Η Απεριόριστη Ελπίδα του Επισκόπου Σαμουήλ (1920-1981)

Σαμουήλ Κάλδας (Samuel Kaldas)

...

Λίγοι Κόπτες σήμερα θυμούνται τον Επίσκοπο Σαμουήλ, τον πρώτο Γενικό Αντιπρόσωπο Οικουμενικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών του Κοπτικού Πατριαρχείου. Δεν κρεμούν τη φωτογραφία του στα σπίτια τους, ούτε την κρατούν στα πορτοφόλια τους, όπως κάνουν με άλλους συγχρόνους τους, σαν τους μακαριστούς Πάπα Κύριλλο ΣΤ΄ και Πάπα Σενούντα Γ΄. Οι λίγοι εκείνοι που τον έχουν ακουστά είναι πιθανό να γνωρίζουν ελάχιστα γι’ αυτόν εκτός απ’ τον φρικτό του θάνατο: σκοτώθηκε σε ανταλλαγή πυροβολισμών κατά τη διάρκεια της δολοφονίας του Προέδρου Ανουάρ Σαντάτ στις 6 Οκτωβρίου 1981—ακριβώς 39 χρόνια πριν.

Αλλά, πολύ πριν εκείνη την ημέρα και τις πικρές διαμάχες που την περιβάλλουν, ο Επίσκοπος Σαμουήλ υπηρέτησε ως δημόσιος αντιπρόσωπος της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας υπό τρεις διαδοχικούς πατριάρχες. Ήταν, όπως ελέχθη και από τον John Watson, «ουσιαστικά, ο Υπουργός Εξωτερικών της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας,» και «ο πιο δημοφιλής Κόπτης Χριστιανός εντός και εκτός της Αιγύπτου» [1]. Στην πραγματικότητα, ήταν σχεδόν ο 117ος Πάπας της Αλεξάνδρειας. Το όνομα του ήταν ένα από τα τρία στην ψηφοφορία που τελικά ανέδειξε ως Πάπα τον Σενούντα Γ΄, το 1971. Οι Δυτικοί που συνεργάστηκαν μαζί του σε συνέδρια και οικουμενικές συναθροίσεις έμεναν πάντοτε έκπληκτοι από την οξυδέρκειά και την ανοιχτή του καρδιά. Όταν ο αείμνηστος Edward Wakin (καθηγητής επικοινωνίας στο πανεπιστήμιο του Fordham) τον συνάντησε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, έγραψε γι’ αυτόν: «Είναι το μόνο μέλος της μοναστικής κοινότητας που καταπιάνεται με τα σύγχρονα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Κόπτες.»[2] Μετά τον θάνατο του, μνημονεύθηκε από τους Times του Λονδίνου ως «ένας μικρόσωμος αλλά γεμάτος ζωή άνθρωπος, με μεγάλη καρδιά που η απουσία του θα είναι αισθητή για τους Χριστιανούς σε πολλά μέρη του κόσμου» (Αναγγελία θανάτου: Επίσκοπος Σαμουήλ, The Times, 12 Οκτωβρίου 1981).

Ενώ πολλά έχουν γραφτεί για τις υπηρεσίες του Επισκόπου στους φτωχούς της Αιγύπτου και τις εξαιρετικές του ικανότητες ως ποιμένα, όμως, ουσιαστικά, δεν έχει δοθεί καθόλου προσοχή στο θεολογικό του όραμα, στο οποίο βασίζονταν οι ενέργειές του. Η γραπτή κληρονομιά του Επισκόπου Σαμουήλ είναι ελάχιστη συγκρινόμενη με εκείνη των συγχρόνων του, όπως του Πάπα Σενούντα Γ΄ και του πατρός Ματθαίου του Φτωχού, που υπήρξαν παραγωγικοί συγγραφείς και εξαίρετοι ομιλητές και οι δύο. Παρόλα αυτά, τα λίγα αυτά συγγράμματα αποκαλύπτουν ένα απλό και συνάμα ισχυρό θεολογικό όραμα, το οποίο χαρακτήριζε όλες τις ποιμαντικές και οικουμενικές του δραστηριότητες.

Το θεολογικό όραμα του Επισκόπου Σαμουήλ παρουσιάζεται σαφέστερα σε μια σειρά ομιλιών που πραγματοποιήθηκαν το 1964 σε μια οικουμενική διάσκεψη νεολαίας στον Λίβανο. Αργότερα δημοσιεύτηκαν σε ένα μικρό φυλλάδιο με τίτλο «Ζωή και Ελπίδα». Σ’ αυτές τις ομιλίες, σκιαγραφεί μια εικόνα της ανθρώπινης ζωής στην οποία το νόημα του να είναι κανείς άνθρωπος σχετίζεται άμεσα με μια βαθιά λαχτάρα για τη ζωή, τη χαρά και ενός είδους καλοσύνη, που αυτός ο κόσμος της πτώσης με όλες τις τραγωδίες, τις στερήσεις και τους περιορισμούς του, απλά δεν μπορεί ούτε να προσφέρει, ούτε και να συντηρήσει. Αυτή η λαχτάρα, την οποία αποκαλεί «απεριόριστη προσδοκία», είναι μια άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι έχουμε δημιουργηθεί κατ’ εικόνα του Θεού:  «Είναι η πνοή ζωής που εμφύσησε μέσα μας ο Θεός αυτή που μας κάνει όντα αιώνια, τα οποία θέλουν να υπάρξουν για πάντα. Αυτό είναι που δίνει στον άνθρωπο την απεριόριστή του προσδοκία» (Ζωή και Ελπίδα, 16). Οι απογοητεύσεις της επίγειας ζωής προκύπτουν από το γεγονός ότι η δημιουργία είναι πολλή περιορισμένη για να εμπεριέχει την απάντηση στους απεριόριστους πόθους μας, στους οποίους  μόνο ο Θεός μπορεί να ανταποκριθεί και ο Μέλλων Αιώνας: «Γι’ αυτόν τον λόγο, οι προσδοκίες μας δεν ικανοποιούνται· η ελπίδα δεν μπορεί να πραγματωθεί μέσα σ’ αυτή τη σύντομη, περιορισμένη ζωή που βιώνουμε ως προσκυνητές σ’ αυτή τη γη. Το αιώνιο πνεύμα εντός μας λαχταρά ένα καλύτερο μερίδιο, μια τελειότερη ζωή στους ουρανούς» (Ζωή και Ελπίδα, 16). Αυτή η βαθιά και ακόρεστη λαχτάρα θα καθιστούσε την επίγεια ζωή ανυπόφορη αν δεν υπήρχε το θείο δώρο της «ζωντανής ελπίδας» (Α Πέτρ. 1:3), το οποίο μας χάρισε ο Θεός στο πρόσωπο του Χριστού: η παρουσία του Χριστού μαζί μας μέσω της Σάρκωσης: «γεμίζει [την ανθρώπινη ψυχή] με ελπίδα για μια καλύτερη ζωή και ένα ευλογημένο μέλλον» (Ζωή και Ελπίδα, 9).

Η ελπίδα του Επισκόπου Σαμουήλ είναι καθαρά εσχατολογική: οι ρίζες της βρίσκονται στην αιωνιότητα, όχι σε οποιαδήποτε υλική ή επίγεια σωτηρία. Ωστόσο, αυτή η λαχτάρα για τον μέλλοντα αιώνα δεν οδήγησε τον Επίσκοπο Σαμουήλ, όπως άλλους στην χριστιανική ιστορία, να εγκαταλείψει το καθήκον της φροντίδας των τραυμάτων αυτού του κόσμου και να αναζητήσει μια μοναχική σωτηρία. Αντιθέτως, επιμένει ότι η γνήσια χριστιανική ελπίδα δεν αφήνει περιθώρια «για εφησυχασμό και έλλειψη ενδιαφέροντος για τα δεινά των εθνών και τα προβλήματα του κόσμου» (Ζωή και Ελπίδα, 18). Στην πραγματικότητα, μόνο όταν τα μάτια και οι καρδιές μας είναι στραμμένα στον μέλλοντα αιώνα τότε αρχίζουμε να ανιχνεύουμε την αποφασιστικότητα, τη δημιουργικότητα και την αναγκαία έμπνευση για να παρέχουμε ουσιαστικές υπηρεσίες σ’ αυτόν τον κόσμο.

Η εσχατολογική ελπίδα αποκαλύπτει στις καρδιές μας νέες δυνατότητες, που διαφορετικά θα ήταν αδιανόητες. Για παράδειγμα, όταν η μειωμένη μας όραση, τα γήινα μας μάτια παρατηρούν έναν καταδικασμένο ληστή στις τελευταίες στιγμές της ζωής του, τα αιώνια μάτια του Χριστού βλέπουν «έναν υποψήφιο για σωτηρία, κάποιον που μπορεί να σωθεί ακόμη και με έναν ελάχιστο λόγο». [3] Εκεί που με την περιορισμένη μας όραση, διακρίνουμε μόνο τα ανυπέρβλητα εμπόδια και τα αφόρητα βάρη του δρόμoυ της προσφοράς κα του πνευματικού αγώνα, ένας ελπιδοφόρος Χριστιανός είναι τόσο αφοσιωμένος «στην ελπίδα του μέλλοντος» ούτως ώστε «όλες οι δυσκολίες να φαίνονται ασήμαντες και να υπερνικούνται με το περίσσευμα της ελπίδας μιας αληθούς ευχαριστιακής ζωής» (Ζωή και Ελπίδα, 14). Η συντροφιά του Χριστού διά της Σάρκωσης είναι αυτό που μας δίνει την ικανότητα να ελπίζουμε, καθώς και η αγάπη μεταξύ μας στο Σώμα του, στην Εκκλησία, μας βοηθά «να ενθαρρύνουμε, να ενισχύουμε και να αναζωογονούμε την ελπίδα»  σε κάθε μέλος της Εκκλησίας, μέσω μιας «βαθιάς, αγαπητικής κοινωνίας» με την οποία είμαστε όλοι εν Χριστώ ενωμένοι (Ζωή και Ελπίδα, 15).

Για τον Επίσκοπο Σαμουήλ, κάθε χριστιανικό λειτούργημα, είτε στο επίπεδο της προσωπικής ποιμαντικής φροντίδας, είτε στον ευρύτερο αγώνα για «κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα ευκαιριών […] και διαρκή ειρήνη» είναι ένα έργο ελπίδας (Ζωή και Ελπίδα, 18-19). Ο πραγματικός Χριστιανός είναι «ικανός να διακρίνει, ακόμη και όταν φέρει ένα σώμα που τον περιορίζει, τους ορίζοντες της απέραντης αιωνιότητας». [4]

Καθώς ο κόσμος μας χάνεται στο σκοτάδι και ενώ τα σκάνδαλα, οι προκλήσεις και οι διαιρέσεις αναδύονται απ’ όλες τις πλευρές, τόσο εντός όσο και εκτός της Εκκλησίας, θρηνούμε ακόμη περισσότερο σήμερα την απουσία του Επισκόπου Σαμουήλ. Λίγο μετά τον θάνατο του, ο Πάπας Σενούντα Γ΄ τον μνημόνευσε σε μια επιστολή γράφοντας τα εξής, «Αλήθεια, ποιος μπορεί να καλύψει το κενό που άφησε ο Επίσκοπος Σαμουήλ;  Ή μάλλον, ποιος μπορεί να αναπληρώσει τα πολλά κενά που άφησε πίσω του, όχι μόνον όσον αφορά το έργο του αλλά και λόγω της αστείρευτης τρυφερότητας και αγάπης του.» Ωστόσο, ο ίδιος ο Επίσκοπος Σαμουήλ είδε την ελπίδα στα μάτια των νέων της εποχής του: «Οι πιστοί νέοι που είναι γεμάτοι ελπίδα διαθέτουν εντός τους τα ισχυρότερα μέσα για να φέρουν την πίστη στις ταραγμένες ψυχές που ζουν στο σκοτάδι της απόγνωσης … Νέοι που ατενίζουν χαρούμενοι το μέλλον, που παλεύουν με αγάπη και υπομονή για να προσφέρουν χαρά στους άλλους και ευημερία στην κοινωνία … Είναι αυτοί που θα δωρίσουν το ευαγγέλιο της σωτηρίας, με αυτοπεποίθηση και τη δύναμη της προσωπικής τους εμπειρίας, αναφωνώντας: «Γευθείτε και δείτε ότι αγαθός είναι ο Κύριος» (Ψλ. 34:8) (Ζωή και Ελπίδα, 19). Σίγουρα, θα μας υπενθύμιζε και σήμερα, ότι πρέπει να διατηρούμε ζωντανή την ελπίδα μας.


[1] John H. Watson, Among the Copts (Brighton, UK: Sussex Academic Press, 2000): 100.

[2] Edward Wakin, A Lonely MinorityThe Modern Story of Egypt’s Copts (1963; iUniverse, 2000): 123.

[3] Bishop Samuel, Serving and Working with Individuals (Giza: Educational Library of the Church of Giza 1973) 24.

[4] Bishop Samuel, “From the Depths” in Lectures on Contemporary Problems (Giza: Educational Library of the Church of Giza, n.d.), 47.


Ο Σαμουήλ Κάλδας είναι λέκτορας της φιλοσοφίας και Διευθυντής Ερευνών στο Κοπτικό Ορθόδοξο Θεολογικό Κολλέγιο Αγ. Κύριλλος, το οποίο υπάγεται στο Κολλέγιο Θεολογίας του Σίδνεϋ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εντάσσονται στα πεδία της φιλοσοφίας της θρησκείας, της πατρολογίας και της Κοπτικής Θεολογίας.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.