Σκέψεις πάνω στην πίστη και την επιστήμη υπό την απειλή του COVID-19

Ερμίνα Νεντελέσκου (Hermina Nedelescu)

...

Η επιστήμη αναζητά την αλήθεια στον φυσικό κόσμο μέσω της παρατήρησης και του πειράματος. Οι επιστήμονες καθοδηγούνται από μια έμφυτη περιέργεια που ενθαρρύνει την εφευρετική σκέψη και τους οδηγεί να ανακαλύψουν τον τρόπο λειτουργίας της φύσης. Η επιστήμη είναι μια μέθοδος για να διεισδύσουμε στον άγνωστο φυσικό κόσμο, ο οποίος, αρχικά, μπορεί να μοιάζει ακατανόητος. Παρόλα αυτά, γνωρίζουν οι επιστήμονες ότι μέσα στην ασάφεια αυτή υπάρχει εκπληκτική ομορφιά, συγκροτημένη από μοτίβα μεστά νοήματος, τα οποία μας περιμένουν να τα ανακαλύψουμε. Ένα παράδειγμα είναι ο εγκέφαλος, ο οποίος παραμένει, εν πολλοίς, άγνωστος, παρόλο που είναι ένα εξαιρετικά λεπτοδουλεμένο σύμπαν από περίπλοκα, δομικά, μη τυχαία μοτίβα με λειτουργικές επιπτώσεις για την επιβίωση. Οι επιστήμονες υποθέτουν ότι υπάρχει δυνατότητα να κατανοηθεί η φύση και φέρνουν στο φως ανακαλύψεις από τον άγνωστο φυσικό κόσμο. Η εικασία αυτή των επιστημόνων αποτελεί παμπάλαιη ιδέα της Εκκλησίας, η οποία αντηχεί, κιόλας, στην Αγ. Γραφή: «Η βροχή και το χιόνι πέφτουν απ’ τον ουρανό και πίσω εκεί δεν επιστρέφουν, χωρίς να δώσουνε στη γη να πιει και να την κάνουν γόνιμη για να βλαστήσει, να δώσει σπόρο στον γεωργό κι φαΐ στους ανθρώπους» (Ησ. 55:10).

Η αντίληψη για έναν χαώδη, αλλά ταυτόχρονα καλά διευθετημένο κόσμο, ο οποίος αποκαλύπτεται διά της γνώσης, δίχως να περιορίζεται στην επιστήμη, εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: αμφισβητεί η επιστήμη την πίστη; Ένας τρόπος να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα είναι να λάβουμε υπόψιν τις μεταβολές της σκέψης που εξαρτώνται από την εμπειρία και διαχωρίζουν τη γνώση του Θεού από τις προκαταλήψεις. Καθώς οι Ορθόδοξοι χριστιανοί προσεύχονται στο Άγιο Πνεύμα να τους χαρίσει σωστή κρίση, οι άνθρωποι, αναπόφευκτα, επηρεάζονται από διάφορα γήινα βιώματα που διαμορφώνουν τα συναισθήματα, τη συμπεριφορά, τη συνείδηση και την προσωπική τους πίστη. Η πίστη για τους Ορθόδοξους χριστιανούς δεν σημαίνει γνώση του Θεού ως αφηρημένη θεωρία, αλλά προϋποθέτει την ανάπτυξη μιας προσωπικής σχέσης μαζί Του· μια σχέση που χαρακτηρίζει την πορεία τους προς τη μετάνοια· πρόκειται για μια μεταβολή του νου, ο οποίος απεκδύεται τους συνήθεις τρόπους σκέψης (Κάλλιστος Γουέαρ, Ο Ορθόδοξος Δρόμος). Επομένως, ο καθοριστικός παράγοντας, που μπορεί να οδηγήσει στην αμφισβήτηση της πίστης, είναι η αποτυχία να κάνει κανείς διάκριση ανάμεσα στην πραγματική κατανόηση του θελήματος του Θεού, όπως αυτό εκδηλώνεται στον κόσμο, και στις προσωπικές προκαταλήψεις, οι οποίες συνυπάρχουν με την ανικανότητα να δοκιμάσει κάποιος μια αλλαγή στον τρόπο σκέψης του.

Όταν κάποιες αντιλήψεις εγείρουν αξιώσεις σχετικά με τον φυσικό κόσμο, τότε αυτές οι αντιλήψεις μπορούν να αμφισβητηθούν από την επιστήμη. Κι αυτό, διότι η επιστήμη αποδεικνύει την αλήθεια του φυσικού κόσμου διά της παρατήρησης και του πειράματος· η επιστήμη εξετάζει την ύλη, η οποία ορίζεται ως οτιδήποτε έχει μάζα, όγκο και καταλαμβάνει χώρο. Ένα σχετικό παράδειγμα είναι η ιδέα ότι η Ευχαριστία δύναται να αδρανοποιήσει έναν μολυσματικό ιό. Δεδομένου ότι, κατά την τέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, τα Τίμια Δώρα διατηρούν τα φυσικά τους χαρακτηριστικά (π.χ. ο άρτος είναι πιθανό να αλλοιωθεί), η επιστήμη είναι σε θέση να αποδείξει την ύπαρξη μολυσματικού ιού στα Τίμια Δώρα, στην περίπτωση που ο ιός αυτός μεταδοθεί ακούσια από ένα μολυσμένο άτομο. Η αποτυχία να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στο αληθινό νόημα της Ευχαριστίας και στις προκαταλήψεις μας για τον φυσικό κόσμο, οδηγεί στη σύγκρουση ενός ευσεβούς αλλά υπερβολικά αισιόδοξου τρόπου σκέψης με την αλήθεια, όπως η τελευταία αποκαλύπτεται μέσω των επιστημονικών δεδομένων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εάν ο πιστός δεν μπορεί να αλλάξει τις αντιλήψεις του, θα συνεχίσει να συγκρούεται με την επιστήμη και να την θεωρεί, επομένως, απειλή για την πίστη του.

Αντιθέτως, όταν η πίστη ενός ανθρώπου κατευθύνεται, κυρίως, από την εμπειρία ενός προσωπικού Δημιουργού, ο οποίος τον καθοδηγεί στη συνεχή πορεία της μετάνοιας (τη μεταβολή δηλαδή τρόπου σκέψης και γνώμης) και του συμπαραστέκεται στο πνευματικό του ταξίδι, τότε αυτή η πίστη δεν πρόκειται να τεθεί υπό αμφισβήτηση από οποιαδήποτε επιστημονική ανακάλυψη. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η επιστημονική έρευνα λειτουργεί ως το μέσο που θα μας βοηθήσει να πάρουμε μια εικόνα από τη δημιουργική έμπνευση του Κτίστη, χωρίς να αποτελεί απειλή για την πίστη μας. Η επιστήμη αφορά τους Ορθόδοξους χριστιανούς, διότι οι επιστημονικές ανακαλύψεις επηρεάζουν την Εκκλησία και τον λαό της. Ορισμένα χωρία από το βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης Σοφία Σειράχ, αν και αναφέρονται σε γιατρούς και φαρμακοποιούς, έχουν ισχύ και για ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα, η οποία είναι αφιερωμένη στην ανακάλυψη και την ενάρετη εργασία:

Να αποδίδεις στον γιατρό τις τιμές που του ανήκουν, γιατί κι αυτόν ο Κύριος τον έχει ορίσει στο λειτούργημά του. Ο Κύριος δημιούργησε τα φάρμακα από τη γη κι ο άνθρωπος, που έχει φρόνηση, δεν θα διστάσει να τα χρησιμοποιήσει. Αυτός έδωσε στους ανθρώπους την ικανότητα να γνωρίζουν αυτά τα φάρμακα, ώστε να τον δοξάζουν με τα έργα του, τα θαυμαστά. Μ’ αυτά γιατρεύει ο γιατρός κι απαλύνει τον πόνο. Εξάλλου, υπάρχουν περιπτώσεις που η θεραπεία σου βρίσκεται στα χέρια των γιατρών, που προσεύχονται στο γιατρό να στεφθεί η προσπάθεια τους από επιτυχία και να σωθεί η ζωή σου (Σοφ. Σειρ. 38:1-13).

Σύμφωνα με τις παραπάνω βιβλικές οδηγίες, πώς είναι δυνατόν να αγνοούνται οι γιατροί και οι επιστήμονες, εν ώρα ανάγκης, ενώ επιτελούν θεάρεστο έργο; Ο άγιος Πορφύριος υποστηρίζει ότι αυτό συμβαίνει λόγω του «εγωισμού» και «επειδή σκεπτόμαστε ότι ο Θεός θα κάνει εξαίρεση για εμάς έναντι όλων των άλλων και θα παρέμβει θαυματουργικά για να μας σώσει» (Κλείτος Ιωαννίδης, Ο Γέρων Πορφύριος: Μαρτυρίες και Εμπειρίες). Τα λόγια του αγίου έχουν άμεση σχέση με τη σημερινή πανδημία και με εκείνους που δεν αντιλαμβάνονται τις συστάσεις των επιστημόνων και των γιατρών για τη δημόσια υγεία, βάζοντας, έτσι, σε κίνδυνο τους πιστούς και υποθάλποντας την περαιτέρω εξάπλωση του ιού. Η μη κατανόηση των επιστημονικών δεδομένων οδηγεί στην αρρώστια και τον θάνατο και έχει αρνητικές επιπτώσεις για την Εκκλησία. Για παράδειγμα, το να μεταλαμβάνονται οι πιστοί απευθείας τα Τίμια Δώρα  στο στόμα, προκειμένου να μείνει ανέγγιχτη η στοματική τους κοιλότητα, δεν είναι απλά και μόνο για μια θεολογική ασυνέπεια, αλλά και για μια σιωπηρή παραδοχή ότι ο ιός μπορεί, πράγματι, να μεταδοθεί μέσω της Θείας Κοινωνίας. Επιπλέον, εκθέτει τους πιστούς σε κίνδυνο, λόγω της εναπόθεσης των μολυσμένων σταγονιδίων και των αερολυμάτων που αποβάλλονται από την αναπνευστική οδό του κοινωνούντος και τα οποία μπορούν, ενδεχομένως, να μολύνουν κάποιο άλλο άτομο. Η απόφαση να υποστηριχτεί αυτή η μέθοδος για την μετάδοση της Θείας Κοινωνίας  βασίζεται στην άποψη ότι είναι λιγότερο επικίνδυνη διαδικασία από την αντίστοιχη που επιτρέπει στον  μεταλαμβάνοντα να αγγίζει το κοχλιάριο με το στόμα. Στηρίζεται, άραγε, αυτή η απόφαση της μεθόδου του «ριξίματος» σε μια ανεπαρκή αντίληψη του κινδύνου; Τι θα συμβεί, αν η επόμενη πανδημία περιλάβει έναν αναπροσαρμοσμένο ιό με ισχυρότερη παθογένεια (π.χ. Έμπολα, γρίπη των πτηνών). Πόσο προτίθενται να διακινδυνεύσουν οι εκκλησιαστικοί ηγέτες; Συμφωνεί, άραγε, η εκτίμηση αυτή της διακινδύνευσης με την αντικειμενική, επιστημονική αξιολόγηση του κινδύνου; Τέλος, το να ενθαρρύνονται οι πιστοί να συμμετέχουν στη Θεία Κοινωνία, υπό τόσο επισφαλείς συνθήκες, με τον ισχυρισμό πως «ο ιός δεν μπορεί να μεταδοθεί μέσω της Θείας Μετάληψης» ή το να παροτρύνονται να προσεγγίσουν τα Τίμια Δώρα, έχοντας «απόλυτη πίστη», μπορεί να θεωρηθεί ως ανεύθυνη στάση και να αποτελέσει διάβρωση της προσωπικής θεολογίας του πιστού (της γνώσης του Δημιουργού-Θεού).

Ένα άλλο παράδειγμα των κινδύνων, που προέρχονται από την έλλειψη κατανόησης της επιστήμης, είναι οι εσφαλμένοι ισχυρισμοί που εκφράζονται από κάποιους γέροντες του Αγ. Όρους και άλλων μοναστικών κοινοτήτων. Πρόκειται για την άποψη πως θα μπορούσε κάποιος να εμφυτεύσει μικροτσίπ στα εμβόλια για τον κορωνοϊό. Προφανώς, όταν διαδίδονται τέτοιες απόψεις από ιερούς τόπους, η ανάγκη για έναν επιστημονικό διάλογο, εντός της Εκκλησίας, είναι επιτακτική και θα προσφέρει την ευκαιρία στην Εκκλησία να δώσει τον λόγο στους πιστούς που διαθέτουν στιβαρή επιστημονική παιδεία.

Το ταξίδι του Ορθόδοξου χριστιανού είναι μια πορεία προς τη μετάνοια:  μια πορεία αναγνώρισης της ανθρώπινης «τυφλότητας» σ’ αυτόν τον κόσμο (Ιω. 9). Δεν πρόκειται για ένα μονοπάτι επίδειξης και «απόλυτης πίστης» για εμάς και για τα μάτια του κόσμου. Επιπλέον, είναι αδύνατον για τον πιστό να καθορίσει πότε η πίστη του είναι αρκετά μεγάλη ή η «αξία» του επαρκής για να προσέλθει στη Θεία Ευχαριστία, δίχως να ζημιωθεί (Πρβλ. Α Κορ. 11:27-32), διότι, όσο κανείς προκόβει στο πνευματικό του ταξίδι, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται το άφατο μυστήριο του Θεού, όπως αυτό εκδηλώνεται στην ορατή και την αόρατη δημιουργία. Ως εκ τούτου, η απόρριψη της επιστήμης ενέχει επιβλαβείς συνέπειες, τόσο στο φυσικό, όσο και στο πνευματικό επίπεδο. Εάν, όμως, η επιστήμη χρησιμοποιείται ως συμπλήρωμα για να γνωρίσουμε τον κόσμο μας, ο οποίος αποτελείται από τη φυσική και την πνευματική πραγματικότητα, τότε επιστήμη και πίστη θα συνυπάρχουν αρμονικά, επειδή η αλήθεια είναι μία και μοναδική.

Η εμπειρία, πάντα, φωτίζει μια νέα αλήθεια είτε αυτή είναι επιστημονική ή καλλιτεχνική είτε πρόκειται μια προσωπική εμπειρία του Θεού (πίστη). Η επιστήμη ασκείται από ανθρώπινα όντα που επηρεάζονται από προσωπικά συναισθήματα και βιώματα. Γι’ αυτό και, αναπόφευκτα, είναι μια ωφελιμιστική δραστηριότητα. Παρόμοια με την επιστήμη είναι και η τέχνη, η οποία ρίχνει φως σ’ αυτό που είναι κρυμμένο, αλλά δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε, ενώ η πίστη, μέσω της μετάνοιάς μας, οδηγεί σε μια πληρέστερη γνώση του Θεού. Ταυτόχρονα, στην επιστήμη, αλλά και στην πίστη, όσο περισσότερα πράγματα μας αποκαλύπτονται (για τον Θεό), τόσο καλύτερα συνειδητοποιούμε πόσο λίγα ξέρουμε. Εν τέλει, η επιστήμη, η τέχνη και η πίστη είναι δυναμικές διαδικασίες που έχουν βιωματικό χαρακτήρα και οδηγούν στη μεταβολή του τρόπου σκέψης. Οι επιστήμονες αλλάζουν τις πεποιθήσεις τους βάσει νέων δεδομένων, οι καλλιτέχνες, καθώς πειραματίζονται με νέες τεχνικές, ενώ οι πιστοί αλλάζουν τρόπο σκέψης, μετά-νοούν ακολουθώντας το πνευματικό τους ταξίδι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η ανθρώπινη συνείδηση απαλλάσσεται από κάθε έπαρση και συνειδητοποιεί μια νέα αλήθεια, μαζί και την τυφλότητά της. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί αναφορικά με αυτήν την εμπειρία, ώστε να αποκτήσουμε σωστή διάκριση και να αποφύγουμε την ψευδή αίσθηση ότι «βλέπουμε με βεβαιότητα», όπως οι Φαρισαίοι. «Αν ήσασταν τυφλοί», τους απάντησε ο Ιησούς, «δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας παραμένει». (Ιωαν. 9:41).


Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον πατέρα Αλκιβιάδη Καλύβα, τον κ. Κέβιν Χάντ, την Δρ. αδελφή Βάσα Λάριν, τον πατέρα Αλεσάντρο Μαργκεριτίνο, τον Δρ. Κρις Μάθιους και τον πατέρα Μιχαήλ Σιταρά για την επιβεβαίωση κρίσιμων συζητήσεων και τον εποικοδομητικό σχολιασμό τους αναφορικά με το παρόν άρθρο.


Η Δρ. Ερμίνα Νεντελέσκου είναι νευροεπιστήμονας στο Τμήμα Νευροεπιστημών της Scripps Research. Χρησιμοποιεί ιούς και μοριακές προσεγγίσεις για να μελετήσει τρόπους με τους οποίους τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα αντιπροσωπεύονται στα εγκεφαλικά νευρικά κυκλώματα προκειμένου να υποστηρίξουν συμπεριφορές βασισμένες σε κίνητρα.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.