Η ελευθερία του Λόγου στην Εκκλησία: Η Περίπτωση της Σερβίας

Μίλαν Βουκομάνοβιτς (Milan Vukomanović)

...

Όταν, τον Μάρτιο του 2020, ο Σέρβος Πατριάρχης Ειρηναίος επέβαλε επισήμως κυρώσεις στον Δρ. Βουκάσιν Μιλίτσεβιτς, ιερέα και επίκουρο καθηγητή του Τμήματος Ορθόδοξης Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, κατέστη σαφές ότι η πρόσφατη παρέμβαση των ανώτερων κληρικών της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας σε δημόσια ζητήματα σχετικά με την ελευθερία του λόγου εκτείνεται σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, συμπεριλαμβανομένης και της επιστήμης. Ο Πατριάρχης επεσήμανε ότι ο καθηγητής Μιλίτσεβιτς –με την αιφνίδια εμφάνιση του στην τηλεοπτική εκπομπή Ούτισακ νεντέλιε– επέδειξε ανυπακοή σε αυτόν προσωπικά, παρέβλεψε το Καταστατικό της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και αμφισβήτησε τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου, οι οποίες είναι δεσμευτικές για όλους τους κληρικούς και τους ιεράρχες. Ο Δρ. Μιλίτσεβιτς ανήκει σε μια ομάδα νεότερων Ορθόδοξων θεολόγων που καταπιάνονται θαρραλέα με τα προβλήματα της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και του Τμήματος Ορθόδοξης Θεολογίας. Συνυπόγραψε τη δημόσια δήλωση του 2017, η οποία προήλθε ως αντίδραση στην κίνηση μιας ομάδας Σέρβων δημιουργιστών, η οποία δήλωση έλεγε ότι δεν υπάρχουν βάσιμες εναλλακτικές επιστημονικές θεωρίες που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τη θεωρία της εξέλιξης. Ασφαλώς, η θέση αυτή περιλαμβάνει και τη «θεωρία της βιβλικής δημιουργίας», η οποία, σύμφωνα με την άποψη του Δρ. Μιλίτσεβιτς και των υπόλοιπων θεολόγων, δεν αποτελεί επιστημονική εναλλακτική θεωρία. Η δήλωση επικρίθηκε ανοιχτά στους κύκλους της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ ορισμένοι θεολόγοι, που την υπέγραψαν, κλήθηκαν να εξηγήσουν τις απόψεις τους ενώπιον της Ιεράς Συνόδου σε μια από τις συνεδριάσεις της, τον Μάιο του 2017. Λίγο αργότερα, απαγορεύτηκε σε αρκετούς ιερείς-καθηγητές να ασκούν τα ενοριακά τους καθήκοντα και τους επετράπη μόνο να επιτελούν βοηθητικό έργο στις ιερές ακολουθίες. Με άμεση απόφαση του Πατριάρχη, τους στερήθηκε το δικαίωμα να συμμετέχουν στα δημοσιογραφικά όργανα της εκκλησίας, τόσο στα ηλεκτρονικά, όσο και στα έντυπα. Επιπλέον, προειδοποιήθηκαν ότι όποιος παραβιάσει αυτή την απόφαση θα τιμωρηθεί  από τα πειθαρχικά όργανα της εκκλησίας.

Ως φαίνεται, η ενέργεια αυτή ήταν μια απλή ανακοίνωση για πιο σοβαρά μέτρα που θα ακολουθούσαν εναντίον των «ανταρτών» Ορθόδοξων θεολόγων. Στην πιο πρόσφατη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 26 Αυγούστου του 2020, ο Επίσκοπος Ειρηναίος Μπούλοβιτς, επίσκοπος Μπάτσκας, ζήτησε από τη Σύνοδο να αποσύρει την ευλογία της από τρεις καθηγητές του Τμήματος Ορθόδοξης Θεολογίας: τον Ρόντολιουμπ Κούμπατ, τον Ντράγκομιρ Σάντο και τον Βουκάσιν Μιλίτσεβιτς. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Σύνοδος εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στις θέσεις του Θεολογικού Τμήματος, ο Μπούλοβιτς προθυμοποιήθηκε να τιμωρήσει τους τρεις καθηγητές, κάτι το οποίο αποφεύχθηκε λόγω του «βέτο» που άσκησε ένα άλλο μέλος της Συνόδου, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος. Ο καθηγητής Κούμπατ σχολιάζει τις ενέργειες της Συνόδου στα σερβικά μέσα ενημέρωσης με τον ακόλουθο τρόπο: «Κανείς δεν μας κάλεσε να μιλήσουμε και αυτό έχει σημασία. Αναρωτιέμαι αν αυτό αποτελεί αντίποινα για τη δήλωση μου στο κανάλι Nova.rs, όπου αμφισβήτησα τη νομιμότητα της θέσης του Επισκόπου Ειρηναίου στη σχολή μας. Ή μήπως ο πιθανός λόγος είναι ότι υποβάλαμε μια αίτηση στην επιτροπή επαγγελματικής δεοντολογίας [του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου], ζητώντας έρευνα σχετικά με τη διαδικασία εκλογής του συμβουλίου των καθηγητών του τμήματος μας. Όπως και να ’χει», συνεχίζει ο Κούμπατ, «γιατί έπρεπε να τα μάθουμε όλα αυτά από τα μέσα ενημέρωσης; Ως καθηγητές το λιγότερο που θα μπορούσαμε να περιμένουμε είναι να ενημερωθούμε με τον κατάλληλο τρόπο. Εξακόσια χρόνια πριν, ο Γιαν Χους καταδικάστηκε, αλλά δικάστηκε και εξέφρασε τη γνώμη του. Εμείς κριθήκαμε δίχως να μας υποβληθούν ερωτήσεις».

Επιτρέψτε μου τώρα να προσπαθήσω να θέσω αυτό το φλέγον ζήτημα σ’ ένα ευρύτερο ακαδημαϊκό, εκκλησιαστικό και πολιτικό πλαίσιο. Η παρέμβαση της Ιεράς Συνόδου στην αυτονομία του Ορθόδοξου Τμήματος Θεολογίας και η παραβίαση των νομικών κανόνων του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου πρέπει να τεθεί στο πλαίσιο μιας παράνομης και ανεξέλεγκτης παρέμβασης της εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας, η οποία στρέφεται, αυτή τη φορά, εναντίον καθηγητών Θεολογίας που άσκησαν το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της δημόσιας έκφρασης τους. Αυτό είναι που ενοχλεί ορισμένους από τους ιεράρχες της Συνόδου της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήδη το 2019, το Καταστατικό Συμβούλιο του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου αναφέρθηκε στην παραβίαση μιας σειράς καταστατικών και νομικών κανόνων αναφορικά με τις σχέσεις της Συνόδου και του Τμήματος Ορθόδοξης Θεολογίας. Ωστόσο, η Σύνοδος αγνόησε εντελώς την προειδοποίηση του Πρύτανη του Πανεπιστημίου σχετικά με την παράνομη λειτουργία του Συμβουλίου του Τμήματος Θεολογίας. Επιπλέον, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την κατάσταση του νομικού συστήματος, η Κυβέρνηση της Σερβίας, ο ιδρυτής, δηλαδή, του Τμήματος Ορθόδοξης Θεολογίας, πήρε το μέρος της Συνόδου, διορίζοντας οκτώ μέλη στο (παράνομο) Συμβούλιο του Τμήματος, συμπεριλαμβανομένου και του Επισκόπου Ειρηναίου Μπούλοβιτς· κατ’ αυτόν τον τρόπο, ένα μέλος της Ιεράς Συνόδου παρουσιαζόταν ως εκπρόσωπος του κράτους! Επομένως, καθίσταται σαφές ότι η Εκκλησία και η κυβέρνηση συνεργάστηκαν στενά, παραβιάζοντας το Σύνταγμα της Σερβίας (άρθρο 11), τους νόμους του, αλλά και το καταστατικό του παλαιότερου και πιο αξιόπιστου πανεπιστημίου της Σερβίας. Μέχρι πρόσφατα, η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, (ένα ίδρυμα χωριστό από το κράτος και, κατά συνέπεια, από την τριτοβάθμια εκπαίδευση), δεν είχε εμπλακεί ιδιαίτερα στα ακαδημαϊκά ζητήματα του Τμήματος Ορθόδοξης Θεολογίας και διατηρούταν, κατά κάποιον τρόπο, η εύθραυστη αυτή θεσμική συμβίωση. Σύμφωνα με τον «Νόμο περί Εκκλησιών και Θρησκευτικών Κοινοτήτων» (2006), οι θρησκευτικές οργανώσεις έχουν το δικαίωμα να συντονίζουν ανεξάρτητα τις δραστηριότητές τους, όντας αυτόνομες, όσον αφορά τις εσωτερικές και δημόσιες υποθέσεις τους (άρθρο 6). Παρόλα αυτά, «τα θρησκευτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα που περιλαμβάνονται στο εκπαιδευτικό σύστημα υποχρεούνται να σέβονται τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια του εκπαιδευτικού συστήματος σύμφωνα με τους εκπαιδευτικούς κανονισμούς» (άρθρο 37). Όσον αφορά το Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, καθήκον του είναι να προστατεύει την αυτονομία ενός από τα 31 τμήματα, που ανήκουν στις τάξεις του, συμπεριλαμβανομένων των ακαδημαϊκών ελευθεριών και των συνταγματικών και νομικών δικαιωμάτων των καθηγητών του. Ως εκ τούτου, το πανεπιστήμιο είναι υποχρεωμένο να διασφαλίζει τη νομιμότητα της λειτουργίας όλων των Τμημάτων του, καθώς και του Τμήματος Ορθόδοξης Θεολογίας.

Αναφορικά με τα κυρίαρχα «ρεύματα» και τις φατρίες εντός της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, σήμερα χωρίζονται σε δύο «κλίκες»: αυτούς που υποστηρίζουν το καθεστώς Βούτσιτς στη Σερβία και εκείνους που αντιτίθενται σε αυτό. Φαίνεται ότι την κρίση στο Τμήμα Ορθόδοξης Θεολογίας δεν την δημιουργούν οι θεολογικές ιδέες και το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα. Εδώ, κυρίως, διακυβεύονται προσωπικές συγκρούσεις και συμφέροντα, ενώ, ταυτόχρονα, μια μειοψηφική ομάδα ιεραρχών λαμβάνουν ισχυρή υποστήριξη από τα πολιτικά κέντρα εξουσίας. Αυτοί οι προσωπικοί ανταγωνισμοί έχουν γίνει πλέον τόσο παράλογοι: αρκεί να αναφέρουμε και την περίπτωση ενός Ορθόδοξου επισκόπου, ο οποίος παρεμποδίζει τη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τα Εβραϊκά για προσωπικούς λόγους!

Εν κατακλείδι, θα ήθελα να επισημάνω ότι στις αρχές του 21ου αιώνα, στη Σερβία, αναδύθηκε μια μικρή φιλελεύθερη πτέρυγα εντός των κόλπων της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Από καιρού εις καιρόν, αυτές οι φιλελεύθερες τάσεις ήταν δυνατόν να εντοπιστούν περισσότερο σε δημόσιες ομιλίες και σε συνεντεύξεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, παρά στις επίσημες εκκλησιαστικές συναθροίσεις και στο εκκλησιαστικό σώμα. Το φιλελεύθερο αυτό ρεύμα, εκτός από τη μετριοπαθή φιλοευρωπαϊκή στάση του, που μπορεί να αιτιολογηθεί, εν μέρει, από την τοποθέτηση κάποιων επισκόπων στη Δυτική Διασπορά, υποστηρίζει, επίσης, τον εκσυγχρονισμό και τη σταδιακή αναμόρφωση της εκκλησίας, καθώς και ένα πιο ανεξάρτητο Τμήμα Ορθόδοξης Θεολογίας, το οποίο θα είναι περισσότερο προσανατολισμένο στα πανεπιστημιακά του καθήκοντα και όχι τόσο στην εκκλησία. Τείνω να πιστεύω ότι οι τοποθετήσεις των «ανταρτών» θεολόγων του Τμήματος Ορθόδοξης θεολογίας παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά  της παραπάνω επιρροής. Έχουμε να κάνουμε, εδώ, με μια, κυρίως, νεότερη γενιά Σέρβων Ορθόδοξων καθηγητών Θεολογίας που γεννήθηκαν μεταξύ των δεκαετιών του 1970 και του 1980. Ωρίμασαν διανοητικά κατά τη μετά-Μιλόσεβιτς δημοκρατική εποχή και αυτό επηρέασε την πολιτική και κοινωνική τους ανατροφή. Πρόκειται για «μιλένιαλς», οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν σε σύγχρονα σχολεία ή σπούδασαν στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου μετά το 2000. Ο Δαρβίνος αποτελεί κομμάτι της κοσμικής τους εκπαίδευσης, καθώς ο Νικόλαος Βελιμίροβιτς και ο Ιουστίνος Πόποβιτς αποτελούν σημαντικά κεφάλαια της θεολογικής τους παιδείας. Μερικοί από αυτούς έλαβαν ενεργό μέρος σε εναλλακτικά εκπαιδευτικά προγράμματα, (όπως τα περιφερειακά ειρηνευτικά προγράμματα συμφιλίωσης διαφόρων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών), και λόγω της επαρκούς διεθνούς εμπειρίας τους, τείνουν συνήθως προς τον οικουμενικό διάλογο και προς μια θεολογία ανοιχτή στις κοσμικές πτυχές της ζωής. Αυτή τους η στάση υποστηρίζεται είτε έντονα είτε πιο σιωπηρά από επισκόπους που υπηρετούν κυρίως στη δυτική διασπορά, (π.χ. Γρηγόριος Μάξιμος), ενώ κατέχουν όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την καλλιέργεια αναμορφωτικών και νεωτερικών θέσεων, τόσο σε θεολογικά, όσο και σε εκκλησιαστικά ζητήματα. Παραμένει ανοιχτό το ζήτημα για τις επόμενες δεκαετίες, πόσο βαθιά θα συμμετάσχουν στην πολυαναμενόμενη και αναγκαία ανανέωση της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.


Ο Μίλαν Βουκομάνοβιτς είναι τακτικός καθηγητής της Κοινωνιολογίας της Θρησκείας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.