζουσα πίστη υπό συνθήκες θρησκευτικής ελευθερίας, ένας υποστηρικτής του εκδημοκρατισμού και εν δυνάμει ελεγκτής της κυβέρνησης, ένας πρόθυμος συνεργάτης μέσα σε ένα κοσμικό κράτος ή μια εκκλησία οιονεί κράτος. Και στην πραγματικότητα, η Εκκλησία ήταν όλα αυτά, ανάλογα με το θέμα για το οποίο μιλούσαμε. Η μετα-σοβιετική Ρωσική Ορθοδοξία χαρακτηρίστηκε από αμφιθυμία και πολυφωνία, που κυμαινόταν μεταξύ ελευθερίας και ελέγχου, εθνικισμού και υπερεθνικισμού, φανερώνοντας διαφορετικές όψεις του εαυτού της στους πιστούς, στο ρωσικό κράτος, στην παγκόσμια Ορθοδοξία και στη διεθνή πολιτική.

Η πιο σημαντική εξέλιξη των τελευταίων τριάντα ετών ήταν το παγκόσμιο πρόγραμμα του Πατριαρχείου της Μόσχας. Τα χρόνια πριν την ενθρόνιση του Πατριάρχη Κυρίλλου, το 2009, χαρακτηρίστηκαν από μια αργή διαδικασία εκσυγχρονισμού και ανοίγματος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σε παγκόσμιες υποθέσεις. Ο Κύριλλος, πρέπει να θυμόμαστε, ανέλαβε το θρόνο του με τη φήμη ενός εκσυγχρονιστή. Υπό την ηγεσία του, το Τμήμα Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων απέκτησε εκπροσώπηση στις Βρυξέλλες, και ο πρώτος ιστότοπος του τη δεκαετία του 1990 (ο οποίος πλέον δεν ενημερώνεται, αλλά είναι προσβάσιμος) είχε την σχεδόν προγραμματική διαδικτυακή διεύθυνση «Ορθόδοξη Ευρώπη» (http://orthodoxeurope.org/). Το Πατριαρχείο της Μόσχας έγινε διεθνής παράγοντας του ηθικού νόμου, εκδίδοντας δηλώσεις για αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθιερώνοντας δεσμούς με χριστιανικές δεξιές ομάδες στη Δύση και συνεργαζόμενο τακτικά με τη Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Υποθέσεων. Οι δύο τελευταίες τροπολογίες σχετικά με τις παραδοσιακές οικογενειακές αξίες πρέπει να ερμηνευθούν στο πλαίσιο αυτής της παγκόσμιας ατζέντας, η οποία στοχεύει κυρίως σε άλλες χριστιανικές ομολογίες και στην πολιτική και επιδιώκει να καθιερώσει τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ως τον κύριο υπερασπιστή της χριστιανικής παραδοσιοκρατίας στους παγκόσμιους πολιτιστικούς πολέμους .

Για μεγάλο μέρος της μετα-σοβιετικής περιόδου, το Πατριαρχείο της Μόσχας καλλιέργησε μια υπερεθνική εικόνα του εαυτού του, προβάλλοντας την εικόνα της Ρωσικής Ορθοδοξίας ως διακρατικής εκκλησίας με ευρύ φάσμα κανονικών δικαιοδοσιών, πολιτισμικών και γλωσσικών δεσμών με λαούς πέρα ​​από τα σύνορα τη Ρωσικής Ομοσπονδίας, συμπεριλαμβανομένης της Λευκορωσίας, της Ουκρανίας, της Εσθονίας, της Φινλανδίας, της Γεωργίας, της Μολδαβίας και άλλων περιοχών του κόσμου. Ο Ρωσικός Κόσμος [русский мир] ήταν πάνω απ’ όλα μια πολιτισμική έννοια, και ως εκ τούτου ακριβώς το αντίθετο από την ιδέα ενός εθνικού κράτους. Πίσω από τον Ρωσικό Κόσμο ως θρησκευτική και πολιτισμική έννοια υπήρχε η ιδέα ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία θα μπορούσε να υπάρχει σε διαφορετικές χώρες και διαφορετικές πολιτικές πραγματικότητες. Αλλά αυτή η ιδέα άρχισε να κομματιάζεται όταν η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία το 2014 και ξέσπασε πόλεμος στην Ανατολική Ουκρανία. Η απάντηση του Πατριάρχη σε αυτά τα γεγονότα ήταν αμφίσημη. Η Ουκρανία θα μπορούσε να είναι η περίπτωση που θα έδειχνε ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν έτοιμη και ικανή να λειτουργήσει σε διαφορετικές, ακόμη και εχθρικές πολιτικές πραγματικότητες, αλλά αντί γι αυτό απέδειξε μόνο την αποτυχία αυτής της ιδέας. Με τη σύγκρουση στην Ουκρανία και την απόσχιση μέρους της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Μόσχας, το 2018, τα διακρατικά σχέδια της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας έχουν σε μεγάλο βαθμό καταρρεύσει.

Ο ρόλος της Εκκλησίας στη συνταγματική τροποποίηση του 2020 είναι το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. Η τροπολογία σχετικά με τους Ρώσους ως «λαό που σχηματίζει κράτος» μεταφέρει έναν εθνογλωσσικό εθνικισμό, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τη υπερεθνική στρατηγική του Πατριαρχείου της Μόσχας τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ο Κύριλλος προκάλεσε την ένταξη του «Θεού» στο σύνταγμα με αναφορά στον εθνικό ύμνο της Ρωσίας και οι παράγραφοι σχετικά με τις παραδοσιακές οικογενειακές αξίες πρέπει να ιδωθούν με βάση το κρατικό συμφέρον της υπερίσχυσης της εθνικής νομικής κυριαρχίας έναντι των διεθνών προτύπων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Οι συνταγματικές τροποποιήσεις για τις οποίες η Εκκλησία άσκησε πιέσεις επιβεβαιώνουν ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται εθνική εκκλησία της Ρωσίας. Μεταξύ των πολλών διαφορετικών ρόλων που η Ρωσική Ορθοδοξία έπαιξε και θα μπορούσε να παίξει μέσα στη ρωσική κοινωνία κατά τη μετα-σοβιετική περίοδο, αυτός είναι ο ρόλος που επικράτησε. Η πορεία του Πατριαρχείου της Μόσχας, τουλάχιστον για το εγγύς και μεσοπρόθεσμο μέλλον, φαίνεται καθορισμένη: η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία θα είναι εθνική εκκλησία.

Τα εγκαίνια της μνημειακής Εκκλησίας των Ενόπλων Δυνάμεων στα περίχωρα της Μόσχας, τον Ιούνιο του 2020, συμβολίζουν αυτό το πέρασμα. Ο στρατιωτικός αυτός ναός αποτελεί μνημείο της νίκης της Σοβιετικής Ένωσης έναντι της ναζιστικής Γερμανίας. Το αρχικό σχέδιο για το εσωτερικό της εκκλησίας περιελάμβανε μια τοιχογραφία του Πούτιν και άλλων κορυφαίων πολιτικών ως μνημείο της προσάρτησης της χερσονήσου της Κριμαίας το 2014, αλλά οι αντικρουόμενες σχετικές γνώμες οδήγησαν στην κατάργησή της. Ίσως είναι πολύ νωρίς για να κρίνει κανείς, αλλά θέλω να προτείνω ότι το Σύνταγμα του 2020, σε συνδυασμό με την ανέγερση της Εκκλησίας των Ενόπλων Δυνάμεων, σηματοδοτεί το τέλος της διαταραγμένης, αμφιλεγόμενης και τελικά ανοιχτής εποχής της μετα-σοβιετικής Ρωσικής Ορθοδοξίας και τον επαναπροσδιορισμό –και την περιχαράκωση– της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ως εθνικής εκκλησίας.

* Η συγγραφέας θέλει να ευχαριστήσει τον Ντμίτρι Ουζλάνερ και τον Αντρέι Σίσκοφ για τα σχόλιά τους σχετικά με αυτό το κείμενο.


Η Κριστίνα Στεκλ είναι καθηγήτρια κοινωνιολογίας και επικεφαλής του προγράμματος «Μετα-εκκοσμικευμένες συγκρούσεις» στο Πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ, στην Αυστρία.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.