Ο ΚΛΗΡΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ: ΜΙΑ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΗ ΟΜΑΔΑ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ.

Από τον George Stavros

«Γνωρίζω ότι η ψυχή μου ασθενής είναι και μικρή. Γνωρίζω τη σπουδαιότητα της διακονίας και τη δυσκολία του έργου. Περισσότερα είναι τα κύματα που χειμάζουν την ψυχή του ιερέα από τους θυελλώδεις ανέμους που ταράσσουν τη θάλασσα» (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί Ιερωσύνης Λόγοι)

Στα τέλη του 4ου αιώνα, περισσότερο από 1600 χρόνια πριν, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ενώ δεν είχε ακόμα χειροτονηθεί, ασχολήθηκε με το βαθύ προσωπικό ερώτημα της απάντησης στην κλήση της ιεροσύνης. Πολλές από τις οξυδερκείς παρατηρήσεις του σχετικά με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλήρος παραμένουν επίκαιρες για την Ορθοδοξία στην Αμερική του 21ου αιώνα όσο ήταν και στην Εκκλησία της Αντιόχειας τον 4ο και τον 5ο αιώνα. Οι ιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελούν πολύτιμα και μοναδικά μέλη του Σώματος του Χριστού. Ο ρόλος τους, αλλά και οι προσδοκίες του ποιμνίου, τους τοποθετούν στο επίκεντρο της πνευματικής ζωής των ανθρώπων και των κοινοτήτων που έχουν κληθεί να υπηρετήσουν. Δεν πρέπει να υποτιμούμε τις προκλήσεις τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κληρικοί και οι οικογένειές τους κατά την εκτέλεση των ιερών τους καθηκόντων σε έναν όλο και πιο εκκοσμικευμένο πολιτισμό, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται τόσο στην αρχαία πατερική σοφία όσο και στη σύγχρονη κοινωνική επιστήμη.  

Ο ποιμαντικός ρόλος ως παράγοντας κινδύνου

«Ο ιερέας πρέπει να είναι νηφάλιος και διορατικός και να έχει χιλιάδες οφθαλμούς σε όλες του τις πλευρές, διότι δεν ζει μόνο για τον εαυτό του αλλά και για ολόκληρο τον λαό» ((Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί Ιερωσύνης Λόγοι)  

Η έρευνα των κοινωνικών επιστημών σχετικά με την ευεξία των κληρικών επισημαίνει τον ξεχωριστό τους ρόλο ως «πρώτων επεμβαινόντων», απ’ τους οποίους αναμένεται η παροχή εξειδικευμένης ποιμαντικής φροντίδας σε καταστάσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν ζητήματα ψυχικής υγείας, κατάχρησης ουσιών,  σοβαρά οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα, περιστατικά απώλειας και βαθιάς λύπης. Συχνά οι κληρικοί καλούνται να ασχοληθούν με ζητήματα που απαιτούν υψηλότερο επίπεδο επαγγελματικής κατάρτισης και ειδίκευσης απ’ αυτό που ήδη διαθέτουν, με τη προσδοκία ότι, θα μπορέσουν να βοηθήσουν το τραυματισμένο τους ποίμνιο παρέχοντας την κατάλληλη θεραπεία και λύση. Αυτός είναι ένας πρόσθετος ρόλος στα λειτουργικά, διοικητικά και ποιμαντορικά τους καθήκοντα. Όταν η ποιμαντική ευθύνη δεν συνοδεύεται από επαρκή εκπαίδευση και υποστήριξη τότε τα τραύματα λόγω της φροντίδας (ο αντίκτυπος της τακτικής έκθεσης στα τραύματα, τις δοκιμασίες και τα βάσανα των άλλων) και η εξάντληση αποτελούν διαρκείς κινδύνους για τους κληρικούς.

Η επιθετικότητα ως παράγοντας κινδύνου

«Γιατί όσοι τον περιβάλλουν είναι έτοιμοι να τον πλήξουν και να τον ανατρέψουν, όχι μόνο οι εχθροί και οι αντίπαλοί του, αλλά και πολλοί απ’ αυτούς που προσποιούνται ότι τον αγαπούν.» ((Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί Ιερωσύνης Λόγοι).  

Αν και τα λόγια του Χρυσοστόμου φαίνονται υπερβολικά, ευρήματα από έρευνα που διεξάχθηκε πρόσφατα στο Ινστιτούτο Ντάνιελσεν του Πανεπιστημίου της Βοστώνης επιβεβαιώνουν την πραγματικότητα των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο Ελληνορθόδοξος κλήρος όσον αφορά τις σχέσεις με το ποίμνιό του. Σε μια μελέτη, η οποία συμπεριλάμβανε ορθόδοξους κληρικούς και τις συζύγους τους, πάνω από το 40% των 200 ερωτηθέντων, ποσοστό πολύ υψηλότερο απ’ ό,τι στον υπόλοιπο πληθυσμό, παρουσίασε συμπτώματα τραυματικής προέλευσης, τα οποία ενδεχομένως πληρούσαν τα κριτήρια για τη διάγνωση Διαταραχής Μετατραυματικού Άγχους (PTSD). Τα αποτελέσματα αυτά συμπίπτουν με τις παρατηρήσεις του Χρυσοστόμου ότι η κύρια πηγή του άγχους και του τραύματος που βίωσαν οι κληρικοί και οι οικογένειες τους προέρχεται απ’ την επιθετικότητα την οποία υπέστησαν στα πλαίσια της διακονίας τους.

Ορισμένες από τις αιτίες αυτού του άγχους περιλαμβάνουν: αλληλεπίδραση με δυστυχισμένους, θυμωμένους, ταραγμένους και μερικές φορές σαδιστικούς ενορίτες που εστιάζουν τη προσοχή τους και κατευθύνουν τα παράπονα τους στον ιερέα και στην οικογένεια του («είχα τρομακτικές εμπειρίες με θυμωμένους ενορίτες»). Ας σημειωθεί εδώ και η αναμέτρηση με λαϊκούς ηγέτες, μέλη των ενοριακών συμβουλίων, οι οποίοι επιδιώκουν να εξασφαλίσουν εξουσία και επιρροή εντός της ενοριακής κοινότητας («Τα ίδια τρία μέλη του ενοριακού συμβουλίου με εκφοβίζουν εδώ και χρόνια»), ενώ παράλληλα βιώνουν την έλλειψη υποστήριξης από τον επίσκοπό τους («Η έλλειψη υποστήριξης του επισκόπου ήταν καταστροφική και ανεξήγητη»). Δεν μπορούν να χαρακτηριστούν όλα τα επεισόδια επιθετικότητας τραυματικά καθ’ εαυτά. Παρόλα αυτά όταν συνδυάζονται με την έλλειψη προστατευτικών σχέσεων, δομών και αρχών, ο κίνδυνος εμφάνισης τραυματικών συμπτωμάτων αυξάνεται δραματικά.

Ο ναρκισσισμός ως παράγοντας κινδύνου

«Αν τύχει να είναι οργίλος ή μικρόψυχος ή φιλόδοξος ή αλαζών ή οτιδήποτε άλλο παρόμοιο, (η ιεροσύνη) τον ξεσκεπάζει γρήγορα και αποκαλύπτει τα ελαττώματα αυτά» ((Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί Ιερωσύνης Λόγοι).  

Οι περισσότερες προσεγγίσεις στην ανθρώπινη ψυχολογία τονίζουν τον αντίκτυπο που έχουν οι πρώιμες σχεσιακές εμπειρίες και το περιβάλλον στην ανθρώπινη ανάπτυξη καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Οι πρώιμες αγαπητικές εμπειρίες τείνουν να καθίστανται προστατευτική ασπίδα στη ζωή του ανθρώπου ενώ οι σχέσεις που συνδέονται με εμπειρίες κακοποίησης, παραμέλησης και απώλειας μπορεί να δημιουργήσουν μακροπρόθεσμες προκλήσεις, οι οποίες δυσκολεύουν την ανάπτυξη εμπιστοσύνης και οικειότητας με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Οι κληρικοί είναι και αυτοί ευάλωτοι όσον αφορά αυτή την αναπτυξιακή διαδικασία. Αναμφίβολα, ένας σημαντικός αριθμός κληρικών φέρει τον αντίκτυπο πρώιμων σχεσιακών τραυμάτων και απωλειών, κι αυτές οι εμπειρίες καθιστούν τους ιερείς ακόμη πιο ευάλωτους στο δύσκολο περιβάλλον της διακονίας τους. Πρόσφατη έρευνα για τους θρησκευτικούς ηγέτες τονίζει ένα συγκεκριμένο είδος πάλης μεταξύ των κληρικών, έναν αγώνα μεταξύ της ταπεινοφροσύνης και ενός αυτοπροστατευτικού ναρκισσισμού.

Αυτή η έρευνα ορίζει την ταπεινοφροσύνη ως συνιστώμενη από ακριβή αυτογνωσία, κατανόηση και φιλόξενη συμπεριφορά προς τους άλλους, μικρό ενδιαφέρον για το κοινωνικό κύρος, αλληλεγγύη προς τους καταπιεσμένους και ικανότητα διαχείρισης των συναισθημάτων της ντροπής και της υπερηφάνειας· χαρακτηριστικά συνήθως σχετιζόμενα με την αποτελεσματική θρησκευτική διακονία.

Η ταπεινότητα χαρακτηρίζεται από δεκτικότητα προς στον Θεό, τον εαυτό και τους άλλους. Ο ναρκισσισμός, αντίθετα, χαρακτηρίζεται από φόβο, αυτοπροστασία, βλέποντας τον εαυτό του τόσο μικρό και αδύναμο, και βλέποντας τους άλλους ως δυνητικά απειλητικούς. Υπάρχουν δύο τύποι ναρκισσισμού· ο ευάλωτος και ο μεγαλοπρεπής. Οι ναρκισσιστικά ευάλωτοι κληρικοί έχουν ισχυρή ανάγκη να θεωρηθούν ως «καλοί», τείνουν να κρύβουν τις αδυναμίες τους, συχνά εστιάζουν την προσοχή τους στους ενορίτες που βλέπουν ότι είναι καλοί, προστατευτικοί και με το μέρος τους, και μπορεί να είναι συναισθηματικά ασταθείς σε διαπροσωπικές συγκρούσεις. Οι ναρκισσιστικά μεγαλοπρεπείς κληρικοί έχουν έντονη ανάγκη να θεωρηθούν εξαιρετικοί και τείνουν να χειραγωγούν τους ανθρώπους στις σχέσεις τους, να κυριαρχούν και να επιδιώκουν την εξουσία και τον έλεγχο των άλλων. Στοιχεία τόσο των ευάλωτων όσο και των μεγαλοπρεπών ναρκισσιστών είναι συνηθισμένα σε κληρικούς που παρουσιάζουν εξάντληση, υψηλά επίπεδα διαπροσωπικών συγκρούσεων και παραβιάσεις ορίων.

Η φροντίδα για το Σώμα του Χριστού

«Ο ιερέας πρέπει να είναι προστατευμένος από παντού με ατσάλινα όπλα και να προσέχει όλα τα βήματα της ζωής του με έντονο ζήλο και συνεχή αγρυπνία, μήπως του προξενήσει κανείς θανατηφόρα πληγή σε κανένα γυμνό και παραμελημένο μέρος» (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί Ιερωσύνης Λόγοι)

Πρέπει να επισημάνουμε ότι τα τρωτά σημεία που περιγράψαμε παραπάνω δεν αποτελούν ανυπέρβλητα εμπόδια. Η συνεπής υπεράσπιση από την ιεραρχία και η υποστήριξη των κληρικών και των οικογενειών τους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην Εκκλησία είναι ένα ζήτημα κρίσιμης σημασίας. Η συνεχής εκπαίδευση και οι ομάδες υποστήριξης αποτελούν αποδεδειγμένους τρόπους παρέμβασης για τους κληρικούς και τις συζύγους τους. Ήδη στην Ελληνορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Αμερικής βρίσκεται εν εξελίξει εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τους ηγέτες των ενοριών, το οποίο πρέπει να διευρυνθεί ούτως ώστε να καθιερώσει μια κουλτούρα συνεργασίας και αμοιβαίας υποστήριξης μεταξύ των κληρικών και της ενοριακής ηγεσίας. Τέλος, πρέπει να συνεχίσει η προσπάθεια εντοπισμού αποτελεσματικών και θεραπευτικών πόρων οι οποίοι, θα διατίθενται για τη φροντίδα των κληρικών και των οικογενειών τους που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Neville, G., Moxon, T. A. (1977). Six Books on the Priesthood. United States: St. Vladimir’s Seminary Press.

Ruffing, E. G., Bell, C. A., & Sandage, S. J. (2020). PTSD symptoms in religious leaders: Prevalence, stressors, and associations with narcissism. Archive for the Psychology of Religion, 0084672420926261. https://doi.org/10.1177/0084672420926261

Ruffing, E. G., Devor, N. G., & Sandage, S. J. (2018). Humility challenges and facilitating factors among religious leaders: A qualitative study. Journal of Spirituality in Mental Health, 1–23. https://doi.org/10.1080/19349637.2018.1520184

Ruffing, E. G., Paine, D. R., Devor, N. G., & Sandage, S. J. (2018). Humility and Narcissism in Clergy: A Relational Spirituality Framework. Pastoral Psychologyhttps://doi.org/10.1007/s11089-018-0830-4

Sandage, S. J., & Briggs, D. (2020, April 27). Humility and religious leadership. The ARDA | Global Plushttp://globalplus.thearda.com/globalplus-humility-and-religious-leadership/

Sandage, S. J., Jankowski, P. J., Bissonette, C. D., & Paine, D. R. (2017). Vulnerable narcissism, forgiveness, humility, and depression: Mediator effects for differentiation of self. Psychoanalytic Psychology34(3), 300–310. https://doi.org/10.1037/pap0000042

Stavros, G., Sandage S., Onofrei, C., & Paine, D. (2015). Trauma, Relational Spirituality, and Resilience: A Study of Greek Orthodox Priests and Presvyteres.  Unpublished report.


Ο Τζωρτζ Σταύρος είναι Κλινικός Αναπληρωτής Καθηγητής Ποιμαντικής Ψυχολογίας και εκτελεστικός διευθυντής του Ινστιτούτου Albert και Jessie Danielsen του Πανεπιστημίου της Βοστώνης.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.