ΡΙΧΝΟΝΤΑΣ ΠΕΤΡΕΣ ΣΕ ΓΥΑΛΙΝΑ ΣΠΙΤΙΑ
ΜΟΣΧΑ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑ

π. Μπογντάν Γλάδιο (Bohdan Hladio)

Πολύς κόπος και πολύ μελάνι συνεχίζει να δαπανάται για επικρίσεις ενάντια στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως λόγω της «αντικανονικής» παροχής αυτοκεφάλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του νεοκλεγέντος Πατριάρχη Σερβίας Πορφύριου:

«Οι ενέργειες της Κωνσταντινουπόλεως στην Ουκρανία δεν είναι σύμφωνες με την παράδοση της Εκκλησίας. Εμείς βρισκόμαστε στην πλευρά της τάξεως και των κανόνων», […] «Πολλοί θα πουν ότι εμείς [η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία] είμαστε στην πλευρά των Ρώσων. Παρόλα αυτά υποστηρίζουμε την τάξη και τους κανόνες».

Τέτοιου είδους τετριμμένες δηλώσεις αγνοούν το γεγονός ότι «αναφορικά […] με τον τρόπο παροχής αυτοκεφάλου σε οποιαδήποτε Εκκλησία, ουδείς ιερός κανόνας δεν παρέχει κατευθύνσεις ή οδηγίες».[1] Δηλώσεις, όπως αυτές του Πατριάρχη Σερβίας, θέτουν τα εξής ερωτήματα: «Ποιοι κανόνες; Τινός τάξη;».

Κατά κοινή ομολογία για να ανακηρυχθεί μια Εκκλησία αυτοκέφαλη πρέπει οι συνθήκες να έχουν ωριμάσει, καθώς και να διαθέτει επαρκείς «πόρους» (δηλαδή, τον κατάλληλο αριθμό επισκόπων, επαρχιών και πιστών), ούτως ώστε να οργανώσει και να συντηρήσει την εκκλησιαστική της ζωή. Πρέπει επίσης ο λαός και ο κλήρος της συγκεκριμένης περιοχής να εκφράσει το αίτημα για παροχή αυτοκεφαλίας, ενώ η «Μητέρα Εκκλησία» (η αυτοκέφαλη Εκλησία στο έδαφος της οποίας βρίσκεται η «Κόρη») να συμφωνήσει με αυτό το αίτημα. Εν συνεχεία, η Αυτοκεφαλία αναγνωρίζεται με τη χορήγηση Τόμου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την επακόλουθη αναγνώρισή της από τις υπόλοιπες αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

Είναι αδύνατον να προχωρήσουμε σε μια εποικοδομητική συζήτηση για την αυτοκεφαλία της Ουκρανίας χωρίς να λάβουμε υπόψιν το προβληματικό καθεστώς των αυτοκεφαλιών, οι οποίες ανακηρύχθηκαν μονομερώς από το Πατριαρχείο Μόσχας στην Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και την «Αμερική».

Όσον αφορά την Ουκρανία, μετά την Ενωτική Σύνοδο (15.12.18) και τη χορήγηση αυτοκεφάλου (06.02.19), το Πατριαρχείο Μόσχας κατηγόρησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο ότι προέβη σε παραβίαση του «κανονικού του εδάφους» παραχωρώντας αυτοκεφαλία σε «σχισματικά σώματα», καθώς και ότι αγνόησε την «κανονική» Εκκλησία, δηλαδή, την «Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (υπό την δικαιοδοσία της Μόσχας)». Σύμφωνα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο αυτοί οι ισχυρισμοί είναι απολύτως ψευδείς: η πράξη που μετέφερε την εποπτεία της Μητρόπολης Κιέβου στο Πατριαρχείο Μόσχας το 1686 είχε καταργηθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον Σεπτέμβριο του 2018. Τα «σχισματικά σώματα» της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας – Πατριαρχείο Κιέβου, έπαψαν να υφίστανται λόγω της «αυτοδιάλυσής» τους προτού λάβει χώρα η Ενωτική Σύνοδος. Επιπλέον, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έστειλε επιστολές σε όλους τους ιεραρχές της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλήσιας του Πατριαρχείου Μόσχας, ενώ ο προκαθήμενός της, Μητροπολίτης Ονούφριος, ήταν ο μόνος εκ των τριών Ορθόδοξων εκκλησιαστικών σωμάτων, του οποίου η υποψηφιότητα να ηγηθεί της νέας αυτοκέφαλης Εκκλησίας κρίθηκε έγκυρη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εκτός από αυτό, το Πατριαρχείο Μόσχας δεν είχε σημειώσει ουδεμία πρόοοδο στην επίλυση του πολυετούς σχίσματος στην Ουκρανία. Εξάλλου λαμβάνοντας υπόψη την χρήση της χορήγησης αυτοκεφάλου ως πολιτικό εργαλείο από τη Μόσχα κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, οι κατηγορίες της ενάντια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι ιδιαιτέρως υποκριτικές.

Μετά την αποκατάσταση των σχέσεων του κομμουνιστικού καθεστώτος με το Πατριαρχέιο Μόσχας επί Στάλιν το 1943, οι κομμουνιστικές αρχές ενθάρρυναν το Πατριαρχείο της Μόσχας να αναλάβει παγκόσμιο ηγετικό ρόλο στην Ορθοδοξία, δημιουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα «Ορθόδοξο Βατικανό» και προετοιμάζοντας μια «8η Οικουμενική Σύνοδο», (βλ. Κεφάλαια 8 και 9, Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία 1917-1948: Από την παρακμή στην αναγέννηση, της Ντανιέλα Καλκαντζίεβα [The Russian Orthodox Church, 1917-1948: From Decline to Resurrection, Daniela Kalkandjieva). Μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το Πατριαρχείο Μόσχας ανάγκασε την Εκκλησία της Πολωνίας να αποκηρύξει την αυτοκεφαλία που της είχε χορηγήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1924. Λόγω των μεταπολεμικών συνοριακών διακανονισμών, η πλειοψηφία του εδάφους και των πιστών της Πολωνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατέληξε στη Σοβιετική Ένωση, με συνέπεια να μείνει μόνο με δύο επισκοπές, σαφώς ανεπαρκείς «πόρους» για να παραμείνει αυτοκέφαλη. Παρά αυτήν την ανώμαλη κατάσταση, το Πατριαρχείο Μόσχας παραχώρησε (εκ νέου) το 1948 αυτοκέφαλο καθεστώς στην Πολωνική Εκκλησία.

Ανεξάρτητα από τις διάσπαρτες κοινότητες στις ανατολικές περιοχές της, η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Τσεχοσλοβακία ιδρύθηκε υπό την αιγίδα του Σερβικού Πατριαρχείου και απαρτίστηκε από ενορίες και κληρικούς που είχαν εγκαταλείψει την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η (αριθμητικά πολύ μεγαλύτερη) Ελληνοκαθολική (ουνιτική) Εκκλησία στην Τσεχοσλοβακία διαλύθηκε από τους κομμουνιστές, ενώ οι ναοί και τα θεσμικά της όργανα παραχωρήθηκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Τσεχοσλοβακίας. Κατόπιν «αιτήματος»  της Μόσχας, η Σερβική Εκκλησία μετέφερε το κανονικό της έδαφος (συμπεριλαμβανομένης της επισκοπής Μουκάτσεβο που τότε είχε ήδη ενσωματωθεί στη Σοβιετική Ένωση) στο Πατριαρχείο Μόσχας, το οποίο το 1951 ανακήρυξε μονομερώς την Τσεχοσλοβακική Εκκλησία αυτοκέφαλη.

Η ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική (OCA) έγινε με παρόμοιο τρόπο. Η «Μετροπόλια»  (όπως ήταν γνωστή η OCA πριν το 1970) αποτελούσε ένα αγκάθι στα μάτια του Πατριαρχείου της Μόσχας, το οποίο δεν μπορούσε να διεισδύσει στους κόλπους της και να την ελέγξει, ενώ η «εξαρχία» του Πατριαρχείου Μόσχας στη Βόρεια Αμερική αποτελούσε οικονομικό και πολιτικό βάρος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Μετροπόλια αποπειράθηκε να ζητήσει κανονική αναγνώριση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τότε το Πατριαρχέιο Μόσχας αποφάσισε ότι το καλύτερο που είχε να κάνει θα ήταν να ανακηρύξει την Μετροπόλια αυτοκέφαλη, ούτως ώστε η OCA να λάβει το κανονικό καθεστώς που ζητούσε, ενώ παράλληλα το Πατριαρχείο Μόσχας θα είχε την ευκαιρία να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στην OCA ως «Μητέρα Εκκλησία».

Ενώ η χορήγηση αυτοκεφάλου στην Εκκλησία της Πολωνίας ήταν παράτυπη, καθώς δεν διέθετε τον απαιτούμενο αριθμό επισκόπων, επαρχιών κ.λπ., η αυτοκεφαλία της Τσεχοσλοβακίας προϋπέθετε τη «μεταφορά» του κανονικού εδάφους της Σερβίας στη Μόσχα, ούτως ώστε η Μόσχα να καταστεί «Μητέρα Εκκλησία». Στην περίπτωση της OCA χορηγήθηκε αυτοκεφαλία σε μια δικαιοδοσία μεταξύ πολλών και δεν συμπεριλάμβανε όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς της Αμερικής· κάθε μια από τις παραπάνω Εκκλησίες απέκτησε αυτοκέφαλο καθεστώς με προβληματικό τρόπο.

Όλα αυτά εγείρουν πολλά ερωτήματα:

Η Κωνσταντινούπολη είναι αναμφισβήτητα η Μητέρα Εκκλησία της Μητροπόλεως του Κιέβου, όπως ήταν και για τις Εκκλησίες της Σερβίας, της Ρουμανίας, της Ελλάδας κ.λπ., επειδή όταν αυτές οι χώρες των Βαλκανίων απέκτησαν τη δική τους κρατική υπόσταση, οι Εκκλησίες τους παρέλαβαν το καθεστώς αυτοκεφάλου από την Κωνσταντινούπολη. Το Ουκρανικό κράτος επανιδρύθηκε το 1991  και στις αρχές του 21ου αιώνα η πλειοψηφία των πιστών σαφώς προσδοκούσε η Εκκλησία τους να καταστεί αυτοκέφαλη: πως δύνανται λοιπόν οι ενέργειες της Κωνσταντινουπόλεως να χαρακτηριστούν «αντικανονικές»  ή «ενάντια στην εκκλησιαστική τάξη», ιδιαίτερα από εκείνες τις Εκκλησίες που έλαβαν την αυτοκεφαλία τους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο;

Επιπροσθέτως, πως μπορεί η Μόσχα δεδομένης της δικής της ιστορίας εργαλειοποίησης του αυτοκεφάλου, να ασκεί πίεση σε άλλες Εκκλησίες και να καταδικάζει τις ενέργειες της Κωνσταντινούπολης στην Ουκρανία;

Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι όταν η Μόσχα μονομερώς και χωρίς κανένα δικαιώμα, παραχώρησε αυτοκεφαλία σε «κανονικά εδάφη» Εκκλησιών, επί των οποίων η δικαιοδοσία της στερείτο κανονικού ερείσματος και ήταν αμφισβητούμενη, η Κωσταντινούπολη δεν διέκοψε την κοινωνία μαζί της. Το Πατριαρχείο Μόσχας έλαβε την προκλητική απόφαση να διακόψει την κοινωνία με την Κωνσταντινούπολη μετά τη χορήγηση αυτοκεφάλου στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, με τον ίδιο «κατά παράδοση» τρόπο που είχαν ανακηρυχθεί και άλλες «νεώτερες» Εκκλησίες αυτοκέφαλες. Γιατί;

Το αυτοκέφαλο καθεστώς των Εκκλησιών της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας τελικά επιλύθηκε. Το αυτοκέφαλο καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική (OCA) και της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας εξακολουθεί να αμφισβητείται, αν και παραδόξως η κανονικότητα της OCA αναγνωρίζεται παγκοσμίως, οι Εκκλησίες και οι ιεράρχες που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της Μόσχας (με τις ευλογίες και του Πατριάρχη Πορφύριου) αρνούνται να συλλειτουργήσουν με κληρικούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.

Ο Κύριλλος Γοβορούν επισημαίνει ότι: «Η αυτοκεφαλία επέζησε πολλούς μετασχηματισμούς και κρίσεις […] Σε μερικές περιόδους της ιστορίας της σχεδόν εξαφανίστηκε, ενώ σε άλλες απέκτησε ακραία δύναμη. Στο μακρύ ιστορικό της ταξίδι έλαβε διαφορετικές μορφές και ερμηνείες». (Οι ανασκαφές της Εκκλησίας, [Scaffolds of the Church], 88-89). Ίσως το πιο σημαντικό ερώτημα σ’ αυτή τη διαμάχη είναι το εξής: «Πως θα μπορούσε η έννοια της αυτοκεφαλίας να μετασχηματιστεί και να ερμηνευθεί, προκειμένου να καταστεί παράγοντας ενοποίησης και όχι διαίρεσης σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο;».


[1] Πατριάρχης Κωντσαντινουπόλεως Βενιαμίν, όπως παρατίθεται από τον Peter L’Huillier, στο “ «Accession to Autocephaly», St. Vladimir’s Theological Quarterly 37, no. 4 (1993): 298.


Ο π. Bohdan Hladio είναι ιερέας της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Καναδά, επί του παρόντος υπηρετεί στην πόλη Οσάουα (Oshawa) στο Οντάριο.   

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.