ΕΧΕΙ Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΒΑΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΕΙ ΕΝΕΡΓΑ ΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ;

π. Μπογντάν Ογουλτσάνσκι (Bohdan Oghulchanskij)

istock.com/FabrikaCr

Εγώ, ο Μπογντάν Ογουλτσάνσκι, ιερέας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, γράφω αυτό το κείμενο στις 27 Φεβρουαρίου 2022, την τέταρτη ημέρα της ρωσικής μαζικής εισβολής. Δεν μπορώ να ξέρω τι θα συμβεί μέχρι να δημοσιευτεί αυτό το κείμενο. Έχω κακό σήμα στο κινητό μου και είναι δύσκολο να έχω πρόσβαση στο διαδίκτυο. Πολλές φορές καθημερινά, μέρα και νύχτα, η οικογένειά μου κι εγώ αναγκαζόμαστε να τρέξουμε στο καταφύγιο ενώ ουρλιάζουν οι αντιαεροπορικές σειρήνες. Θέλω όμως να μεταφέρω την αλήθεια στους αναγνώστες, ειδικά σε όσους βρίσκονται εκτός Ουκρανίας, που δεν κατανοούν τους λόγους της επίθεσης της Ρωσίας στην Ουκρανία. Γιατί συμβαίνει αυτό; Τι έκανε η Ευρώπη, ο δημοκρατικός κόσμος, οι χώρες και οι άνθρωποι που υπερασπίζονται την ελευθερία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αξία της ανθρώπινης ζωής, ώστε να επιτρέψουν αυτήν την τρομερή, βάναυση σφαγή στην Ευρώπη, για πρώτη φορά από το 1945;

Γράφω με βάση την εμπειρία των μακροχρόνιων παρατηρήσεών μου. Πρώτον, οι παρατηρήσεις μου από τον τομέα των πληροφοριών που δημιούργησε η Ρωσία, η οποία ήταν πολύ ισχυρή στην Ουκρανία πριν από το 2014. Ακόμη και μετά το 2014, η Ρωσία διατήρησε σημαντική επιρροή. Δεύτερον, έχοντας σχεδόν τριάντα χρόνια εμπειρίας στην ιεροσύνη, συμπεριλαμβανομένης μιας μακράς θητείας στο Πατριαρχείο Μόσχας, μπορώ να καταθέσω πώς η ρητορική και η αφήγηση της Ρωσικής Εκκλησίας έχουν αλλάξει κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι πολιτικές της, κατά τη γνώμη μου, έχουν μεγάλη ιδεολογική συμβολή στη σημερινή τραγωδία.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, υπήρξε μια σύντομη περίοδος στη ρωσική κοινωνία και τους Ορθόδοξους Ρώσους, όπου η προσωπική ελευθερία και η αξιοπρέπεια θεωρούνταν κύρια προτεραιότητα. Αλλά σε ολόκληρη την ιστορία της Ρωσίας, μια τέτοια στάση απέναντι στον άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του ήταν μια σπάνια εξαίρεση. Για αιώνες, εκατομμύρια άνθρωποι ήταν δουλοπάροικοι των τσάρων ή των βογιάρων, γρανάζια στο σοβιετικό σύστημα, «σκόνη του στρατοπέδου» στα στρατόπεδα του Στάλιν. Θα ήταν λάθος να πιστεύουμε ότι ολόκληρο το έθνος αντιτάχθηκε σ’ αυτό. Όπως έγραψε, κάπως μεταφορικά, η μεγάλη Ρωσίδα ποιήτρια του εικοστού αιώνα Άννα Αχμάτοβα (Ουκρανικής καταγωγής, από το Κίεβο), η τραγουδίστρια της θλίψης του αιώνα, «Οι μισοί άνθρωποι ήταν στα στρατόπεδα και οι άλλοι μισοί τους φύλαγαν.» Και πλήθη τέτοιων φρουρών κατέλαβαν αυτήν την εξουσία έναντι των υπολοίπων, με τη βία κατά των αδύναμων και κατά εκείνων που διαφωνούσαν με το σύστημα. Εκατομμύρια γρανάζια σε ένα σύστημα εξουσίας που διαμόρφωσε μια κοσμοθεωρία βίας, χάρηκαν που μπόρεσαν απλά να πραγματοποιήσουν εντολές, ακόμα κι αν πέθαναν εκατομμύρια άνθρωποι εξαιτίας τους. Κάποιος τους σκότωσε όλους αυτούς, σωστά; Και κανείς δεν έχει θεωρηθεί ηθικά ή νομικά υπεύθυνος για τέτοιες φρικαλεότητες. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, δεν υπήρξε τίποτα σαν τις δίκες της Νυρεμβέργης. Πρώην σταλινικά και μπρεζνιεφικά στελέχη και μέλη της υπηρεσίας ασφαλείας λάβαιναν μέχρι το θάνατό τους (και ορισμένοι εξακολουθούν να λαμβάνουν) αυξημένες συντάξεις και επέδειχναν περήφανα τα μετάλλια και τα βραβεία τους. Ωστόσο, μεταξύ αυτών των δραστών ήταν και οι υπεύθυνοι, για παράδειγμα, για σοβαρά εγκλήματα κατά του γερμανικού λαού όταν ο σοβιετικός στρατός εισήλθε στη Γερμανία το 1945, για τη βία που βίωσαν εκατομμύρια Γερμανοί και ειδικά αθώες γυναίκες. Κανείς δεν έχει τιμωρηθεί γι’ αυτό.

Έτσι, η ρωσική κοινωνία για αιώνες αποδέχτηκε τη βία και την έλλειψη ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως μια συνηθισμένη κατάσταση. Η υπακοή στις αρχές και η ζωή του καθενός, η καταπάτηση της αξιοπρέπειας του εαυτού μας και των άλλων, η αποδοχή της βίας και ο πρόθυμος πολλαπλασιασμός της είναι τρόπος ζωής για εκατομμύρια Ρώσους. Για πολλές δεκαετίες, η Ρωσία είχε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά δολοφονιών και αυτοκτονιών στον κόσμο (σύμφωνα με στοιχεία πριν από περίπου μια δεκαετία, όταν τα στατιστικά ήταν ακόμα κάπως αξιόπιστα).

Οι πολίτες της Ρωσίας, που στερούνται τα στοιχειώδη δικαιώματα και το αποδέχονται, έχουν παράλληλα συνηθίσει να υπερηφανεύονται για το φαντασιακό τους μεγαλείο. Η καλλιέργεια υπερηφάνειας και ανωτερότητας έναντι του υπόλοιπου κόσμου είναι ο ακρογωνιαίος λίθος πάνω στον οποίο βασίζεται η ρωσική ιδεολογία εδώ και αιώνες. Και η κοσμοθεωρία της Ρωσικής Ορθοδοξίας έπαιξε τεράστιο ρόλο σε αυτή την παιδαγωγική, ρόλο για τον οποίο θα μιλήσω παρακάτω.

Αν και η βία στη σοβιετική κοινωνία δεν είχε όρια, η κομμουνιστική κυβέρνηση επέμενε ότι το σοβιετικό σύστημα ήταν ανθρωπιστικό και φιλάνθρωπο και καυχιόταν για την ισότητα όλων των εθνοτήτων που συμμετείχαν σ’ αυτήν. Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, δεν μπορούσε να γίνει λόγος ούτε για υποκριτικό ουμανισμό. Τρανταχτό τέτοιο παράδειγμα ήταν ο πρώτος πόλεμος στην Τσετσενία, το 1994-1997. Δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) χιλιάδες θάνατοι, φρικτά στρατιωτικά εγκλήματα· και όλο αυτό, τόσο η ρωσική κοινωνία όσο και οι λεγόμενες δημοκρατικές χώρες το έχουν καταπιεί αδιάφορα. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, ο ρωσικός στρατός έγινε ένας στρατός βιαστών, σαδιστών και δολοφόνων και κανείς δεν έδωσε σημασία. Εξαιτίας αυτής της αδιαφορίας, πρωτίστως της Δύσης, κατέστη δυνατό να συμβούν ο Δεύτερος Πόλεμος της Τσετσενίας, η γενοκτονία στη Συρία με τη συμμετοχή του ρωσικού στρατού και η δολοφονία αμάχων στο Ντονμπάς, που ξεκίνησε το 2014.

Αφότου ο «πρώην» πράκτορας της KGB Πούτιν ανέλαβε την εξουσία (όπως είχε πει εύστοχα, δεν υπάρχουν πρώην στελέχη της KGB) και προήδρευσε στην περίοδο των υψηλών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, το όνειρο του Ρώσου ηγεμόνα να πάρει εκδίκηση για την κατάρρευση της ΕΣΣΔ μετατράπηκε σε ακαταμάχητη επιθυμία. Δεν είμαστε ψυχίατροι για να μπορούμε να μπούμε στο κεφάλι του Πούτιν και να προσδιορίσουμε πότε ακριβώς η επιθυμία του να αποκαταστήσει την ΕΣΣΔ, ή ακόμα και τη Ρωσική Αυτοκρατορία, έγινε παρανοϊκή μανία. Μπορούμε μόνο να δηλώσουμε ότι η πληγωμένη του περηφάνια έχει επιτεθεί με όλη της την οργή στην Ουκρανία. Το μίσος για την Ουκρανία δεν εμφανίστηκε το 2014 μετά το ουκρανικό Μαϊντάν, αλλά πολύ νωρίτερα, τη δεκαετία του 2000, όταν ο Πούτιν σε συνομιλίες με τον Πρόεδρο Μπους υποστήριξε ότι η Ουκρανία δεν ήταν κράτος και δεν είχε δικαίωμα ύπαρξης.

Χωρίς να συζητήσουμε την τρέλα του γέροντα του Κρεμλίνου, θα αναλύσουμε την αντίδραση της ρωσικής κοινωνίας, η οποία αποδείχθηκε αδύναμη και αξιολύπητη σε σύγκριση με το κράτος του Λεβιάθαν. Ο πειρασμός να συμμετάσχουν στην κρατική εξουσία, διογκωμένος από την προπαγάνδα, αποδείχθηκε πολύ ελκυστικός για τους περισσότερους Ρώσους, ειδικά μετά την κατάληψη της Κριμαίας. Ενώ πολλοί σχεδόν μαραζώνουν από φτώχεια στην πλουσιότερη χώρα του κόσμου όσον αφορά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, η κοινωνία ως σύνολο ενθουσιάστηκε με την «κατάκτηση» της Κριμαίας ως νίκη της Ρωσίας.

Την εποχή μετά την θρασύτατη κατάληψη της Κριμαίας και την προσπάθεια να διαιρεθεί η Ουκρανία μέσω της επιθετικότητας στα ανατολικά της χώρας, ο Πούτιν πίστευε στην πλήρη ατιμωρησία του, αφού οι δυτικές κυρώσεις είχαν αποδειχθεί εξαιρετικά αναποτελεσματικές. Σήμερα βλέπουμε τις ξανά συνέπειες που έχουν οι προσπάθειες του πολιτισμένου κόσμου να κατευνάσει έναν τρομοκράτη, ίσως τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο στη Γη μετά τον Χίτλερ.

Όμως, το κείμενό μου δεν αφορά τόσο το κράτος και τον ηγεμόνα της Ρωσίας, όσο κυρίως την ιδεολογία του, της οποίας αναπόσπαστο και σημαντικότατο μέρος είναι η αφήγηση που δημιούργησε η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο θρησκευτικός εξαιρετισμός (το να θεωρείς δηλαδή τον εαυτό σου ως εξαίρεση), ο αυτοπροσδιορισμός ως «Αγία Ρωσία», «η Τρίτη Ρώμη που δεν θα έχει τέταρτη», εδρεύει στη ρωσική θρησκευτική συνείδηση ​​ως ριζοσπαστικός συντηρητισμός αλλά δεν ήταν διαδεδομένος ούτε τον δέκατο ένατο αιώνα ούτε στο μεγαλύτερο μέρος του εικοστού. Ο εθνικισμός, όπως σημειώνουν πολλοί ερευνητές, αποτελεί πια βασικό χαρακτηριστικό της Ορθοδοξίας. Όμως, ενώ για τους ολιγομελείς ορθόδοξους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων αυτή η πτυχή του Χριστιανισμού τον δέκατο ένατο αιώνα και τις αρχές του εικοστού βοήθησε την διαμόρφωση εθνικής ταυτότητας σε ορθόδοξα κράτη, στη Ρωσία, η Ορθοδοξία ήταν πάντα όργανο του αυτοκρατορικού κράτους. Η Ρωσική Εκκλησία προσκυνούσε με χαρά την κυριαρχία ή την αυτοκρατορία, κηρύσσοντας ότι η εξουσία είναι ιερή και λαμβάνοντας προνόμια και υποστήριξη σε αντάλλαγμα. Και ο ρωσικός θρησκευτικός εθνικισμός δεν είναι ο εθνικισμός ενός μικρού έθνους που θέλει να επιβιώσει. Είναι κυρίως ο ιμπεριαλιστικός εθνικισμός, που προσπάθησε να κυριαρχήσει σε ολόκληρη την Ανατολή (Ρώσοι στρατηγοί, Ρώσοι επίσκοποι και ακόμη και απλοί μοναχοί τον δέκατο ένατο αιώνα και στις αρχές του εικοστού πίστευαν ότι και η Κωνσταντινούπολη και η Ιερουσαλήμ επρόκειτο να πέσουν στα χέρια τους). Όπως έδειξε ο διάσημος Ρώσος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα Νικολάι Μπερντιάγιεφ (καταγόμενος από την Ουκρανία), ο ρωσικός κομμουνισμός είναι μια μεσσιανική εξέλιξη της Ρωσικής Ορθοδοξίας, με αξίωση για παγκόσμια κυριαρχία. Και μετά την πτώση της κομμουνιστικής εξουσίας το 1991, τόσο η ρωσική κυβέρνηση όσο και η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία σήκωσαν σύντομα το αυτοκρατορικό λάβαρο αξιώνοντας παγκόσμια επιρροή.

Τα αυτοκρατορικά χαρακτηριστικά της Ρωσικής Εκκλησίας άρχισαν να εκδηλώνονται ιδιαίτερα με την ενθρόνιση του Πατριάρχη Κυρίλλου (2009). Σε άλλες εποχές, αν και η εκκλησία ως θεσμός λάτρευε την αυτοκρατορία, υπήρχαν μέλη στο σώμα της που προσπαθούσαν να εκπληρώσουν τις εντολές του Χριστού και να μην υποχωρήσουν στην επίσημη ιδεολογία. Για παράδειγμα, στη σοβιετική εποχή, ενώ οι επίσκοποι ήταν εμφατικά πιστοί στις κρατικές αρχές, υπήρχαν μεμονωμένοι ιερείς που διατηρούσαν τη χριστιανική ελευθερία. Αν και βρίσκονταν μακριά από τις πρωτεύουσες, δεν τους απαγορεύτηκε να έχουν τη θέση τους και να διακονούν τους ανθρώπους. Ωστόσο, ο Πατριάρχης Κύριλλος, λόγω των προσωπικών του φιλοδοξιών, εξάλειψε κάθε πιθανότητα να υπάρχουν απόψεις στην Εκκλησία που να διαφέρουν από τις δικές του. Ο ίδιος, μέσα στην αυτοκρατορία του, άρχισε να εμφανίζει τα χαρακτηριστικά ενός απόλυτου μονάρχη στην εκκλησία, ακολουθώντας τον άρχοντα της πολιτείας.  Όποιες τυχόν ενδείξεις της λεγόμενης «συνοδικότητας», για την οποία κάποιοι θρησκευτικοί φιλόσοφοι ήταν τόσο περήφανοι, θεωρώντας την συλλογικότητα ως το καύχημα της ρωσικής θρησκευτικής κοσμοθεωρίας, γρήγορα εξαφανίστηκαν. Ακόμη και η ενοριακή περιουσία άρχισε να θεωρείται, σύμφωνα με το νέο καταστατικό της εκκλησίας, ιδιοκτησία της επισκοπής, δηλαδή του επισκόπου ο οποίος διαθέτει την απόλυτη εξουσία στην επισκοπή. Ο Πατριάρχης Κύριλλος έχει επίσης απόλυτη εξουσία στους επισκόπους και έχει γίνει έτσι ο απόλυτος μονάρχης στη θρησκευτική του αυτοκρατορία.

Κάθε χρονιά που περνούσε, η ρητορική του Πατριάρχη και των εκπροσώπων του γινόταν πιο σκληρή και άρχιζε να περιλαμβάνει τον εθνικό σωβινισμό. Τονίστηκε η πίστη στον ρωσικό στρατό. Οι στρατιωτικοί ιερείς έγιναν αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των στρατιωτικών μονάδων. Όταν η Κριμαία καταλήφθηκε το 2014 και ξεκίνησε η εισβολή της Ρωσίας στην ανατολική Ουκρανία, Ρώσοι ιερείς έδειξαν υποστήριξη στην κυβέρνηση συμμετέχοντας σε νικηφόρους στρατιωτικούς εορτασμούς, αν και ο Κύριλλος δεν παρουσιαζόταν επίσημα σε αυτούς.

Τα χρόνια από το 2014 αποτέλεσαν δοκιμασία για τη Ρωσική Εκκλησία στην Ουκρανία (την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας του Πατριαρχείου Μόσχας). Χρησιμοποιώντας την οικονομική της δύναμη και την προπαγάνδα, καθώς και την υποστήριξη του κράτους της, η Ρωσική Εκκλησία εμπόδισε τη διεθνή αναγνώριση της Ουκρανικής Εκκλησίας, η οποία άρχισε να λειτουργεί περίπου την εποχή της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, το 1991. Στις διεκκλησιαστικές σχέσεις, η Ουκρανία ήταν πάντα εκπροσωπούμενο από το Πατριαρχείο Μόσχας, που ουσιαστικά σήμαινε ότι ο παγκόσμιος Χριστιανισμός (και η παγκόσμια Ορθοδοξία ειδικότερα) συμφωνούσε με τον ρωσικό έλεγχο επί της Ουκρανικής Ορθοδοξίας. Αυτός ο έλεγχος ήταν σχετικά ελαφρύς ενώ ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος παρέμεινε ο Προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας του Πατριαρχείου Μόσχας (ως το θάνατο του το 2014), αλλά μετά το θάνατό του, υπό τον νέο Προκαθήμενο Ονούφριο, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας του Πατριαρχείου Μόσχας έχασε ουσιαστικά τα απομεινάρια της ανεξαρτησίας της. Ο Ρώσος δισεκατομμυριούχος Βαντίμ Νοβίνσκι, ο οποίος έλαβε ουκρανικό διαβατήριο υπό το καθεστώς του Προέδρου Γιανουκόβιτς, έγινε ο κύριος χορηγός της και «γκρίζος καρδινάλιος». Ο Νοβίνσκι εμφανίζεται πάντα στο πλευρό του Μητροπολίτη Ονουφρίου, καθώς και του δευτεροβάθμιου επισκόπου, Μητροπολίτη Αντώνιου, που αναμένεται να διαδεχθεί τον Ονούφριο.

Στις αρχές του 2019, χάρη στην ενοποίηση των ορθοδόξων επισκόπων της Ουκρανίας που υποστήριζαν την ανεξαρτησία, καθώς και στις διπλωματικές προσπάθειες της διοίκησης του Προέδρου Ποροσένκο, η ανανεωμένη Ουκρανική Εκκλησία (με το όνομα Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας) αναγνωρίστηκε ως αυτοκέφαλη Εκκλησία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και από σημαντικό τμήμα της παγκόσμιας Ορθοδοξίας. Το γεγονός αυτό προκάλεσε όχι μόνο την υστερική αντίδραση του Πατριαρχείου Μόσχας, την ρήξη με την Κωνσταντινούπολη και τις άλλες εκκλησίες που αναγνώρισαν την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, αλλά και την οργή και τον εκνευρισμό του προέδρου Πούτιν. Ως αντίδραση στη διακήρυξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, συγκάλεσε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, στην οποία η αναγνώριση της αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας ταυτίστηκε με απειλή για την εθνική ασφάλεια. Επιβεβαίωσε έτσι τα δικά του παλαιότερα λόγια: το κλειδί για την ανεξαρτησία (όπως αποκάλεσε την αυτοκρατορία) της Ρωσίας είναι τα πυρηνικά όπλα και η Ρωσική Εκκλησία (που υπονοεί ότι η Ουκρανική Ορθοδοξία είναι μέρος της Ρωσικής). Έτσι, αναγνώρισε ότι η Ρωσική Ορθοδοξία στην πιο ασυμβίβαστη μορφή αποκλεισμού, με αλαζονεία και μισαλλοδοξία προς άλλους τύπους Χριστιανισμού, είναι το στήριγμα της ιδεολογίας του για της αλαζονική και απεχθή του στάση απέναντι σε άλλα κράτη και λαούς. Και η Ουκρανία, που δείχνει τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής και μιας διαφορετικής Ορθοδοξίας, είναι η κύρια πηγή της αδιάκοπης οργής του, αφού δεν θέλει να υποταχθεί.

Ο Πατριάρχης Κύριλλος και άλλοι ιεράρχες της Ρωσικής Εκκλησίας έχω σιωπήσει την τελευταία δεκαετία, ενώ καταπατούνταν η αξιοπρέπεια και η ελευθερία στη Ρωσία, ενώ οι αντίπαλοι των αρχών εξοντώνονταν και ενώ διαπράττονταν γενοκτονίες στην Τσετσενία, τη Συρία και το Ντονμπάς. Και επιπλέον, πολλοί ιερείς έχουν εγκρίνει τον αυτοκρατορικό σοβινισμό και τη βία.

Συμπληρώνω αυτό το κείμενο με τα παρακάτω συμπεράσματα:

Πιστεύω ότι η Ουκρανία θα νικήσει, γιατί το πνεύμα είναι ισχυρότερο από το σίδηρο, και η αξιοπρέπεια και η αγάπη για την ελευθερία είναι ισχυρότερες από το μίσος και την κακία.

Αλλά η πιθανότητα νίκης χωρίς μαζικές απώλειες εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποτελεσματική βοήθεια του πολιτισμένου κόσμου. Αυτή η βοήθεια πρέπει να είναι γρήγορη, ακριβής και ισχυρή. Δεν υπάρχει χρόνος για αργή, σταδιακή ενίσχυση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας.

Αυτή η βοήθεια θα πρέπει να είναι πρωτίστως στρατιωτική γιατί το κακό του κόσμου υποκύπτει μόνο στην πραγματική δύναμη. Αλλά αυτή η δύναμη πρέπει επίσης να είναι σοφή και συνεπής, ώστε να μην καταστρέψει όλον τον κόσμο ο λυσσασμένος παράφρων.

Αυτή η βοήθεια πρέπει επίσης να είναι οικονομική και ανθρωπιστική γιατί τις επόμενες ημέρες θα ξεσπάσει μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση στην Ουκρανία. Οι επικοινωνίες και η παράδοση αγαθών, ιδίως τροφίμων και φαρμάκων, έχουν διακοπεί. Οι κατακτητές καταστρέφουν δρόμους, καταστρέφουν σχολεία και νοσοκομεία και εμποδίζουν τους γιατρούς να βοηθήσουν τους ανθρώπους. Ως ένδειξη ελπίδας, οι ευρωπαϊκές χώρες θα πρέπει να λάβουν κοινή απόφαση για την επικείμενη ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Χριστιανοί της Ευρώπης και άνθρωποι καλής θέλησης: Βοηθήστε μας! Εάν κατά βάθος είστε ένας χριστιανικός πολιτισμός.


Ο π. Bohdan Oghulchanskij είναι ιερέας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.