Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ: ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΑΠΟΔΟΧΗ

Από τον Pavlo Smytsnyuk

Η ίδρυση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας προκάλεσε διχασμό στον Ορθόδοξο κόσμο παγκοσμίως. Ωστόσο, αυτό που δεν έχει προσεχθεί ιδιαίτερα είναι η επίδραση της ανακήρυξης της αυτοκεφαλίας σε άλλες χριστιανικές ομολογίες και οικουμενικούς θεσμούς. Αναπόφευκτα, κι ορισμένες φορές αθέλητα, οι εν λόγω εκκλησίες παρασύρθηκαν στη διένεξη και αναγκάστηκαν να επιλέξουν μεταξύ της Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδή της νέας Ορθόδοξης εκκλησίας της Ουκρανίας ) και της Μόσχας.

Σε διεθνές επίπεδο, η σύγκρουση μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας από τις διορθόδοξες και οικουμενικές επιτροπές, στις οποίες προεδρεύουν οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η εν λόγω πράξη έθεσε σε κίνδυνο τις σχέσεις των Ορθοδόξων με άλλες εκκλησίες σε πολλαπλά επίπεδα, διότι η αποχώρηση της Μόσχας αμφισβήτησε τον οικουμενικό ρόλο των συνελεύσεων των ορθόδοξων επισκόπων της διασποράς. Επιπλέον, απείλησε τους πολυμερείς και διμερείς διαλόγους, όπως τον θεολογικό διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία καθώς και τη λειτουργία διαφόρων διεθνών οικουμενικών οργάνων.

Ούτε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, ούτε η Διάσκεψη των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, ούτε η Αγία Έδρα έχουν εκφράσει τη θέση τους αναφορικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Οι προαναφερθέντες φορείς επιθυμούν την τήρηση ουδέτερης στάσης στο πλαίσιο της σύγκρουσης συνεχίζοντας παράλληλα τη συνεργασία τους τόσο με την Κωνσταντινούπολη όσο και με τη Μόσχα. Ωστόσο, όταν έρθει η στιγμή κατά την οποίαν η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας επιδιώξει την ένταξή της σε διεθνείς οικουμενικούς οργανισμούς ή άμεση επαφή με τη Ρωμαϊκή Κουρία οι πάντες θα αναγκαστούν να πάρουν θέση. Η κοινή αντίληψη που επικρατεί είναι ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας βρίσκεται σε ένα διαφορετικό καθεστώς σε σχέση με τη προγενέστερη κατάσταση (όταν στερείτο οποιαδήποτε κανονική αναγνώριση)· το πιο σημαντικό όμως είναι ότι υπάρχει ένας διάχυτος φόβος σε όλες τις χριστιανικές εκκλησίες πως οι επαφές τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας θα προκαλέσουν εκνευρισμό στην Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι εν λόγω εκκλησίες τηρούν ουδέτερη στάση, η οποία τους επιτρέπει τη συνεργασία τόσο με την Κωνσταντινούπολη όσο και με τη Μόσχα, ενώ παράλληλα αποφεύγουν τις επίσημες επαφές με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Ουσιαστικά η εν λόγω στάση διατηρεί το status quo και επομένως ωφελεί τη Μόσχα.

Στην Ουκρανία, η αυτοκεφαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας αντιμετωπίζεται πολύ διαφορετικά και χαιρετίστηκε θερμά τόσο από τους Ρωμαιοκαθολικούς όσο και από τους Προτεστάντες. Η νέα Οικουμενική Αρχή της Ουκρανικής Ελληνοκαθολικής Εκκλησίας, η οποία εγκρίθηκε τον Οκτώβριο του 2021, χαιρετίζει την ίδρυση της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας ως βήμα προς τη διορθόδοξη ενότητα στην Ουκρανία και στην παροχή περαιτέρω δυνατοτήτων στην προώθηση του οικουμενικού διαλόγου. Τις τελευταίες δεκαετίες, οι Ουκρανοί Ελληνοκαθολικοί διεξάγουν έναν διακριτικό αλλά ταυτόχρονα εγκάρδιο διάλογο με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ δέχονται συνεχώς επιθέσεις από τη Ρωσική Ορθόδοξη εκκλησία. Η εν λόγω αντίθεση έκανε τους Ελληνοκαθολικούς πιο δεκτικούς στα επιχειρήματα, που προέρχονται από την πλευρά της Κωνσταντινουπόλεως, παρά στο αφήγημα της Μόσχας. Ταυτόχρονα, η Ουκρανική Ελληνοκαθολική εκκλησία αποζητούσε τον διάλογο με τους Ορθόδοξους, θεωρώντας τον ως ένα τρόπο έκφρασης του αισθήματος του ανήκειν τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, καθώς και λόγω της επιθυμίας της να βελτιώσει την οικουμενική της εικόνα, η οποία είχε πληγεί κατά την περίοδο των βίαιων συγκρούσεων των ετών 1989-1990. Η προοπτική δημιουργίας καλών σχέσεων με τη νέα Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ελληνοκαθολική Εκκλησία να προωθήσει τους παραπάνω στόχους.

Επιπλέον, οι Ουκρανοί Προτεστάντες, οι οποίοι εργάστηκαν για να αυξήσουν τη δημόσια παρουσία τους, ιδίως μετά την επανάσταση του Μαϊντάν, καλωσόρισαν την αυτοκεφαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Εξαιτίας της περιθωριοποιημένης τους θέσης υπό διάφορα καθεστώτα, οι μη-κανονικές ορθόδοξες Εκκλησίες, που αποτέλεσαν τη βάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, ήταν πιο δεκτικές σε συνεργασία με τους Ουκρανούς Βαπτιστές και Πεντηκοστιανούς και λιγότερο αντί-προτεσταντικές στη ρητορική τους σε σύγκριση με την Ορθόδοξη Ουκρανική Εκκλησία του Πατριαρχείου της Μόσχας. Επιπλέον, ο αγώνας των Ουκρανών ορθοδόξων για ανεξαρτησία από τη Ρωσία παρείχε έναν συνδετικό κρίκο κατανόησης μεταξύ Ουκρανών Ορθοδόξων και Προτεσταντών, διότι και οι τελευταίοι θεωρούν άκρως σημαντική την αυτονομία των ενοριών τους.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία στην εν λόγω «οικουμενική αποδοχή» ήταν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας παρουσιάστηκε εξαρχής ως μια εκκλησία ανοιχτή σε διάλογο και συνεργασία. Η σημασία του διαλόγου τονίστηκε από τον νέο Προκαθήμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας Μητροπολίτη Κιέβου Επιφάνιο, σε πλείστες ομιλίες και συνεντεύξεις. Ορισμένες φορές το εν λόγω άνοιγμα διατυπώθηκε με τρόπους που έκαναν εμφανέστατη την διαφορά με τη θέση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εγείροντας το εξής ερώτημα: Πρόκειται άραγε να γίνουμε θεατές μιας οικουμενικής όασης στην Ουκρανία εν μέσω της ερήμου της παγκόσμιας κρίσης των διαθρησκευτικών σχέσεων; Η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα θα εξαρτηθεί από ποικίλους παράγοντες.

Η επιτυχία του διαλόγου θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας θα σεβαστεί τον ομολογιακό πλουραλισμό που επικρατεί στη χώρα. Παρόλο που ο Επιφάνιος έχει δηλώσει αρκετές φορές ότι δεν ενδιαφέρεται για την κατοχύρωση μιας (de facto) κρατικής εκκλησίας, τόσο οι Ουκρανοί Ελληνοκαθολικοί όσο και οι Προτεστάντες θορυβήθηκαν από τον αυτοπροσδιορισμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας ως «της μόνης τοπικής» (yedyna pomisna) εκκλησίας στην Ουκρανία και την στενότητα των σχέσεων της με την κυβέρνηση του προέδρου Ποροσένκο. Σε περίπτωση που η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας προσπαθούσε να αποκτήσει προνομιακό καθεστώς μεταξύ των υπόλοιπων χριστιανικών ομολογιών της χώρας, πιθανότατα θα έχανε την υποστήριξη και την αξιοπιστία της.

Πολλά θα εξαρτηθούν από την ικανότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας όσον αφορά τη διεξαγωγή διαθρησκευτικών διαλόγων εκ μέρους της. Η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της εν λόγω Εκκλησίας έχει μικρή διεθνή εμπειρία αναφορικά με άλλες χριστιανικές ομολογίες. Είναι περίεργο, αλλά επτά εκ των δώδεκα μελών της νεοσυσταθείσης Επιτροπής Διαχριστιανικών Σχέσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας ανήκαν προηγουμένως στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου της Μόσχας· αριθμός που φαίνεται αρκετά δυσανάλογος, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα μέλη που προέρχονται απ’ την εν λόγω εκκλησία αποτελούν μονάχα μια μικρή μειοψηφία στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Το εν λόγω γεγονός υποδεικνύει ότι η τελευταία χρειάζεται περισσότερους εμπειρογνώμονες στον τομέα των διαθρησκευτικών σχέσεων, αν πράγματι επιθυμεί να προχωρήσει ο διάλογος. Παραδείγματος χάριν, οι εργασίες για τη σύσταση του «οδικού χάρτη συνεργασίας» μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας και της Ουκρανικής Ελληνοκαθολικής Εκλησίας, που ανακοινώθηκε το 2018, δεν έχουν οδηγήσει σε κανένα αποτέλεσμα, κι αν υποθέσουμε ότι οι διακηρύξεις των εκκλησιαστικών ηγετών είναι ειλικρινείς, η έλλειψη προόδου μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι οι εκκλησίες δεν γνωρίζουν πώς να διεξάγουν ορθά τον εν λόγω διάλογο.

Ένας από τους λόγους που τόσο οι Ρωμαιοκαθολικοί όσο και Προτεστάντες εξέφρασαν την υποστήριξή τους προς την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, σχετιζόταν με την πολιτική κατάσταση στη χώρα, ιδίως αναφορικά με τον πόλεμο με τη Ρωσία και τους υποστηριζόμενους από τη Ρωσία αυτονομιστές στο Ντονμπάς. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ασαφής θέση απέναντι σε κάθε τι ρωσικό έγινε λιγότερο ανεχτή και οι εκκλησίες προτίμησαν να χαιρετίσουν την δημιουργία της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ουκρανία, παρά τις διαμαρτυρίες της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που υπάγεται στο Πατριαρχείο της Μόσχας. Ωστόσο, ο διαχριστιανικός διάλογος που διεξάγεται με στόχο τη συμβολή στην οικοδόμηση της εθνικής συνείδησης στην Ουκρανία –όπως συχνά υποστηρίζεται από εκπροσώπους της Εκκλησίας– ενέχει πολλούς κινδύνους. Όπως συμβαίνει με κάθε εθνικό σχέδιο, η απόπειρα οικοδόμησης ενός «ουκρανικού κόσμου» σε αντίθεση με τον λεγόμενο «ρωσικό κόσμο» (Russkiy mir), μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ταύτιση με τον αντίπαλο, έναντι του οποίου αντιστέκεται. Εν πάση περιπτώσει, μια μονόπλευρη πολιτική κατανόηση του οικουμενισμού, όχι μόνο εκκοσμικεύει τον διάλογο, αλλά καθιστά τις εκκλησίες υποταγμένες σε εθνικιστικούς στόχους.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των θεσμών που συνδέονται μαζί του, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ, μπορεί να είναι αποφασιστικής σημασίας. Το Πατριαρχείο, λόγω της διεθνούς πνευματικής εμβέλειάς του αποτελεί ηθική αυθεντία για πολλούς Ουκρανούς Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς, ενώ η υποστήριξή του στον διάλογο σε τοπικό επίπεδο έχει βαρύνουσα σημασία. Επιπλέον, η Κωνσταντινούπολη έχει ισχυρή παρουσία στους διεθνείς οικουμενικούς οργανισμούς, ενώ παράλληλα διεξάγει εδώ και πολλά χρόνια διάλογο με το Βατικανό και τις προτεσταντικές εκκλησίες. Ως εκ τούτου, μπορεί να βοηθήσει στην οικουμενική αποδοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Παρόλα αυτά, τίποτα δεν θα αλλάξει αν η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, καθώς και οι άλλες ουκρανικές εκκλησίες δεν αναπτύξουν μια γνήσια συνεργασία, η οποία θα βασίζεται στην επιθυμία εμπέδωσης της ενότητας εντός της Εκκλησίας του Χριστού.


Ο δρ Pavlo Smytsnyuk  είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Οικουμενικών Σπουδών και λέκτορας στο Ουκρανικό Ρωμαιοκαθολικό Πανεπιστήμιο του Λβιφ. Σπούδασε φιλοσοφία και θεολογία στη Ρώμη, στην Αθήνα και στην Αγία Πετρούπολη και είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην πολιτική θεολογία, τον οικουμενισμό, τον εθνικισμό, τη θρησκεία, καθώς και τις σπουδές επί της αποικιοκρατίας.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.