Η «ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ ΨΕΥΤΟΚΛΗΡΙΚΩΝ» ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Jacob Lassin

Στις 19 Νοεμβρίου 2020 το Συνοδικό Τμήμα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας επί των Σχέσεων της Εκκλησίας με την Κοινωνία και τα ΜΜΕ δημοσίευσε αυτό που πολλά μέσα ενημέρωσης χαρακτήρισαν ως «μαύρη λίστα ψευδοκληρικών». Αυτή η λίστα προστέθηκε σε έναν ήδη υπάρχοντα κατάλογο οργανώσεων που ισχυρίζονται ότι συλλέγουν χρήματα για φιλανθρωπικούς και θρησκευτικούς σκοπούς, αλλά για τους οποίους έχει αποδειχθεί, έπειτα από προσεκτικό έλεγχο, ότι πρόκειται για απατεώνες και ψεύτες. Το Πατριαρχείο προχώρησε στη σύνταξη αυτής της λίστας για να προειδοποιήσει τους πιστούς ότι μερικοί από τους κληρικούς που μπορεί ν’ ακολουθούν, είτε διαδικτυακά είτε όχι, δεν συνδέονται με το Πατριαρχείο της Μόσχας και γι’ αυτό θα πρέπει να τους αποφεύγουν.

Η «μαύρη λίστα» φανερώνει την αποφασιστικότητα με την οποία αντιμετωπίζει το Πατριαρχείο Μόσχας ανεξάρτητες ομάδες και άτομα που αυτοχαρακτηρίζονται ορθόδοξοι και μπορούν να παραπλανήσουν το ποίμνιο. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που πολλοί παράγοντες της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν κατά τη μετασοβιετική περίοδο. Η Εκκλησία ήδη καταπολεμά τη δημοσίευση και διανομή μη-εγκεκριμένων θρησκευτικών εντύπων μέσω ενός κλιμακωτού συστήματος σφραγίδων έγκρισης για έντυπο υλικό. Το Πατριαρχείο συνεχίζει αυτή την τακτική με τη δημοσίευση αυτής της λίστας παρέχοντας σαφή καθοδήγηση στους πιστούς σχετικά με τους ποιους πρέπει να αποφεύγουν στο διαδίκτυο. Ωστόσο, δημοσιεύοντας αυτά τα ονόματα υφίσταται η πιθανότητα η Εκκλησία να  επιτύχει το αντίθετο αποτέλεσμα διεγείροντας το ενδιαφέρον των πιστών γι’ αυτούς τους κληρικούς.

Η επιλογή του Πατριαρχείου να αναρτήσει αυτή τη λίστα στον ιστότοπό του μαζί με τα ονόματα των «ψευδοκληρικών» και τους συνδέσμους για τις σελίδες τους στο YouTube ήταν αρκετά περίεργη. Αυτοί οι σύνδεσμοι επιτρέπουν στους επισκέπτες του ιστότοπου να μεταβούν αμέσως στις σελίδες, από τις οποίες η Εκκλησία θέλει να τους αποτρέψει. Επιπλέον, η προσθήκη τους σ’ αυτόν τον κατάλογο, τους καθιστά πιο διαβόητους και τους προσφέρει περισσότερη δημοσιότητά, την οποία διαφορετικά δεν θα είχαν λάβει. Η συμπερίληψή τους σ’ αυτή τη λίστα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παράσημο και επιβεβαίωση της ορθότητας τους ενάντια σε μια ιεραρχία, την οποία θεωρούν διεφθαρμένη και παράνομη. Συνεπώς, η αναγραφή τους σ’ έναν κατάλογο που τους παρουσιάζει ως τους πλέον «καταζητούμενους» και «διαβόητους» είναι πλεονέκτημα για όσους θέλουν να προσελκύσουν οπαδούς στις μικρές και επίλεκτες ομάδες τους.

Την εβδομάδα της δημοσίευσης του καταλόγου, ένας από αυτούς τους κληρικούς, ο Αλεξάντρ Λίπιν ανάρτησε βίντεο, στο οποίο  πανηγύριζε την νέα του ιδιότητα ως ένας εκ των «δέκα κορυφαίων ψευδοκληρικών». Ο Λίπιν είναι πρώην διάκονος του Πατριαρχείου της Μόσχας και νυν ιερέας μιας σχισματικής ομάδας της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Εξωτερικό. Στο βίντεο, ευχαριστεί το Πατριαρχείο της Μόσχας που έλαβε μια τέτοια τιμή και θεωρεί πως πρόκειται για ένα σημάδι ότι το έργο του είναι ευάρεστο στο Θεό.

Εάν η ορθότητα της διδασκαλίας του μπορεί να μετρηθεί μέσω του αριθμού των διαδικτυακών ακολούθων, τότε αυτό που ισχυρίζεται ίσως έχει κάποιο νόημα, διότι ο Λίπιν έχει περισσότερους συνδρομητές στο YouTube απ’ ό,τι το επίσημο κανάλι του Πατριαρχείου της Μόσχας. Τα βίντεο και οι αναρτήσεις του επικεντρώνονται στην αντι-παγκοσμιοποίηση, στον επιβιωτισμό και στις κατηγορίες εναντίον του Πατριάρχη Κυρίλλου σχετικά με τη συμμετοχή του στην αίρεση του οικουμενισμού. Ως επί το πλείστον, ο Λίπιν επαναλαμβάνει πολλές από τις κατηγορίες δεξιών κύκλων που εξαπολύονται εδώ και δεκαετίες ενάντια στο Πατριαρχείο Μόσχας. Ωστόσο, το νεαρό της ηλικίας του και οι ικανότητες του με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον καθιστούν πολύ πιο αποτελεσματικό φορέα αυτών των ιδεών απειλώντας το κύρος του Πατριαρχείου.

Ένας άλλος «ψευδοιερέας» είναι ο Βλαντιμίρ Γκολοβίν, με τον εντυπωσιακό αριθμό 344 χιλιάδων συνδρομητών στο YouTube, δηλαδή περίπου εξίμισι φορές περισσότεροι από τους συνδρομητές στο κανάλι του Πατριαρχείου Μόσχας, ενώ τα βίντεο του έχουν κατά μέσο όρο περισσότερο από δέκα χιλιάδες προβολές το καθένα· ένας πράγματι εντυπωσιακός αριθμός. Το Πατριαρχείο προχώρησε στον αποσχηματισμό του Γκολοβίν λόγω των ετερόδοξων θεολογικών του απόψεων και των μεγάλων κερδών που αποκόμιζε μέσω της παροχής πνευματικών υπηρεσιών και προσφέροντας «προσευχές κατόπιν συμφωνίας».

Παρά τον αποσχηματισμό του, ο Γκολοβίν παραμένει δημοφιλής. Τα κηρύγματα του βρίσκουν ανταπόκριση στους ανθρώπους και φαίνεται να προσφέρουν πολύτιμη πνευματική βοήθεια στους οπαδούς του. Παρόλο που η Εκκλησία ορθά του επέβαλε κυρώσεις και δημοσιεύει τις οικονομικές του ατασθαλίες προτρέποντας τους πιστούς να μην τον χρηματοδοτούν, το γεγονός είναι ότι ο Γκολοβίν βρήκε έναν τρόπο να αξιοποιήσει τις ψηφιακές επικοινωνίες και να παρέχει μια ιδιαίτερα δημοφιλή μορφή πνευματικής φροντίδας. Με την προσθήκη της σελίδας YouTube του Γκολοβίν στην «μαύρη λίστα», το Πατριαρχείο Μόσχας, ουσιαστικά, εφιστά την προσοχή των πιστών σε μια δυναμική προβολή της Ορθοδοξίας στο διαδίκτυο, η οποία επισημαίνει τις ελλείψεις του Πατριαρχείου στη διαδικτυακή επικοινωνία. 

Ο τελευταίος κληρικός, ο οποίος περιλαμβάνεται στη «μαύρη λίστα» είναι ο διαβόητος Σέργιος Ρομανόφ, ο οποίος έχει καταλάβει ένα μοναστήρι στα Ουράλια και αρνείται να το εγκαταλείψει παρά το γεγονός ότι έχει αποσχηματιστεί από τα ιερατικά του καθήκοντα. Ο Σέργιος έχει γίνει γνωστός διεθνώς για τις ενέργειες του, τις εξωφρενικές διδασκαλίες του και της άρνησης της COVID-19. Όλα αυτά τον έχουν καταστήσει περιβόητο, αλλά και πιο ελκυστικό σε μερικούς που αναζητούν ένα «αληθινότερο» και «πιο αυθεντικό» μονοπάτι προς την Ορθοδοξία. Διά της τοποθετήσεώς του στη «μαύρη λίστα», η Εκκλησία επιβεβαιώνει ότι ο Σέργιος καθώς και άλλοι «ψευδοκληρικοί» σχηματίζουν ένα είδος «παράνομης Ορθοδοξίας», μια εκδοχή της πίστης, η οποία μπορεί να προσελκύσει ορισμένους ανθρώπους, ιδιαίτερα νέους, οι οποίοι θέλουν μια θρησκεία πιο ανεξάρτητη, άμεση και όχι τόσο δεσμευμένη στην ιεραρχία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ουσιαστικά, ο κατάλογος καθιστά αυτά τα άτομα να φαίνονται πιο «ενδιαφέροντα» διαχωρίζοντας τα από το επίσημο και περισσότερο ευθυγραμμισμένο στις κρατικές επιταγές Πατριαρχείο.

Η σύνταξη αυτής της «μαύρης λίστας» καταδεικνύει την αποφασιστικότητα του Πατριαρχείου Μόσχας να αντιμετωπίσει όσους θεωρεί ψευδείς διδασκάλους στο χώρο του διαδικτύου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζει τη μεγάλη δύναμη των κοινωνικών δικτύων και τη θρησκευτική τους επιρροή στη χώρα. Η απόφαση του Πατριαρχείου να προστατεύσει τους πιστούς από απάτες που δήθεν υποστηρίζουν την Ορθοδοξία είναι ορθή. Ωστόσο, επιλέγοντας να δημοσιεύσει αυτή τη λίστα καθώς και τους συνδέσμους με τις σελίδες των κληρικών, οι οποίοι πολλές φορές έχουν μεγαλύτερο κοινό από το ίδιο το Πατριαρχείο, φαίνεται ότι επισημαίνει ακούσια τις αδυναμίες του όσον αφορά τη διαδικτυακή επικοινωνία. Εάν το Πατριαρχείο θέλει να προσελκύσει τις νεότερες γενιές, δηλαδή ανθρώπους που περνούν μεγάλος μέρος της ζωής τους στο διαδίκτυο, τότε θα πρέπει να επινοήσει μια διαδικτυακή στρατηγική που θα είναι πιο ενδιαφέρουσα απ’ ό,τι η σύνταξη ενός καταλόγου ατόμων που γνωρίζουν να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον στο Πατριαρχείο.


Ο Jacon Lassin είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Κέντρο Ρωσικών, Ευρασιατικών και Ανατολικοευρωπαικών Σπουδών Melikian του Κρατικού Πανεπιστημίου της Αριζόνα. Η έρευνά του επικεντρώνεται στη διαδικτυακή παρουσία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μπορείτε να τον ακολουθήσετε στο Twitter @jacoblassin.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.