Δημόσια ζωή, Εγγραφα, Οικουμενικές και Διαθρησκειακές Σχέσεις

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ: ΠΡΟΣ ΝΕΕΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Δημοσιεύθηκε στις: 17 Φεβρουαρίου, 2022
Σύνολο προβολών 27
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 4 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: български | English | ქართული | Română | Русский | Српски

Jennifer Griggs

Το κείμενο We Choose Abundant Life [Επιλέγουμε μια ζωή αφθονίας] δημοσιεύτηκε από χριστιανούς διανοούμενους, οι οποίοι συναντήθηκαν στις 29 Σεπτεμβρίου, 2021 στη Βηρυτό με σκοπό να παρουσιάσουν το όραμά τους για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής. Στο εν λόγω κείμενο προτείνεται μια δύσκολη επιλογή για τους Χριστιανούς· η επιλογή μιας ζωής αφθονίας, όπως υποσχέθηκε ο Θεός στο λαό του: «διαλέξτε λοιπόν τη ζωή για να ζήσετε, εσείς και οι απόγονοί σας» (Δτ. 30:19), που είναι επιλογή αλλά και πρόκληση για αυτούς τους χριστιανούς διανοούμενους· ειδάλλως, η σκληρή εναλλακτική λύση είναι να αποδεχτούν την σταδιακή εξάλειψη των χριστιανικών κοινοτήτων του αραβικού κόσμου. Ασφαλώς, η εν λόγω κατάσταση της ταχείας μείωσης των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή είναι αναμφισβήτητη. Πρόθεση του κειμένου «Επιλέγουμε μια ζωή αφθονίας» είναι η προώθηση ενός προοδευτικού οράματος πολιτιστικής ποικιλομορφίας στις κοινωνίες της Μέσης Ανατολής, το οποίο αποφεύγει να επικεντρώνεται στους Χριστιανούς ως μια δεινοπαθούσα μειονότητα στον κόσμο του Ισλάμ. Αντ’ αυτού, στόχος του κειμένου είναι ο επαναπροσδιορισμός του Αραβισμού, ούτως ώστε να καταστεί ένας «πολιτιστικός χώρος, καθώς και μια συμπεριληπτική πολιτιστική έννοια δίχως αποκλεισμούς», υπερβαίνοντας το νεωτεριστικό σχέδιο της υποχρεωτικής αραβοποίησης. Ο εν λόγω νέος αραβισμός περιλαμβάνει τον πολύμορφο πλούτο των διαφορετικών ταυτοτήτων μεταξύ των Εκκλησιών της Μέσης Ανατολής· από τις συριακές και αρμένικες έως τις ελληνικές και κοπτικές εκκλησίες.

Η μεθοδολογία για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι φιλόδοξη, καθώς τονίζει κυρίως μια θεολογική προσέγγιση, που πρέπει να είναι απαιτητική όσον αφορά το ερευνητικό της σκέλος, χρησιμοποιώντας παράλληλα όλα τα εργαλεία, τα οποία παρέχουν οι σύγχρονες ανθρωπιστικές επιστήμες. Πρόκειται για μια συναφειακή θεολογία, η οποία εξετάζει τη γεωπολιτική κατάσταση αναφορικά με τον θρησκευτικό λόγο και την πράξη μέσα από το πρίσμα των ανθρωπιστικών επιστημών, όπως την ιστορία, τις κοινωνικές επιστήμες και την πολιτισμική ανθρωπολογία. Σκοπός της εν λόγω απαιτητικής ερευνητικής μεθόδου είναι να παρέχει τη δυνατότητα σε μια ευρεία ιστορικοκριτική μεθοδολογία, που θα κατανοεί τον θείο λόγο στο πολιτισμικό πλαίσιο της Αρχαίας Ανατολής. Το κείμενο επιδιώκει να αποφύγει τον φονταμενταλισμό σε όλες του τις μορφές, συμπεριλαμβανομένης μιας στενόμυαλης φονταμενταλιστικής ανάγνωσης του βιβλικού κειμένου, η οποία θα αγνοούσε την κριτική θέση, που παρέχουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες. Η εν λόγω αποστροφή προς τον φονταμενταλισμό περιλαμβάνει και τις ισλαμιστικές ομάδες, ωστόσο σ’ αυτό το σημείο προσεκτικά επισημαίνεται η διάκριση μεταξύ δύο παράλληλων φαινομένων: της δράσης των εν λόγω βίαιων φονταμενταλιστικών ομάδων και της μαζικής μετανάστευσης των χριστιανικών κοινοτήτων από τη Μέση Ανατολή τις τελευταίες δεκαετίες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο ισλαμικός φονταμενταλισμός δεν παρουσιάζεται ως η βασική αιτία της δυσχερούς θέσης στην οποία βρίσκονται οι Χριστιανοί της Μέσης Ανατολής.

Το κείμενο εκφράζει σαφώς πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι Χριστιανοί απέναντι σε ανθρώπους που ασπάζονται διαφορετική θρησκεία. Οι τελευταίοι πρέπει να θεωρούνται ως αδελφοί και αδελφές εκ μέρους των Χριστιανών, καθώς και ως συνεργάτες στο κοινό έργο της προάσπισης της «ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας». Το εν λόγω όραμα συμβίωσης με πιστούς άλλων θρησκειών αναφέρεται κυρίως στους Μουσουλμάνους, διότι οι Μουσουλμάνοι αποτελούν την πλειοψηφούσα θρησκευτική κοινότητα, με την οποία οι Χριστιανοί πρέπει να συμβιώσουν ειρηνικά, εφόσον θέλουν να διασφαλίσουν τη μελλοντική τους παρουσία στην περιοχή. Το κείμενο δεν αντιμετωπίζει ανοιχτά την εν λόγω αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, ωστόσο, αυτή παρουσιάζεται σαφώς ως πρόθεση των προσδοκιών των Χριστιανών ηγετών και διανοουμένων υπό τη μορφή πρόσκλησης για την από κοινού ένωση, με τελικό στόχο τη διαμόρφωση μιας νέας πλουραλιστικής ταυτότητας στην αραβική κοινωνία της Μέσης Ανατολής. Πράγματι, αυτή είναι αρχή του αναγκαίου διαλόγου για τη διαμόρφωση ενός μοντέλου πολιτιστικής ποικιλομορφίας και θρησκευτικής ισότητας για την κοινωνία της Μέσης Ανατολής. Επιπλέον αυτός ο διάλογος πρέπει να περιλαμβάνει την ευρεία διαβούλευση με τους εκπροσώπους πολλών άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων. Εν τω μεταξύ, μια σειρά επίσημων απαντήσεων στο κείμενο εκ μέρους άλλων θρησκευτικών ηγετών, θα μας επέτρεπε να δούμε σε ποιο βαθμό το εν λόγω όραμα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των θρησκευτικά «άλλων». Η επιθυμία απομάκρυνσης των εν λόγω διανοουμένων από τη μειονοτική λογική αποτελεί μια φιλοδοξία, η οποία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μονομερώς, αλλά χρειάζεται την ανταπόκριση όσων έχουν διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις και πνευματικούς προσανατολισμούς εντός της κοινωνίας των πολιτών.

Το κείμενο περιγράφει επίσης την αποστολή του για τη διαμόρφωση μιας κουλτούρας διαλόγου και προσέγγισης, η οποία ρητά θα περιλαμβάνει τους Ισραηλίτες και τους Μουσουλμάνους, ως πρωταρχικούς εταίρους στο εν λόγω διαθρησκευτικό εγχείρημα. Στόχος της εν λόγω ανανέωσης του θεολογικού λόγου είναι η «απομάκρυνση απ’ την κουλτούρα της πολεμικής και του αποκλεισμού μεταξύ των Εκκλησιών και άλλων θρησκειών». Ως εκ τούτου, οι μη-χριστιανικές κοινότητες πρέπει να προσεγγίζονται ανοιχτά και με πρόθεση να ακουστούν και να κατανοηθούν οι ισχυρισμοί και οι διεκδικήσεις τους υπό τους δικούς τους όρους και όχι να κρίνονται εξ ολοκλήρου από την οπτική γωνία των δικών μας αξιών και ισχυρισμών αναφορικά με αυτό που θεωρούμε αληθινό. Το κείμενο «Επιλέγουμε μια ζωή αφθονίας» καλεί για το άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στις σχέσεις με τους Ισραηλίτες, οι οποίοι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος του θρησκευτικού μωσαϊκού και του πλουραλισμού της περιοχής. Όσον αφορά τη γεωπολιτική πλευρά, τα δικτατορικά πολιτικά καθεστώτα απορρίπτονται κατηγορηματικά, μαζί με την τάση αναζήτησης προστασίας εκ μέρους των θρησκευτικών μειονοτήτων σε τέτοιους χώρους, η οποία σχετίζεται με μια στενόμυαλη νοοτροπία εξεύρεσης «μειονοτικής συμμαχίας», η οποία δεν ενδείκνυται για τη μακροπρόθεσμη παρουσία των Χριστιανών και το μέλλον τους στην περιοχή.

Το κείμενο παρουσιάζει έναν νέο θεολογικό λόγο, καθώς και ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, που χαρακτηρίζονται από τη συμμετοχικότητα και το άνοιγμα προς τον «άλλον». Είναι κρίσιμο ότι, αυτή η νέα προσέγγιση δίνει έμφαση στην ηθική, υποστηρίζοντας την ατομική ελευθερία και την ελευθερία της συνείδησης ως θεμέλια για την άνθηση της καινοτομίας και της δημιουργικότητας, οι οποίες ενισχύουν το πολιτιστικό μοντέλο της ποικιλομορφίας. Διαβάζοντας το εν λόγω κείμενο, θυμόμαστε πολλά σημεία διακηρύξεων του ΟΗΕ σχετικά με την Πολιτιστική Ποικιλομορφία (2001) και τη θρησκευτική ελευθερία (Άρθρο 18 στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα). Ίσως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, που θέτει το κείμενο «Επιλέγουμε μια ζωή αφθονίας» είναι η πρόταση, ότι όχι μόνο οι Χριστιανοί, αλλά οι πολίτες της κοινωνίας συνολικά, θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη την ευθύνη τους για τη συμβολή στο κοινό καλό. Ενώ υπήρξαν σημάδια μιας τέτοιας προοπτικής κατά την Αραβική Άνοιξη, όταν ξέσπασαν λαϊκές διαμαρτυρίες ενάντια στην κοινωνική αδικία, παραμένει αμφίβολο το πώς μπορεί να κατανοηθεί η έννοια του κοινού καλού, καθώς και να χρησιμοποιηθεί για την διαμόρφωση μιας ειρηνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Το καλό της κοινότητας, είτε θρησκευτικής είτε εθνικής, είναι ίσως ο πιο σημαντικός στόχος όσον αφορά τις αραβικές κοινωνίες, καθώς ο πολίτης ως ανεξάρτητο άτομο, αποτελεί μια έννοια πολύ πιο οικεία στη Δύση. Ίσως αυτό που απαιτείται είναι μια προσεκτική διαπραγμάτευση των δύο αυτών εννοιών στο γεωπολιτικό επίπεδο, αναγνωρίζοντας ότι η ευθύνη του πολίτη και ο ρόλος του ατόμου ως αυτόνομου προσώπου, αποτελούν ασαφείς έννοιες σε κοινωνίες, που δεν έχουν την εμπειρία της εκκοσμικευμένης ιστορίας της Ευρώπης μετά τον Διαφωτισμό.


Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

About authors

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ