ΜΙΑ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ «ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΖΩΗΣ»

Από τον π. Dietmar Schon

Το παρακάτω κείμενο αφορά την έκδοση του βιβλίου Berufen zur Verwandlung der Welt. Die Orthodoxe Kirche in sozialer und ethischer Verantwortung, Schriften des Ostkircheninstituts der Diözese Regensburg Bd. 6 (Regensburg: Pustet, 2021) [Κλήση για τη μεταμόρφωση του κόσμου: Η Ορθόδοξη Εκκλησία για την Κοινωνική και Ηθική Ευθύνη].

Στον πρόλογο του κειμένου «Υπέρ της του κόσμου ζωής» ο Σεβ. Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ελπιδοφόρος  καλεί όλους τους Ορθόδοξους πιστούς, τους Χριστιανούς άλλων ομολογιών καθώς και όλους τους καλοπροαίρετους ανθρώπους να το διαβάσουν το κείμενο και να συζητήσουν πάνω σ’ αυτό. Απαντώντας σ’ αυτήν την πρόσκληση, ο συγγραφέας του παρόντος άρθρου, μέλος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ανέλυσε διεξοδικά και εκτίμησε το κείμενο, το οποίο γράφτηκε σύμφωνα με το πνεύμα της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης.

Το κείμενο για το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας έχει ως στόχο να συνεχίσει τον διάλογο με τον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος ξεκίνησε στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας που έλαβε χώρα  το 2016 στην Κρήτη. Λαμβάνοντας υπόψη νέα ερωτήματα και προκλήσεις, χρειάστηκαν περαιτέρω προσπάθειες ούτως ώστε να δοθούν νέα εναύσματα για την εκκλησία και τους πιστούς της, ενώ η σύγκριση με τα συνοδικά κείμενα αποδεικνύει ότι το κείμενο «Υπέρ της του κόσμου ζωής» αποτελεί μια σημαντική συμβολή. Κείμενα κοινωνικοηθικού περιεχομένου είχαν δημοσιευθεί παλαιότερα απ’ τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, τα οποία μελετήθηκαν προκειμένου να δοθούν απαντήσεις στις νέες εξελίξεις και δεδομένα. Η κατανόηση του σκεπτικού και του κοινωνικοηθικού περιεχομένου του κείμενου καθίσταται δυνατή απ’ τις πολλαπλές συνεισφορές και δημοσιεύσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, καθώς και πολλών Ορθόδοξων θεολόγων. Η πλήρης κάλυψη των ποικίλων απόψεων και δηλώσεων στην Ορθόδοξη θεολογία αναφορικά με το ευρύ φάσμα των ζητημάτων που πραγματεύεται το εν λόγω κείμενο δεν ήταν δυνατή ούτε αποτελούσε και τον κύριο σκοπό αυτής της μελέτης. Η επιλογή ορισμένων κειμένων ιεραρχών και θεολόγων εξυπηρέτησε κυρίως στον στόχο της προσέγγισης του κειμένου από την Ορθόδοξη οπτική γωνία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κατέστη προφανές ότι το κείμενο «Υπέρ της του κόσμου ζωής» βασίστηκε σε συγκεκριμένες πτυχές της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας που αναπτύσσονται εδώ και δεκαετίες.

Παρόλο που το κείμενο δεν περιέχει κάποια ξεχωριστή ενότητα αφιερωμένη στο θέμα της «παγκοσμιοποίησης», ο βασικός του προσανατολισμός, ο οποίος διαπνέει το κείμενο συνολικά, είναι σαφώς οικουμενικός. Οι διευρυμένοι ορίζοντες του υπερβαίνουν τις εθνικές προσεγγίσεις, με αποτέλεσμα το κείμενο να επικεντρώνεται στην παγκόσμια διάδοση της Ορθοδοξίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ορθόδοξη διασπορά, με τις ιδιαίτερες εμπειρίες και προκλήσεις που αντιμετωπίζει, λαμβάνεται σοβαρά υπόψη μαζί με τις χώρες, στις οποίες οι Ορθόδοξοι αποτελούν τη πλειονότητα. Η εν λόγω προσέγγιση υπέρβασης του «έθνους» έχει ως αποτέλεσμα την επαναξιολόγηση μιας σειράς ζητημάτων, τα οποία περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, την αναβάθμιση του ρόλου της εκκλησίας στη κοινωνία και στο κράτος (II Ενότητα), η οποία προκύπτει από τη σχετικοποίηση της σημασίας τη ιστορικής πραγματικότητας του Βυζαντίου για τη σύγχρονη Ορθοδοξία. Η απόρριψη του πολιτισμικού «βυζαντινισμού» ως προτύπου για την διεξαγωγή του οικουμενικού διαλόγου τον προωθεί περαιτέρω. Το ίδιο ισχύει και για τη συνάντηση της Ορθοδοξίας με άλλες θρησκείες και πολιτισμούς. Ίσως για πρώτη φορά σε επίσημο κείμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας αντιμετωπίζεται το ζήτημα της «πολιτιστικής υπαγωγής» (Ενότητα VI). Επιπλέον, αυτό που γίνεται κατανοητό από τους αναγνώστες του κειμένου είναι ότι η Ορθοδοξία θέλει να εκφέρει λόγο για ζητήματα που σχετίζονται με την καθημερινότητα των ανθρώπων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση διεθνών προκλήσεων. Από αυτή την άποψη, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, λόγω και του διεθνούς του προσανατολισμού εδώ και δεκαετίες, διαδραματίζει πρωτοποριακό ρόλο και μπορεί να έχει ισχυρότερο αντίκτυπο σ’ όλη την Ορθοδοξία.

Η υπέρβαση των ορίων όσον αφορά ζητήματα ηθικής καθίσταται εμφανής στην πραγμάτευση της τεχνολογικής προόδου, η οποία έχει μεταβάλει τη διαπροσωπική επικοινωνία και στο επείγον ζήτημα της διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος. Οι εμπνευστές και οι συγγραφείς του κειμένου αντιμετώπισαν αυτές, καθώς και άλλες προκλήσεις, αξιολογώντας τις από μια ορθόδοξη οπτική γωνία. Κατ’ αυτό τον τρόπο εκπέμπεται ένα σήμα σ’ όλη την Ορθοδοξία, με σκοπό τη διεύρυνση των οριζόντων της και την υπέρβαση της τόσο συχνής και αποκλειστικά εθνοκεντρικής προσέγγισης. Αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια το άνοιγμα της Ορθοδοξίας σε ένα ευρύτερο, ακόμη και παγκόσμιο πλαίσιο.

Ήδη η εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριάρχη τον Δεκέμβριο του 2017 αναφερόταν στα «σημεία των καιρών» για το επικείμενο έργο. Αυτά τα σημεία περιλαμβάνουν το γεγονός ότι οι πιστοί ζουν πλέον σε πλουραλιστικές κοινωνίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από: πλουραλισμό απόψεων, ρευμάτων, τρόπων θέασης και ερμηνείας· πλουραλισμό χριστιανικών ομολογιών, θρησκειών, κοσμοθεωρήσεων, καθώς και πλουραλισμό φορέων, συμπεριλαμβανομένων και των εκκλησιών. Αυτά τα σημεία των καιρών πραγματεύεται η Ενότητα III, § 15, αναγνωρίζοντας τα και παροτρύνοντας παράλληλα τους πιστούς να ενεργήσουν για τη διαμόρφωση του κοινού καλού στο πλαίσιο της δημοκρατίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ορθόδοξη Εκκλησία αποφεύγει να διεκδικήσει οποιαδήποτε αποκλειστικότητα ερμηνευτικής κυριαρχίας, η οποία ήταν ίσως κάποτε εφικτή στο πλαίσιο της μιας εκκλησίας (πρβλ. επίσης, μεταξύ άλλων, την απόρριψη του πειρασμού υποταγής «σε μια εξουθενωτική και από πολλές απόψεις φαντασιακής νοσταλγίας μιας “χρυσής έποχής”, η οποία έχει προ πολλού παρέλθει» Ενότητα II, § 10). Συνεπώς αυτό που έχει σημασία δεν είναι η εμμονή σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο της εκκλησίας, αλλά η ενασχόληση με τους πιστούς, τα ερωτήματα και τα προβλήματά τους.

Πράγματι το κείμενο φαίνεται να επικεντρώνεται κυρίως στους πιστούς. Ο αριθμός των θεμάτων περιορίστηκε σε βασικά ζητήματα, προκειμένου να διευκολύνει τους πιστούς στην ανάγνωσή. Η γλώσσα του κειμένου έχει ως σκοπό να εξηγήσει και να πείσει. Μόνο σε ορισμένα σημεία, όπως για παράδειγμα, στο ζήτημα της «προστασίας των παιδιών από την κακοποίηση» στην Ενότητα III, η γλώσσα του κειμένου έχει το χρώμα επίσημης και επιτακτικής οδηγίας. Επιπλέον, η ποιμαντική φροντίδα δεν αποτελεί στοιχείο της μορφής αλλά του πυρήνα του κειμένου. Για ορισμένα ζητήματα δεν υπαγορεύθηκε κάποια οδηγία, αλλά η επιλογή της ηθικά σωστής λύσης αφέθηκε στους άμεσα ενδιαφερόμενους, δηλαδή τους πιστούς.

Το κείμενο έχει θεολογικό προσανατολισμό και χαρακτηρίζεται από μια συμπαγή επιχειρηματολογία. Στην εισαγωγή, η φράση «κοινωνία αγάπης» έχει ιδιαίτερη σημασία. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική διατύπωση, η οποία συνδέεται με τη θεολογική σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου, Ιωάννη Ζηζιούλα. Από αυτή την άποψη, υιοθετήθηκε μια σημαντική προσέγγιση της σύγχρονης Ορθόδοξης θεολογίας, η οποία βασίζεται στην αγάπη του Θεού για τη δημιουργία και στην αγαπητική ανταπόκριση του ανθρώπου σ’ αυτήν. Ένα δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της θεολογικής εισαγωγής συνίσταται στην κοινωνικοηθική ευθύνη των πιστών που απορρέει από τη βιβλική εντολή της αγάπης για τον Θεό και τον πλησίον.  Κατ’ αυτόν τον τρόπο η επιχειρηματολογία εμπλουτίζεται με την ίσως σημαντικότερη εντολή του ευαγγελίου, η οποία συμπληρώνεται από την πτυχή της «φυσικής γνώσης του Θεού». Η προσέγγιση αυτή, η οποία θεμελιώνεται στην Αγία Γραφή, αιτιολογεί το καθήκον της ηθικά κοινωνικής δράσης. Κατ’ αυτό τον τρόπο προσφέρει έναν ορίζοντα κατανόησης που δεν απευθύνεται μόνο στους Ορθόδοξους παραλήπτες του κειμένου αλλά και σε χριστιανούς άλλων ομολογιών, καθώς ακόμη και σε μη-Χριστιανούς.

Ωστόσο, η θεολογική ανάλυση δεν περιορίζεται στην εισαγωγή. Η θεολογική επιχειρηματολογία είναι φανερή σε όλο το κείμενο και συνδέεται με φαινόμενα της εποχής μας και τον σύγχρονο κόσμο. Η αναφορά στην Αγία Γραφή έχει ειδική βαρύτητα και συμπληρώνεται από την πατερική θεολογία, καθώς και λειτουργικά χωρία. Παρόλα αυτά το κείμενο δεν βασίζεται αποκλειστικά στην ερμηνεία αυτών των θεολογικών πηγών· αντίθετα, ποικίλες θεολογικές πτυχές ή συγκεκριμένοι όροι το διατρέχουν συνολικά και κατ’ αυτόν τον τρόπο συνδέονται οι επιμέρους ενότητές μεταξύ τους, ενώ επιτυγχάνεται εννοιολογική συνάφεια. Εν γένει, οι θεολογικές εξηγήσεις αναδεικνύουν τη μεγαλειώδη ενότητα σκέψης του κειμένου. Μια παρενέργεια αυτής της εσωτερικής αυστηρότητας του κειμένου είναι ότι συγκεκριμένα ζητήματα, για τα οποία έπρεπε να γίνουν συμβιβασμοί ή για θέματα για τα οποία δεν υπάρχει κάποια «επικρατούσα άποψη», ξεχωρίζουν αδρά, μαζί με μεμονωμένα κενά στην επιχειρηματολογία.

Ορισμένες από τις αποτιμήσεις που έγιναν στο κείμενο είναι πιθανό να οδηγήσουν σε περαιτέρω συζήτηση στο εσωτερικό της Ορθοδοξίας. Αυτή η συζήτηση μπορεί να δώσει καρπούς υπέρ μιας σύνολης Ορθόδοξης μαρτυρίας στον κόσμο, εάν υπερβεί το μονόλογο των αυτοκέφαλων εκκλησιών. Επιπλέον, η Ορθόδοξη Εκκλησία, μέσω αυτού του κειμένου, καταλαμβάνει τη θέση παράγοντα ζωτικής σημασίας στον παγκόσμιο κοινωνικό λόγο, διότι κατορθώνει να προσφέρει μακρόπνοες προοπτικές. Τέλος, το κείμενο ανοίγει ένα νέο πεδίο έντονου διαλόγου μεταξύ των Χριστιανικών εκκλησιών, το οποίο μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στη συνεργασία σε ζητήματα που άπτονται της κοινωνικής ηθικής κι επομένως σε μια βαθύτερη προσέγγιση μεταξύ των εκκλησιών. Πράγματι, κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ορθή απάντηση στις προκλήσεις της εποχής μας.


ΟDietmar Schon O.P., είναιΔρ. Θεολογίας, διευθυντής του Ινστιτούτου Ανατολικών Εκκλησιών της Επισκοπής του Ρέγκενσμπουργκ στο τμήμα Ρωμαιοκαθολικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Ρέγκενσμπουργκ.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.