Ορθοδοξία και Ψυχανάλυση

Από τον Carl Waitz και την Theresa Tisdale

Είναι η ψυχολογική ευημερία και η σωτηρία αντίθετες έννοιες; Εάν κάποιος σταθεί στις μελέτες ορισμένων ορθόδοξων συγγραφέων, εύκολα θα σχημάτιζε την εντύπωση ότι η ορθόδοξη πίστη δεν είναι συμβατή με πρακτικές όπως η ψυχοθεραπεία και η ψυχανάλυση. Ορισμένες φορές, οι στόχοι της ψυχοθεραπείας φαίνεται να έρχονται σε σύγκρουση με τον σκοπό της ασκήσεως. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η ψυχανάλυση και η ψυχοθεραπεία έχουν άλλο στόχο και μάλιστα κάποιοι θα μείνουν έκπληκτοι ακούγοντας ότι οι περισσότεροι Φροϋδικοί ψυχαναλυτές του 20ου αιώνα πρότειναν μια μέθοδο ψυχανάλυσης αρκετά συμβατή με την Ορθόδοξη πίστη: πρόκειται για τη μέθοδο του Ζακ Λακάν.

Ο Λακάν υπήρξε Γάλλος ψυχαναλυτής, ο οποίος ήταν ενεργός από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1970. Ο εν λόγω ερευνητής αναδιαμόρφωσε τη ψυχανάλυση, καθώς απομακρύνθηκε από τον βιολογικό ντετερμινισμό του Φρόιντ προσεγγίζοντας τα τότε νεοαναδυθέντα φιλοσοφικά ρεύματα της μεταπολεμική Ευρώπης, όπως τον υπαρξισμό, τον δομισμό και αργότερά τον μεταδομισμό. Παρόλο που πολλοί επαγγελματίες ψυχαναλυτές στις ΗΠΑ θεωρούν δυσνόητο τον Λακάν τα έργα του έχουν ασκήσει αξιοσημείωτη επιρροή σε ποικίλους επιστημονικούς κλάδους σε πολλά μέρη του κόσμου, όπως σε διάφορους Ορθόδοξους συγγραφείς και πιο συγκεκριμένα στον θεολόγο Χρήστο Γιανναρά. Λαμβάνοντας υπόψη τη σχέση μεταξύ Φροϋδικής-Λακανικής ψυχανάλυσης και Ορθόδοξης θεολογίας, καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε απ’ το τέλος, δηλαδή από τους σκοπούς της Ορθόδοξης πίστης και της ψυχανάλυσης.

Στόχος του πιστού στην Ορθόδοξη εκκλησία είναι η θέωση, δηλαδή να γίνει Θεός κατά χάριν. Η εν λόγω σωτηριώδης διαδικασία που οδηγεί στην ένωση με τις ενέργειες του Θεού δεν μπορεί να αποτιμηθεί με τα μέτρα της επίγειας ευημερίας ή σύμφωνα με την κατοχή εγκόσμιων αγαθών, που θέτει η κοινωνία ως προτεραιότητα

Πράγματι, τα ύψη της θεώσεως που οι άγιοι έχουν προσεγγίσει συχνά έρχονται σε άμεση αντίθεση με την απόκτηση όσων ο κόσμος θεωρεί αγαθά. Οι εν Χριστώ σαλοί, οι μάρτυρες, οι πτωχοί τω πνεύματι, οι πάσχοντες– όλοι αυτοί αντιτάσσονται των αγαθών του κόσμου, όπως αυτά ορίζονται απ’ την εγκόσμια κοινωνία. Αυτό συμβαίνει επειδή η έννοια της σωτηρίας στην Ορθοδοξία είναι κενωτική· απαιτεί την εγκατάλειψη στο Θεό και την αυτοπροσφορά. Η σωτηρία δεν απαιτεί την αυταπάρνηση ως ένα είδος αντιτίμου, ωστόσο το άδειασμα του εαυτού αποτελεί τμήμα της σωτηρίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο πυρήνας του Ορθόδοξου τρόπου ζωής είναι καθ’ ολοκληρίαν ασκητικός, διότι ταπεινώνει αυτό που ο κόσμος δοξάζει. Έχοντας αυτές τις ιδέες κατά νου, πως είναι δυνατόν μια εκκοσμικευμένη πρακτική όπως η ψυχανάλυση να λειτουργήσει σύμφωνα με την εν λόγω αρχή της κενώσεως;

Πρώτον πρέπει να διαφοροποίησουμε τους στόχους της ψυχοθεραπείας από αυτούς της ψυχανάλυσης. Πρωταρχικός στόχος της ψυχοθεραπείας είναι η ελάττωση των ψυχιατρικών συμπτωμάτων, είτε αυτά είναι νοητικά, είτε συναισθηματικά είτε σωματικά, Η θεραπεία μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής όταν τα ψυχιατρικά συμπτώματα ελαττώνονται ή εξαλείφονται. Με φροϋδικούς όρους θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ψυχοθεραπεία συμβαδίζει με την αρχή της ηδονής – επιδιώκει να ελαττώσει την ένταση και να διατηρήσει την ομοιόσταση, αυξάνοντας την ευχαρίστηση και μειώνοντας τη δυσφορία. Από αυτή την άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ψυχοθεραπεία κινείται καθέτως του ασκητικού τρόπου ζωής. Δεν συγκρούεται εξ ορισμού μαζί του, αλλά ούτε και υιοθετεί την ίδια κατεύθυνση. Εδώ αντιπαραθέτουμε τη ψυχοθεραπεία με την ψυχανάλυση. Ο Λακάν υποστήριξε ότι το εγώ είναι «το κατ’ εξοχήν ανθρώπινο σύμπτωμα, η ψυχική ασθένεια του ανθρώπου»,[1] και ότι η πρόκληση ευτυχίας δεν αποτελεί στόχο της ψυχανάλυσης. Ο λακανικός ψυχαναλυτής Raul Moncayo υποστήριξε ότι η πρακτική της ψυχανάλυσης είναι μια «καλοπροαίρετη αποπροσωποποίηση»[2] –ένα άδειασμα του εαυτού– μια ιδέα παρόμοια με την κένωση. Ο Moncayo συνέδεσε την εν λόγω πρακτική με τον Βουδισμό Ζεν, μια άλλη ανατολική πνευματική παράδοση, κατά την οποία το άτομο απελευθερώνεται από τη ναρκισσιστική του προσκόλληση στο εγώ.

Εν τέλει, η διαδικασία της ψυχανάλυσης κατά τον Λακάν οδηγεί σε μια αντιπαράθεση με την επιθυμία  εδρεύει στον καθένα από εμάς. Η αντιπαράθεση με την επιθυμία βρίσκεται επίσης στον πυρήνα της ασκήσεως. Κατά την άσκηση, ο άνθρωπος αντιμετωπίζει την επιθυμία του απεκδύοντάς την από τις επίγειες διεκδικήσεις της και στρέφοντας την προς τη σχέση του με έναν Θεό που παραμένει απρόσιτος στην ουσία του και διαμένει στο θείο γνόφο. Η εν λόγω σχέση αξιώνει την παραίτηση από τα εγκόσμια αγαθά. Στην ψυχανάλυση, το υποκείμενο αναλαμβάνει την ευθύνη για μια σχέση με μια άρρητη πρωταρχική απουσία. Η εν λόγω απουσία είναι η αιτία μιας επιθυμίας που υπερβαίνει τις επιθυμίες του συνειδητού εγώ. Σύμφωνα με τον Λακάν, στην καρδιά του υποκειμένου υφίσταται ένα κενό, γι’ αυτό και η δημιουργική θεώρηση του απόντος Θεού στην Ορθοδοξία μπορεί να συντονιστεί με την εν λόγω άποψη του Λακάν. Με ψυχαναλυτικούς όρους, το υποκείμενο που υπερβαίνει την αρχή της ηδονής (η οποία κατοχυρώνει το εγώ) θα ανακαλύψει την οδύνη. Πρόκειται για μια εμπειρία κατά την οποία ο ενθουσιασμός της ψυχής προσεγγίζει ένα σημείο όπου ευχαρίστηση και πόνος καταφθάνουν μαζί ως χαρμολύπη, μια έννοια την οποία ο Λακάν αποκάλεσε jouissance (υπέρ-απόλαυση). Είναι ενδιαφέρον ότι ο Λακάν  εντόπισε τη jouissance στις εκστατικές εμπειρίες των μυστικών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, όπως την εκστατική νύξη της Τερέζας της Αβίλα ή την εμπειρία του Ιωάννη του Σταυρού. Η jouissance μπορεί επίσης να εντοπιστεί στους Ορθόδοξους αγίους, των οποίων οι βίοι διηγούνται την εμπειρία του Θεού που συσχετίζεται με τον πόνο του συνειδητού, κοινωνικά προσανατολισμένου εγώ. Στο βαθμό που ένας χριστιανός δεν έχει ακόμη βιώσει την κένωση του εαυτού, ανάλογες εμπειρίες θα είναι οδυνηρές.

Η ψυχανάλυση δεν οδηγεί στη σωτηρία. Παρόλα αυτά, η Ορθόδοξη παράδοση θεωρεί ότι παράδεισος και κόλαση δεν αποτελούν δύο διαφορετικούς τόπους, αλλά ξεχωριστές εμπειρίες της παρουσίας του Θεού: παράδεισους για αυτούς που η καρδιά τους είναι έτοιμη να Τον δεχτούν και κόλαση για εκείνους των οποίων η καρδιά παραμένει ακόμα απροετοίμαστη. Στο βαθμό που η άσκηση προετοιμάζει την καρδιά για την αποδοχή της παρουσίας του Θεού, θεωρούμε ότι η ψυχανάλυση ακολουθεί παράλληλη πορεία με την Ορθόδοξη άσκηση. Αμφότερες οι πρακτικές προσανατολίζουν το υποκείμενο όχι προς την ευδαιμονία, αλλά προς μια επιθυμία που υπερβαίνει την ηδονή, η οποία οδηγεί στη jouissance (υπέρ-απόλαυση), η οποία διακρίνεται από την πληρότητα της απόλαυσης του υποκειμένου, καθώς και από την οδύνη του εγώ. Για όσους είναι περισσότερο προσκολλημένοι στο εγώ τους η εν λόγω εμπειρία είναι οδυνηρή, ενώ εκείνοι που έχουν απεκδυθεί το εγώ τους διά της κενώσεως θα είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για τη μυστική εκστατική εμπειρία της Θείας Παρουσίας. Αν και η ψυχανάλυση αποτελεί μια εκκοσμικευμένη πρακτική και δεν έχει ως στόχο την ενθάρρυνση της σχέσης με τον Θεό όπως τον αντιλαμβάνεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, ωστόσο, σίγουρα διευκολύνει έναν ασκητικό τρόπο ζωής, προσανατολισμένο σε έναν στόχο που υπερβαίνει την ηδονή. Υπό αυτή την έννοια υφίσταται αντιστοιχία μεταξύ της λακανικής ψυχανάλυσης και της Ορθοδοξίας αναφορικά με την κατανόηση του νοήματος του ανθρώπινου προσώπου. Ο εν λόγω συντονισμός μεταξύ των δύο μπορεί μάλιστα να καλλιεργήσει έναν γόνιμο διεπιστημονικό διάλογο.


[1] Jacques Lacan, Freud’s Papers on Technique: 1953-1954, the Seminar of Jacques Lacan Book I, (1975/1988). (J.A. Miller, Ed.). (J. Forrester, Trans.). p. 16

[2] Raul Moncayo, The Emptiness of Oedipus Identification and Non-Identification in Lacanian Psychoanalysis, (2012).


Ο Carl Waitz είναι επιμελητής ψυχολόγος στο Νοσοκομείο Παίδων της Βοστώνης και κλινικός εκπαιδευτής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ.

Η Theresa Tisdale είναι καθηγήτρια Κλινικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Azusa Pacific και αδειοδοτημένη ψυχολόγος και ψυχαναλύτρια.  

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.