ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κάθριν Κελαϊντίς (Katherine Kelaidis)

Το μυθιστόρημα Αδελφοί Καραμάζοφ αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα σπουδαιότερα έργα λογοτεχνίας που έχουν γραφτεί ποτέ. Επιπλέον, πρόκειται για ένα σαφώς ορθόδοξο μυθιστόρημα, το ποίο διαπνέεται από τη θεολογία, τα έθιμα και τον πολιτισμό της Ορθόδοξης εκκλησίας. Γενικότερα, τα περισσότερα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι ακολουθούν αυτόν τον κανόνα, καθώς ο συγγραφέας αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας Ορθόδοξος Κ. Σ. Λιούις. Σίγουρα δεν θα υπάρξει κάποιος όμοιός του. Αξίζει όμως να αναρωτηθούμε ποιοι είναι οι διάδοχοί του τον 21ο αιώνα, ακόμα κι αν δεν μπορούν να συγκριθούν με τον τόσο σπουδαίο αυτόν λογοτέχνη. Πράγματι, μπορούμε να κατανοήσουμε πολλά για την κατάσταση της Εκκλησίας μας, καθώς και τη σχέση της με τους πιστούς και τον κόσμο, εξετάζοντας τι είδους κοσμική τέχνη παράγει. Το ίδιο ισχύει για τη μουσική, τη ζωγραφική και την ποίηση, αλλά εδώ θα επικεντρωθώ στην πεζογραφία και ειδικότερα στα μυθιστορήματα και τα διηγήματα. Πρώτον, διότι αυτός είναι ο τομέας της εξιδείκευσής μου και δεύτερον, διότι σε καμία περίπτωση δεν είμαι κατάλληλη να κρίνω την αξία μουσικών συμφωνιών ή ζωγραφικών έργων, τα οποία μπορώ να τα αξιολογήσω μόνο απ’ τη πλευρά ενός απλού θαυμαστή. Το πιο σημαντικό είναι όμως (άλλωστε πότε απέφυγε κανείς να εκφέρει γνώμη στο διαδίκτυο λόγω έλλειψης ειδικών γνώσεων;), ότι η σύγχρονη Ορθόδοξη τέχνη έχει βρει στην πεζογραφία την αρτιότερη και πληρέστερη έκφρασή της· από τους συγγραφείς της χρυσής εποχής της ρωσικής λογοτεχνίας, έως λιγότερο γνωστούς, όπως τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Σέρβο Μπόρισαβ Στάνκοβιτς. Ο σύγχρονος Ορθόδοξος πολιτισμός ανακάλυψε στα μυθιστορήματα και στα διηγήματα, κυρίως απ’ τον 19ο αιώνα και μετά, αυτό που η Ρωμαιοκαθολική παράδοση εντόπισε στη ζωγραφική και η Προτεσταντική στη μουσική: μια ολοκληρωμένη και αισθητικά άρτια κοσμική καλλιτεχνική έκφραση, η οποία πραγματεύεται την πίστη, τον άνθρωπο και το θεϊκό στοιχείο με έναν τρόπο που θεμελιώνεται στην παράδοση και αγγίζει όσους βρίσκονται είτε εντός είτε εκτός αυτής της παράδοσης. Κι όμως, τα τελευταία πενήντα χρόνια, υπάρχει μια εκκωφαντική σιγή γύρω από αυτά.

Προτού συνεχίσω, επιτρέψτε μου να πω ότι γνωρίζω τα μεθοδολογικά προβλήματα αυτής της προσέγγισης. Είναι δυνατόν να μιλήσουμε για «ορθόδοξη λογοτεχνική παράδοση»; Μήπως αυτοί οι μυθιστοριογράφοι, παρελθόντες και τωρινοί, ανήκουν στην αντίστοιχη εθνική και γλωσσική τους παράδοση; Πιστεύω ότι η απάντηση είναι καταφατική και στις δύο ερωτήσεις. Πράγματι οι συγγραφείς και το έργο τους που πραγματευόμαστε εδώ ανήκουν σε ξεχωριστές και συχνά αποκλίνουσες γλωσσικές, εθνικές και εθνοτικές παραδόσεις. Παρόλα αυτά, γνωρίζουμε ότι η ταυτότητα είναι μια περίπλοκη έννοια. Πρώτα πρώτα, είναι δυνατόν να έχουμε παραπάνω από μία. Έτσι, το να αρνηθούμε την ύπαρξη μιας ενιαίας «Ορθόδοξης» παράδοσης πέρα από εθνικά και εθνοτικά όρια σημαίνει ότι αγνοούμε την πραγματικότητα της ιστορίας των Ορθόδοξων πολιτισμών, μια πραγματικότητα που βασίζεται σθεναρά στην Ορθόδοξη παράδοση και στις πολλές ιστορίες διασυνδέσεων εντός και εκτός του Ορθόδοξου κόσμου, που αποδεικνύουν ότι η Ορθόδοξη ταυτότητα αποτελούσε το κυρίαρχο χαρακτηριστικό.

Αν δεχτούμε λοιπόν ότι υφίσταται μια «Ορθόδοξη λογοτεχνία», η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης και κριτικής, τότε καθίσταται δυνατή η αξιολόγησή της. Αναμφίβολα, όπως αναφέραμε και προηγουμένως, δεν υπάρχει, προς το παρόν, κάποιος σύγχρονος συγγραφέας που μπορεί να συγκριθεί με τον Ντοστογιέφσκι: έναν Σλαβόφιλο και βαθιά θρησκευόμενο άνθρωπο, του οποίου η πεζογραφία αντικατοπτρίζει, ως επί το πλείστον, μια κανονιστική ορθόδοξη ηθική και ήθος, ενώ ταυτόχρονα συνυφαίνει αδρές και περίπλοκες αφηγήσεις που είναι προσιτές και διαθέτουν καθολική αξία. Παλαιότερα είχα γράψει  στο περιοδικό The Wheel για την απουσία Ορθόδοξων γυναικών συγγραφέων, στην τωρινή εποχή και στο παρελθόν, οι οποίες να έχουν γράψει κάτι που να ταιριάζει με τα παραπάνω κριτήρια. Νομίζω όμως ότι ήμουν άδικη. Τα τελευταία χρόνια, δεν είναι μόνο οι γυναίκες που δείχνουν να αδυνατούν να δημιουργήσουν οτιδήποτε συγκρίσιμο με το έργο των Ορθόδοξων ανδρών συγγραφέων του 19ου και του 20ου αιώνα. Γενικά, τα τελευταία πενήντα χρόνια δεν παράγεται αξιόλογη λογοτεχνία εντός της Ορθόδοξης παράδοσης, είτε από άνδρες είτε από γυναίκες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι συγγραφείς, οι οποίοι συνδέονται ιστορικά με Ορθόδοξους πολιτισμούς, έχουν παύσει εντελώς να παράγουν ποιοτική και παγκοσμίως αποδεκτή λογοτεχνία. Αξίζει όμως να επισημάνουμε ότι η λογοτεχνική παραγωγή προέρχεται απ’ την πένα λογοτεχνών που πιθανότατα δεν θεωρούν τον εαυτό τους Ορθόδοξο, ούτε είναι βαθιά αφοσιωμένοι στο Ορθόδοξο ήθος. Αντ’ αυτού, η πιο αξιόλογη Ορθόδοξη λογοτεχνία προέρχεται απ’ το περιθώριο της Ορθόδοξης παράδοσης και συχνά από εκείνους που θεωρούνται αποκλεισμένοι απ’ την επίσημη Εκκλησία. Ασφαλώς, υφίσταντο παρόμοιες περιπτώσεις και στο παρελθόν, όπως αυτές του Λέοντα Τολστόι και του Νίκου Καζαντζάκη, οι οποίοι συγκρούστηκαν με την επίσημη Εκκλησία, σε διαφορετικές, ωστόσο, στιγμές της σταδιοδρομίας τους. Ο Τολστόι αφορίστηκε την περίοδο που πλέον δεν ασχολείτο με τη λογοτεχνία, μια απόφαση που είχε λάβει λόγω της πνευματικής του μεταστροφής. Γι’ αυτόν τον λόγο, μπορούμε να θεωρήσουμε πως τα μυθιστορήματά του Πόλεμος και Ειρήνη και Άννα Καρένινα περιλαμβάνονται εντός του κανονιστικού πλαισίου της επίσημης Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Απ’ την άλλη πλευρά, ο Καζαντζάκης συγκρούστηκε με την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος λόγω του μυθιστορήματος του Ο Τελευταίος Πειρασμός του Χριστού, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1955. Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δήλωσε ότι το μυθιστόρημα: «διαστρέφει και κακοποιεί την θεόπνευστον ευαγγελικήν διήγησιν και θίγει, κατά τρόπον ανερυθριάστως ασεβή και ανίερον, το θεανδρικόν του Κυρίου πρόσωπον», μια δήλωση που, αν μη τι άλλο, επιχειρεί να αποβάλλει το μυθιστόρημα απ’ τα αποδεκτά όρια της Εκκλησίας. Ο αποκλεισμός αυτών των συγγραφέων απ’ την επίσημη Εκκλησία έχει οδηγήσει στο να τους αντιπαραθέτουν έναντι των πιο «κανονικών» Ορθόδοξων ομολόγων τους. Εδώ ταιριάζει και η περιβόητη αντίθεση μεταξύ Τολστόι και Ντοστογιέφσκι, αν και η διαφορά μεταξύ τους (ή η λιγότερο γνωστή διάκριση μεταξύ Παπαδιαμάντη και Καζαντζάκη) αναφέρεται περισσότερο στην προσωπικότητα τους παρά στην εμπλοκή τους με την παράδοση. Παρόλα αυτά, πέρα απ’ τις διαφορές μεταξύ του ασώτου και του πιστού υιού, κανείς δεν θα έλεγε ότι υφίστανται διαφορές στην ποιότητα των έργων τους. Αλλά αυτό δεν ισχύει στο σήμερα.

Ενώ αυτοί που βρίσκονται στο περιθώριο της Εκκλησίας παράγουν αξιόλογη λογοτεχνία, η οποία επαινείται από ένα κοινό που δεν έχει σχέση με την Ορθοδοξία, η ιδιαίτερα λιγοστή και συχνά αυτοδημοσιευμένη μυθιστοριογραφία που παράγεται απ’όσους παραμένουν σταθερά πιστοί στην Ορθοδοξία, για την οποία γίνεται λόγος και στο προαναφερθέν άρθρο μου στο περιοδικό The Wheel, δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερα αξιόλογη. Επιπλέον (και όχι τόσο υποκειμενικά), έχει ελάχιστη απήχηση σε όσους βρίσκονται εκτός Εκλησίας, τόσο στο ευρύ φιλολογικό κοινό όσο και στον ακαδημαϊκό λογοτεχνικό χώρο.

Επειδή έχω ήδη αναφερθεί αλλού σε (κάποια) από τα μέτρια βιβλία (και το γιατί δεν πετυχαίνουν τον στόχο τους), ας επικεντρωθώ εδώ σ’ αυτά που είναι πιο αξιόλογα. Για να είμαι ειλικρινής, το ενδιαφέρον είναι ότι η πιο αξιοπρόσεκτη λογοτεχνία που παράγεται απ’ όσους προέρχονται από Ορθόδοξα περιβάλλονται τα τελευταία είκοσι χρόνια αφορά εκείνους που ουσιαστικά εκδιώθχηκαν απ’ την Εκκλησία λόγου της συνεχιζόμενης πολεμικής για ζητήματα που αφορούν το φύλο και τη σεξουαλικότητα. Ο Ελληνο-αυστραλός συγγραφέας Χρήστος Τσιόλκας γράφει ανοιχτά γιατί εγκατέλειψε την Ορθόδοξη εκκλησία στα εφηβικά του χρόνια, καθώς άρχισε να αντιλαβάνεται την καταδίκη της Εκκλησίας για τη σεξουαλική του ιδιαιτερότητα διαβάζοντας την Προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου.

Το μυθιστόρημά του Δαμασκός, το οποίο δημοσιεύθηκε το 2019, προσφέρει μια από τις πιο αξιόλογες, αισθητικά άρτιες και ειλικρινείς αποδόσεις της ζωής του Αποστόλου Παύλου που έχω διαβάσει ποτέ. Ενώ τα μυθιστορήματα που πραγματεύθηκα στο άρθρο μου στο περιοδικό The Wheel χαρακτηρίζονται από ηθικισμό και μια αγιοποιητική στάση, ο Τσιόλκας δεν αποφεύγει να τονίσει τη θολή ηθική διάσταση της ζωής κάθε ανθρώπου, ακόμη και στη περίπτωση που αυτός ο άνθρωπος είναι άγιος και ένας απ’ τους πιο σεβαστούς Αποστόλους της Εκκλησίας. Το βιβλίο της Τατιάνα Νικουλέσκου-Μπράν Spovedanie la Tanacu (Εξομολόγηση στο Τανάκου) (στα αγγλικά με τον τίτλο The Deadly ConfessionΗ Θανάσιμη Εξομολόγηση) αποτέλεσε τεράστια επιτυχία στη Ρουμανία. Πρόκειται για μια μυθιστορηματική διασκευή των πραγματικών γεγονότων του εξορκισμού που έλαβε χώρα στη Μονή Τανάκου το 2005 στην Βορειοδυτική Ρουμανία, κατά τον οποίο η 23χρονη Ιρίνα Κορνίτσι, για την οποία λέγεται ότι αγωνιζόταν ενάντια στην ίδια τη σεξουαλικότητα της, τελικά απεβίωσε. Αξίζει επίσης να αναφερθούμε και στο βιβλίο του Ρώσου δημοσιογράφου και συγγραφέα Σεργκέι Χαζόφ-Κασσία Το Ευαγγέλιο κατά, στο οποίο αντιπαραβάλλει τη ζωή ενός γκέι άνδρα στην τωρινή Μόσχα με μια ερμηνεία της ευαγγελικής αφήγησης. Το μυθιστόρημα προβάλλει μια συγκλονιστική αντιπαράθεση, στην οποία ο αναγνώστης καλείται να αξιολογήσει τη σχέση μεταξύ του μηνύματος αγάπης του Ευαγγελίου και την κατάσταση αποκλεισμού που επιτρέπουμε να υφίσταται στις υποτιθέμενες χριστιανικές κοινωνίες μας. (Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο μεταφράζεται επί του παρόντος στα αγγλικά και αναζητεί εκδότη)

Τα κοινά στοιχεία που μοιράζονται αυτά τα μυθιστορήματα, τα οποία αποτελούν μόνο ένα δείγμα των όσων υπάρχουν, δεν είναι μόνο ότι βασίζονται σε ένα Ορθόδοξο πολιτισμικό πλαίσιο, αλλά και το γεγονός ότι εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο την Ορθόδοξη πνευματική παράδοση. Το ίδιο ακριβώς στοιχείο δηλαδή που έχει τοποθετήσει τους Αδελφούς Καραμάζοφ και την Άννα Καρένινα στα κορυφαία μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας: μια ωμή, απτόητη ειλικρίνεια για τον κόσμο, τους ανθρώπους και συνεπώς τον Θεό,  μια ειλικρίνεια περίπλοκη, άτσαλη, η οποία εν τέλει παρουσιάζει την άγνωστη πλευρά του Παραδείσου. Αυτό το στοιχείο λείπει σαφώς απ’ τους λογοτέχνες που έχουν στενότερες σχέσεις με την επίσημη Εκκλησία.

Ως ερευνήτρια, έχω μόλις αρχίσει την μελέτη μου για τη σχέση της σύγχρονης μυθιστοριογραφίας και τις αναφορές της στην Ορθόδοξη χριστιανική πολιτισμική ιστορία. Ωστόσο, ως Ορθόδοξη Χριστιανή και διά βίου βιβλιοφάγος δεν μπορώ παρά να θέσω ορισμένα, ας πούμε προκαταρκτικά, ερωτήματα. Αναρωτιέμαι γιατί δεν υπάρχει τωρινός Ντοστογιέφσκι. Γιατί η λογοτεχνία που παράγεται εντός των κανονικών ορίων της Εκκλησίας παραμένει τόσο ποιοτικά κατώτερη σε σύγκριση με αυτήν που παράγεται στο περιθώριο; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο διάβα της ιστορίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία παρήγε ποιοτική λογοτεχνία. Η μοναδική απάντηση που μπορώ να δώσω αυτή τη στιγμή είναι η αλλαγή που υπάρχει στον πυρήνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας που όλο και περισσότερο αντικατοπτρίζει, με τον χειρότερο τρόπο, τον πολιτισμικά άγονο κόσμο του Ευαγγελικού Αμερικάνικου Προτεσταντισμού και την κοσμοθεωρία του, η οποία σε αντίθεση με την ιστορική Ορθοδοξία, δεν αποδέχεται οποιαδήποτε αμφισημία ή λογοτεχνική μεταφορά. Αυτού του είδους η αυστηρότητα και η ακριβολογία αποτελεί θανάσιμη απειλή για την λογοτεχνία. Για καλό ή για κακό, τα μεταβαλλόμενα ήθη της Εκκλησίας μας, απεικονίζονται στα βιβλία που γράφουν και οι πιστοί και οι άπιστοι. Κι εγώ θέλω να διαβάσω ακόμη περισσότερα.


Η Κάθριν Κελαϊντίς (Katherine Kelaidis) είναι ιστορικός και ερευνήτρια στο Εθνικό Ελληνικό Μουσείο του Σικάγο.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.