ΥΣΤΕΡΗ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ, ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Efstathios Kessareas

Οι ρυθμοί του σύγχρονου κόσμου είναι φρενήρεις. Η κυλιόμενη σκάλα, που κάποτε συμβόλιζε την πρόοδο, δεν μπορεί πλέον να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των σύγχρονων ανθρώπων, οι οποίοι συνεχώς βιάζονται. Σήμερα, όχι μόνο η εργασία αλλά και η προσωπική ζωή ακολουθούν τη νέα αρχή που διακηρύσσει ότι: «η ταχύτητα είναι τα πάντα». Σύμφωνα με έναν επιχειρηματία στον τομέα του ψηφιακού μάρκετινγκ: «Σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα κινούνται με τόσο ταχείς ρυθμούς, δεν αρκεί να είσαι απλά γρήγορος, πρέπει να είσαι πιο γρήγορος απ’ οποιονδήποτε άλλον, να επιταχύνεις μέχρι να προπορεύεσαι και να παραμείνεις πρώτος». Παρόλα αυτά η υψηλή ταχύτητα δεν αποτελεί απλώς ένα μέσο για την επίτευξη των στόχων της παραγωγικότητας και της προσωπικής ευτυχίας, οι οποίοι αξιολογούνται υπό τους όρους της καινοτομίας και της επιτυχίας, αλλά έχει καταστεί η απόλυτη «αντικειμενική» πραγματικότητα: υπάρχεις «πραγματικά» στο βαθμό που βιώνεις την εκκοσμικευμένη κουλτούρα της ταχύτητας. (Βλ. Hartmut Rosa, Social Acceleration: A New Theory of Modernity).

Παρά την πανδημία του COVID-19 οι έντονοι ρυθμοί συνεχίζονται επηρεάζοντας αισθητά ακόμη και υπαρξιακά ζητήματα όπως την αγάπη και το θάνατο. Η κρίση παύει να αποτελεί ξαφνική ρήξη ενός σταθερού τρόπου ζωής. Αντίθετα παρουσιάζεται ως μια «νέα κανονικότητα», καθώς οι άνθρωποι προσαρμόζονται σε μια ποικιλία συνεχών κρίσεων που ξεσπούν ταχύτατα.

Από μια κοινωνιολογική άποψη, ο χρόνος αποτελεί ένα κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο. Παρά τους κοινούς τρόπους μέτρησης του χρόνου, τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες τον βιώνουν διαφορετικά. Για παράδειγμα, ένας βοσκός στα Λευκά Όρη της Κρήτης αισθάνεται ότι ο χρόνος περνά πιο αργά σε σχέση μ’ έναν επιδημιολόγο εξαιτίας των διαφορετικών χαρακτηριστικών των επαγγελμάτων και των τόπων διαμονής τους. Ο ένας ζει στην υψηλή και ανοιχτή περιοχή των βουνών, ενώ ο άλλος στο εσωτερικό περιβάλλον του ερευνητικού εργαστηρίου της πόλης. Ωστόσο, τέτοιες αντιθέσεις δεν είναι απόλυτες, διότι οι γενικές ιδεολογικές και δομικές μεταβολές της σύγχρονης καπιταλιστικής αγοράς (π.χ., ατομικισμός, παγκοσμιοποίηση, προηγμένες τεχνολογίες επικοινωνίας) προάγουν περαιτέρω το κοσμικό πνεύμα της επιτάχυνσης όχι μόνο στις Δυτικές κοινωνίες αλλά παγκοσμίως. Επιστρέφοντας στο προηγούμενο παράδειγμα: ακόμα και ο βοσκός (ειδικά όταν ανήκει σε μια νεότερη γενιά) μπορεί να χρησιμοποιεί το smartphone στο βουνό, ενώ φροντίζει το κοπάδι του.

Πως επηρεάζει η κουλτούρα της ταχύτητας τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό; Μπορεί η Ορθοδοξία να ακολουθήσει αυτόν τον ρυθμό της ζωής και να μεταδόσει το μήνυμα της υπό αυτές τις νεότερες συνθήκες ; Μπορεί να συμβεί αυτό δίχως να έχει αντίκτυπο στην «αιώνια» (σύμφωνα με τη σκέψη του Durkheim) φύση του ιερού ; Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι η σχέση ανάμεσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και την παρούσα κοινωνική τάξη, καθώς και η απάντηση της Ορθοδοξίας στις συνεχώς αυξανόμενες εκκλήσεις για αλλαγή; Χωρίς να αγνοούμε τις διαφορές μεταξύ των ποικίλων θεολογικών ρευμάτων τς Ορθοδοξίας (π.χ, ακτιβιστικό, υπέρ του κοινωνικού μετασχηματισμού έναντι εσωστρεφούς, πιο μυστικού— βλ. τη μελέτη μου), αναμφισβήτητα η Ορθοδοξία έχει έναν ξεχωριστό πνευματικό χαρακτήρα, ο οποίος φανερώνεται στη μυστική της θεολογία, την ασκητική της πρακτική και τη λειτουργική ατμόσφαιρα της Ευχαριστίας. Αυτό το πλαίσιο καλλιεργεί μια συγκεκριμένη πνευματική αίσθηση του χρόνου ως μια αιώνια παρουσία σύνολης της κοινότητας (ο Θεός και οι πιστοί, ζώντες και κεκοιμημένοι), η οποία βιώνει «εδώ και τώρα», τόσο τη παρελθοντική όσο και τη μελλοντική διάσταση του χρόνου, ως ανάμνηση των ιερών γεγονότων του παρελθόντος και ταυτόχρονα ως πρόγευση των εσχάτων. Ωστόσο, η επίτευξη αυτής της πνευματικής εμπειρίας συνεπάγεται ως απαραίτητο όρο μια κατάσταση αταραξίας και εσωτερικής ηρεμίας, η οποία έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη σύγχρονη κουλτούρα της υψηλής ταχύτητας. Από την άποψη της Ορθοδοξίας, αυτή η αίσθηση της εσωτερικής γαλήνης μπορεί να στρέψει πλήρως την ψυχή προς τον Θεό και επομένως  να την οδηγήσει στην οδό της σωτηρίας. Υπό αυτό το πρίσμα, οι φρενήρεις ρυθμοί της καθημερινής ζωής αποτελούν εμπόδιο ή ακόμη και διαβολικός πειρασμός που αποσπά την προσοχή και αποξενώνει τον πιστό από το Θεό. Άλλωστε, σύμφωνα και με ένα νεοελληνικό ρητό «και αύριο μέρα είναι», γιατί να βιαζόμαστε; Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με την κουλτούρα της ταχύτητας, αυτή η θεώρηση αποτελεί μια ασυγχώρητη στάση αναβλητικότητας που προκαλείται από την οκνηρία και την αδυναμία εκπλήρωσης των επαγγελματικών στόχων. Ο επιχειρηματίας του αρχικού μας παραδείγματος δεν θα υιοθετούσε την ακόλουθη θρησκευτική συμπεριφορά:

Όσο η καρδιά μένει ατάραχη από τον περισπασμό των εξωτερικών πραγμάτων, τόσο ο νους κατανοεί και θαυμάζει τις έννοιες των Θείων πραγμάτων. (Άγιος Επιφάνιος Σαλαμίνας)

Με την πίστη, την αποφυγή των ανθρώπων και την αποστροφή της κοσμικής γνώσεως, φθάνουμε στην καθαρότητα της καρδιάς, οπότε γευόμαστε τη Χάρη και τη χαρά του Αγίου Πνεύματος (πνευματική γνώση). (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)

(τα αποσπάσματα διατίθενται εδώ).

Ασφαλώς οι ανάγκες της κοσμικής ζωής επιβάλλουν μια σειρά απαραίτητων συμβιβασμών. Εντούτοις, ενώ είναι ευκολότερο για την Εκκλησία να υιοθετήσει στοιχεία που σχετίζονται με την εξωτερική πραγματικότητα (π.χ. τεχνολογία), η δυσκολία παραμένει αναφορικά με τις ιδέες και τις πρακτικές που μπορεί αυτά τα στοιχεία (ακόμη και ακούσια) να προκαλέσουν· δηλαδή μεταβολές στις βασικές θεολογικές της πεποιθήσεις και κατ’ αυτόν τον τρόπο στη δομή και την ταυτότητα της. Εδώ ανοίγονται τρεις δρόμοι, τους οποίους θα παρουσιάσουμε σύμφωνα με τυποποιημένους όρους.

Ο πρώτος χαρακτηρίζεται από την αμυντική αντίδραση του φονταμενταλισμού: μια πλήρης άρνηση της αλλαγής, θεωρούμενης ως διαβολική απειλή για τη «γνήσια» Ορθοδοξία, εφόσον η τελευταία κατανοείται ως καταφύγιο από τον εκκοσμικευμένο κόσμο. Η αντίδραση αυτή χαρακτηρίζεται από μια κίνηση «πίσω ολοταχώς», δηλαδή μια επιτακτική επιστροφή στις βασικές πεποιθήσεις, αξίες και πρακτικές της Ορθοδοξίας (βλ. αυτό το άρθρο). Συνεπώς η ταχύτητα εδώ καθίσταται αποδεκτή μόνο εάν έχει αντίστροφη κατεύθυνση προς ένα εξιδανικευμένο (ήσυχο και γαλήνιο) παρελθόν.

Ο δεύτερος δρόμος είναι αυτός που προτείνεται από τους υπέρμαχους της εκκοσμίκευσης, οι οποίοι υποστηρίζουν μια λογική ηθική: ταχεία εφαρμογή ενός ευρέος προγράμματος μεταρρυθμίσεων με στόχο τον εκσυγχρονισμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ούτως ώστε η τελευταία να μην παρεμποδίσει την επιθυμητή πρόοδο που θα οδηγήσει γρήγορα σε ένα λαμπρό μέλλον. Αντίθετα με την κοινή αντίληψη και παρά την προφανή τους αντίθεση, οι ανωτέρω δύο «δρόμοι» συγκλίνουν στον απόλυτο και εξιδανικευμένο επιθυμητό χρονικό προσανατολισμό τους. Οι ξεκάθαρες απαντήσεις αναφορικά με τη σχέση της Ορθοδοξίας με τον κόσμο, δηλαδή η τελειωτική άρνηση των αξιών της παρούσας τάξης (φονταμενταλισμός) ενάντια τσην απόλυτη ταύτιση με τον κόσμο (εκκοσμίκευση) είναι εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθούν.

Μεταξύ αυτών των δύο επιλογών βρίσκεται η ενδιάμεση λύση μιας κριτικής αποδοχής, τόσο της παράδοσης όσο και της νεωτερικότητας, η οποία ουσιαστικά προτείνεται εντός του μετανεωτερικού και μετα-εκκοσμικευμένου πλαισίου. Αυτή η μέση λύση παρουσιάζεται ως συμφιλίωση της πίστης με την ιστορία. Παρόλα αυτά, δεν ικανοποιεί ούτε τους φονταμενταλιστές ούτε τους υπέρμαχους της εκκοσμίκευσης. Οι πρώτοι την απορρίπτουν με την κατηγορία ότι είναι αιρετική, π.χ. θεωρώντας την ως προτεσταντική παραμόρφωση της ασκητικής και ησυχαστικής παράδοσης της Ορθοδοξίας. Οι δεύτεροι δεν τη δέχονται επειδή την θεωρούν υπερβολικά δειλή όσον αφορά την προώθηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων και πολύ παραχωρητική ως προς τις απαιτήσεις του παρελθόντος. Οι υποστηρικτές του τρίτου δρόμου αντιμετωπίζουν επίσης και μια εσωτερική σύγκρουση: καθώς είναι πολύ διχασμένοι, δυσκολεύονται να συμφωνήσουν ως προς την οριοθέτηση των στόχων τους ούτως ώστε να ισορροπήσουν τις απαιτήσεις των δύο ρευμάτων (φονταμενταλισμός-εκκοσμίκευση). Γενικά πάντως, ο τρίτος δρόμος εκφράζει τη στάση μιας νεότερης και καλά μορφωμένης Ορθόδοξης πνευματικής γενιάς, η οποία προτάσσει ένα ανοιχτό διεθνές πρόγραμμα. Αυτοί οι Ορθόδοξοι στοχαστές υιοθετούν μια ευέλικτη και κριτική στάση απέναντι στο παρελθόν (π.χ., αποδέχονται τη «θεολογία του προσώπου», αλλά απορρίπτουν τις διάφορες μορφές του Ορθόδοξου εθνικισμού), υποστηρίζουν τις αξίες της δημοκρατίας, της αστικής κοινωνίας και του πολυπολιτισμού, καθώς και τον οικουμενικό και διαθρησκειακό διάλογο. Ίσως οι πιθανότητες υλοποίησης του οράματός τους σχετικά με την εκκλησιαστική οργάνωση και τη σχέση της με τον κόσμο εξαρτώνται από την ικανότητα τους να αναπτύξουν μια συμμαχία και να εργαστούν, είτε με τους υπερσυντηρητικούς είτε με τους υπέρμαχους της εκκοσμίκευσης, ανάλογα με το ζήτημα που διακυβεύεται στον δημόσιο διάλογο. Μολαταύτα, εάν συμβεί κάτι τέτοιο, ένα πράγμα είναι σίγουρο: η συμμαχία αυτή μπορεί να έχει μόνο προσωρινό χαρακτήρα λόγω των εγγενών αντιφάσεων μεταξύ αυτών των ρευμάτων.


Ο Efstathios Kessareas είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής της Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Θρησκευτικών Σπουδών – Έδρα Ορθόδοξου Χριστιανισμού) του Πανεπιστημίου της Ερφούρτης στη Γερμανία. Η παρούσα μελέτη αποτελεί τμήμα του ερευνητικού προγράμματος: «Η Πρόκληση της Παγκοσμιοποίησης στο Σύγχρονο Χριστιανισμό: Ορθόδοξες Χριστιανικές Προοπτικές Διαλόγου με τον Δυτικό Χριστιανισμό». [“The Challenge of Worldliness to Contemporary Christianity: Orthodox Christian Perspectives in Dialogue with Western Christianity.”]

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.