Η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριαρχείο Μόσχας) σε σταυροδρόμι

Από τον π. Nicholas Denysenko

Η βίαιη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει τραβήξει την προσοχή του κοινού για πολλούς λόγους: Ανάμεσα τους η ανθρωπιστική καταστροφή, η απόλυτη φρίκη των αδιάκοπων βομβαρδισμών, οι πυροβολισμοί εναντίον διαδηλωτών στους δρόμους, οι επιθέσεις σε πυρηνικά εργοστάσια, οι απειλές δολοφονίας κατά του προέδρου Ζελένσκι και άλλων ηγετών, καθώς και ο πόλεμος κατά της δημοκρατίας.

Μια από τις συνέπειες της επίθεσης της Ρωσίας, η οποία έχει ελλιπώς καλυφθεί απ’ τα ΜΜΕ είναι η προδοσία, η απομόνωση και η διάλυση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας. Ο κλήρος, οι πιστοί και τα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω εκκλησίας δέχονται επιθέσεις. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία εξέπληξε πολλούς, συμπεριλαμβανομένου του Μητροπολίτη Ονούφριου, προκαθήμενου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας. Ο Μητροπολίτη Ονούφριος προέβη σε επείγουσες εκκλήσεις προς τον Πρόεδρο Πούτιν, οι οποίες, ωστόσο, εξακολουθούν να μένουν αναπάντητες. Ο Πατριάρχης Κύριλλος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας επανέλαβε την έκκλησή του για την ενότητα της Ρωσικής Εκκλησίας, η οποία βασίζεται στο αδιαίρετο των λαών της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, που θεωρούνται ένα έθνος· ένα ιστορικό αφήγημα, το οποίο μοιράζεται με τον Πούτιν. Ο Πατριάρχης Κύριλλος δικαιολόγησε περαιτέρω την εισβολή στην Ουκρανία σε ένα ακατάσχετα φλύαρο κήρυγμα την Κυριακή της Τυρινής, αποδίδοντάς την στις παρελάσεις υπερηφάνειας των ομοφυλοφίλων και επανέλαβε τον ισχυρισμό του Πούτιν ότι η Ουκρανία  εξοντώνει τον λαό του Ντονμπάς εδώ και οκτώ χρόνια.

Η εγκατάλειψη του Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας από την πλευρά της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας την έφερε σ’ ένα σταυροδρόμι επιλογών. Επίσκοποι και κληρικοί στην Ουκρανία, μάρτυρες της καταστροφής και της κτηνωδίας, ζήτησαν την άμεση διακοπή της μνημόνευσης του Πατριάρχη Κυρίλλου στη Θεία Λειτουργία. Αυτή η πράξη αποτελεί ουσιαστικά μια μορφή διαμαρτυρίας και όχι διακοπή της κοινωνίας, εφόσον ο Μητροπολίτης Ονούφριος συνεχίζει να μνημονεύει τον Κύριλλο. Ωστόσο, η οργισμένη επιστολή που έστειλε ο Μητροπολίτης Σούμι Ευλόγιος δεν διέφυγε της προσοχής της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η τελευταία μάλιστα προειδοποίησε τον Μητροπολίτη Ευλόγιο ότι η μη-μνημόνευση του Πατριάρχη αποτελεί παραβίαση των κανόνων.

Ορισμένες ενορίες και κληρικοί προχώρησαν ακόμη περισσότερο. Η επαρχία Βολοντίμιρ-Βολίν έκανε έκκληση στον Μητροπολίτη Ονούφριο,  με σκοπό τη σύγκληση Πανουκρανικής συνόδου και την υποβολή αίτησης αυτοκεφαλίας προς τον Πατριάρχη Κύριλλο. Ο κλήρος και οι μοναχοί κάλεσαν τον επίσκοπο Ποιμένα, τοποτηρητή της επαρχίας Ρίβνε να απευθύνει έκκληση με σκοπό την αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλήσίας του Πατριαρχείου Μόσχας. Παρόμοια έκκληση απηύθυνε και ο κλήρος της επαρχίας του Κιέβου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι·  δεν είναι η πρώτη φορά, ωστόσο, που οι Ορθόδοξοι Ουκρανοί πρέπει να κάνουν μια δύσκολη επιλογή κατά τη διάρκεια ενός πολέμου.

Όταν οι Γερμανοί αιφνιδίασαν τους Σοβιετικούς και κατέλαβαν την Ουκρανία το 1941, η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Σοβιετική Ουκρανία είχε βιώσει σχεδόν δύο δεκαετίες σκληρού διωγμού. Το μεγαλύτερο μέρος της Ουκρανίας κυβερνιόταν από τους Σοβιετικούς ήδη από το 1920, ενώ ελάχιστες ενορίες ήταν ενεργές. Ένα μεγάλο μέρος της Δυτικής Ουκρανίας αποτελούσε τμήμα της αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πολωνίας, ενώ μετά την κατάληψη της Ουκρανίας από τους Γερμανούς, οι ορθόδοξοι Ουκρανοί που υπάγονταν στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Μία ομάδα επισκόπων εγκαταστάθηκε στη μονή Ποτσάιβ και ανακήρυξε εκ νέου την κανονική αυτονομία που είχε λάβει η Ουκρανική Εκκλησία το 1918 (γνωστή ως Αυτόνομη Εκκλησία της Ουκρανίας). Ο μητροπολίτης Διονύσιος, ο προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Πολωνίας, υποστήριξε την ουκρανική αυτοκεφαλία βάσει του τόμου που παραχωρήθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως το 1924. Ο τόμος αναφερόταν στην αντικανονική αφομοίωση της Μητρόπολης του Κιέβου απ’ την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας. Εκείνη τη περίοδο ο Μητροπολίτης Διονύσιος κατέστησε υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Πολύκαρπο για την ίδρυση μιας νέας Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1941-2 (1942 – Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία), θεωρώντας ότι μια απελευθερωμένη και ανεξάρτητη Ουκρανία θα είχε τη δική της Εκκλησία. Η Αυτόνομη Εκκλησία της Ουκρανίας και η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία είχαν αντίθετες απόψεις σ’ αυτό το βασικό ζήτημα της κανονικής ίδρυσης. Διαφοροποιήθηκαν επίσης αναφορικά με το ζήτημα της λειτουργικής «ουκρανοποίησης», υπέρ του οποίου τασσόταν ηνΟυκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ η Αυτόνομη Εκκλησία της Ουκρανίας διατηρούσε επιφυλάξεις.

Οι δύο εκκλησίες διαφώνησαν έντονα επίσης σχετικά με ένα ποιμαντικό θέμα. Το 1942 η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία χρειαζόταν κληρικούς, οι οποίοι θα αναλάμβαναν ενορίες, ενώ ορισμένοι από τους ιερείς της αρχικής Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας (1921) παρέμεναν στην Ουκρανία ακόμη και μετά τη διάλυση της εκκλησίας το 1930. Το 1921 η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία προέβη στη χειροτονία των δύο πρώτων επισκόπων της χωρίς τη συμμετοχή άλλων επισκόπων, συνεπώς σύνολη η Ορθοδοξία θεώρησε τις εν λόγω χειροτονίες αντικανονικές. Όταν η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία δέχθηκε τους κληρικούς της προγενέστερης περιόδου (1921) διά προσευχής και χειροθεσίας, χωρίς όμως τέλεση εκ νέου χειροτονίας, υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες απ’ την πλευρά της Αυτόνομης Εκκλησίας της Ουκρανίας, η οποία την κατηγόρησε για επαναφορά της αίρεσης του Λιπκίβσκι,  (απ’ το όνομα του πρώτου προκαθημένου της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας Βασίλειου Λιπκίβσκι). Εκτός από αυτό η Αυτόνομη Εκκλησία της Ουκρανίας εξαπέλυσε κατηγορίες εναντίον της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι προέβη σε χειροτονίες επισκόπων σε μια Θεία Λειτουργία τον Φεβρουάριο του 1942. Οι δύο Εκκλησίες διχάστηκαν σε θεμελιώδη ζητήματα αναφορικά με την λειτουργική ζωή της εκκλησίας, την κανονική συγκρότηση, το έγκυρο της χειροτονίας ορισμένων κληρικών, καθώς και την λειτουργική «ουκρανοποίηση».

Παρά τις διαφορές, οι εκπρόσωποι των δύο εκκλησιών παρέμειναν σε επαφή και προσπάθησαν να βρουν κοινά σημεία. Μια αντιπροσωπία επισκόπων της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας συναντήθηκε με τον Μητροπολίτη Αλέξιο της Αυτόνομης Εκκλησίας της Ουκρανίας στις 8 Οκτωβρίου 1942. Τότε συμφώνησαν να ενωθούν συγκροτώντας μια αυτοκέφαλη Εκκλησία και ανακοίνωσαν την πράξη της εν λόγω ένωσης. Σημαντικό είναι το τέταρτο σημείο της εν λόγω πράξης: «όλες οι κανονικές διαφορές που χώριζαν τις εκκλησίες παραμερίστηκαν με σκοπό την ένωση».

Η πράξη της ένωσης ήταν τόσο σημαντική, ώστε οι Ουκρανοί ανά την Ευρώπη την υποδέχθηκαν με δοξολογίες. Οι εκπρόσωποι της ενωμένης πλέον εκκλησίας άρχισαν να επεξεργάζονται ζητήματα διοικητικής μέριμνας, που σχετίζονταν με τους διορισμούς των επισκόπων και τη διοίκηση των επαρχιών. Παρόλα αυτά η ένωση απέτυχε. Καταρχάς οι επίσκοποι της Αυτόνομης Εκκλησίας της Ουκρανίας την απέρριψαν. Δεύτερον, ο Μητροπολίτης Αλέξιος δολοφονήθηκε το 1943. Επιπλέον, το 1944 πολλοί κληρικοί και λαϊκοί διέφυγαν στη Δύση, ενώ η Σοβιετική Ένωση προσάρτησε τη Δυτική Ουκρανία μετά τη Διάσκεψη της Γιάλτας το 1945. Το 1946, ο Στάλιν υποχρέωσε όλους τους Ορθόδοξους και τους Ελληνοκαθολικούς να ενταχθούν στο Πατριαρχείο της Μόσχας, εν μέρει διά της Ψευδοσυνόδου του Λβιβ το 1946. Συνεπώς η ευκαιρία για την ίδρυση μιας ενιαίας Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας χάθηκε λόγω του πολέμου.

Η παραπάνω σύντομη ιστορική ανασκόπηση της Ορθόδοξης Ουκρανίας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποδεικνύει πόσο γρήγορα μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Ο πόλεμος οδηγεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις και η ευκαιρία για ένωση μπορεί να είναι παροδική. Σήμερα η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας εξετάζει τις επιλογές της εν μέσω του πολέμου του Πούτιν στην Ουκρανία. Ως επίλογο του άρθρου μας, παρουσιάζουμε μια επισκόπηση των επιλογών της εν λόγω εκκλησίας:

  1. Διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης και παραμονή στην Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η εν λόγω επιλογή φαίνεται απίθανη, διότι οι Ουκρανοί πολεμούν εναντίον των Ρώσων και δεν πολεμούν μαζί με τους Ρώσους εναντίον του ναζιστικού αντιπάλου. Ορισμένες ενορίες και μοναστήρια έχουν ήδη εγκαταλείψει την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας και έχουν προσχωρήσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Είναι πολύ πιθανό ότι μία ή και περισσότερες επαρχίες μπορούν να ακολουθήσουν το ίδιο παράδειγμα αν τους δοθεί η ευκαιρία.
  2. Αίτημα αυτοκεφαλίας προς την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η εν λόγω επιλογή είναι πιθανή, αλλά φαίνεται μη-ρεαλιστική. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία θα αντιταχθεί σε ενδεχόμενη αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείο Μόσχας, δεδομένης της υποστήριξης του Πατριάρχη Κυρίλλου στον πόλεμο και την σταθερή υπεράσπιση της εσωτερικής ενότητας της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία βασίζεται στον μύθο περί «Ρωσικού κόσμου» (Russkii Mir).
  3. Μονομερής ανακήρυξη αυτοκεφαλίας. Η εν λόγω επιλογή είναι επίσης απίθανη, διότι ούτε η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, ούτε το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα αναγνώριζαν μια τέτοια πράξη.
  4. Έναρξη διαπραγματεύσεων με σκοπό την ένωση με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Τα δυσκολότερα εμπόδια εδώ είναι η ιστορική μνήμη και η σθεναρή αντίθεση των ηγετών της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας στην αυτοκεφαλία. Η τελευταία είχε κατηγορήσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο ότι παρενέβη στο εσωτερικό της, καθώς και ότι συμμετείχε σε σχίσμα. Οι σχέσεις μεταξύ της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας ανέκαθεν υπήρξαν εχθρικές. Ο εξέχων ρόλος του ρωσόφιλου ολιγάρχη και διακόνου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας Βαντίμ Νοβίσκι αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Παρόλες αυτές τις δυσκολίες όμως η εν λόγω επιλογή είναι ίσως η πιο βιώσιμη για τους εξής λόγους:

Πρώτον αμφότερες οι εκκλησίες είχαν τεταμένες σχέσεις πριν απ’ την Ενωτική Σύνοδο το 2018, αλλά τελικά τις ξεπέρασαν για χάρη της ενότητας. Δεύτερον, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας έχει λάβει Τόμο Αυτοκεφαλίας και τέσσερις τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες την αναγνωρίζουν. Μια ενδεχόμενη ένωση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας πιθανότατα θα κινητοποιούσε και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες να αναγνωρίσουν την ενωμένη πλέον Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Τέλος θα μπορούσε να υιοθετηθεί μια σταδιακή διαδικασία ενοποίησης. Μια κοινή σύνοδος των δύο εκκλησιών θα μπορούσε να κηρύξει ευχαριστιακή ενότητα, δίχως άμεση διοικητική αναδιαμόρφωση των ενοριών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κάθε ενορία θα μπορεί να διατηρήσει τις ιδιαίτερες πρακτικές της, έχοντας παράλληλα ευχαριστιακή ενότητα με τις υπόλοιπες ενορίες.

Ο σημαντικότερος παράγοντας είναι η επείγουσα ανάγκη υπέρβασης των διαφορών για χάρη της ενότητας. Αυτό σημαίνει την υιοθέτηση της ίδιας αρχής, η οποία στήριξε την πράξη ένωσης μεταξύ της Αυτόνομης Εκκλησίας της Ουκρανίας και της Ουκρανικής Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1942. Η διαφορά εδώ έγκειται στο ό,τι τότε η Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία είχε λάβει τόμο αυτοκεφαλίας απ’ τον Ορθόδοξη Εκκλησία της Πολωνίας, που υπαγόταν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ενώ τώρα τον Τόμο τον έλαβε από το ίδιο το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία οδήγησε την Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείο Μόσχας σε ένα σταυροδρόμι. Οι επιλογές είναι περιορισμένες, εφόσον αμφότερες οι εκκλησίες θα πρέπει να ξεπεράσουν τα ιστορικά εμπόδια και να ενωθούν συγκροτώντας μία ενιαία Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας. Το παρελθόν της Ουκρανικής Εκκλησίας της περιόδου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δείχνει ότι η χρονική συγκυρία είναι σημαντική, ενώ ο λαός της Ουκρανίας προηγείται δίνοντας το παράδειγμα υπέρβασης των διαφορών και της ενότητας. Θα ήταν φρόνιμο και η εκκλησία να ακολουθήσει το ιερό παράδειγμα των Ουκρανών πολιτών.


Ο π. Nicholas Denysenko είναι καθηγητής Θεολογίας στην έδρα «Εμίλ και Ελφρίντε Γιόχουμ» του Πανεπιστημίου Βαλπαραΐσο. 

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.