Πασχαλινές Σκέψεις

Σέργιος Μπουλγκάκωφ,
με σχόλια της Ρεγκούλα Τσβάλεν
(Regula Zwahlen)

Εφημερίδα «Ναρόντ» (Λαός), φ. 1, 2(15) Απριλίου 1906, Κίεβο, σ.1. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της εφημερίδας «Ναρόντ» (Λαός), που κυκλοφόρησε στο Κίεβο τον Απρίλιο του 1906, με συντάκτες τους Σ. Ν. Μπουλγκάκωφ και Α. Σ. Γκλίνκα (Βόλζσκι). Η εφημερίδα αυτή σχεδιάστηκε ως έντυπη έκδοση του αποτυχημένου πολιτικού κόμματος «Ένωση Χριστιανικής Πολιτικής». Την περίοδο από τις 2 έως τις 10 Απριλίου κυκλοφόρησαν επτά φύλλα. Ύστερα, η εφημερίδα έκλεισε με δικαστική απόφαση. Όλα τα τεύχη περιείχαν άρθρα του Μπουλγκάκωφ.

Με τον ήχο από τις καμπάνες, με την αγαλλίαση της φύσης και των ανθρώπων, ξεκινάμε την σεμνή εργασία μας στην μεγαλύτερη από τις χριστιανικές γιορτές.  

Ο χριστιανικός κόσμος γιορτάζει και πάλι την τελική νίκη του καλού επί του κακού, της ζωής επί του θανάτου, της δημιουργικής, γόνιμης αγάπης επί του διαφθορέα εχθρού· και γιορτάζει αυτή τη νίκη, αυτό το επίτευγμα του Θεανθρώπου που σώζει τον κόσμο και τον άνθρωπο για πάντα, ως υπόσχεση και προσμονή της αιώνιας Ανάστασης του κόσμου και της μεταμόρφωσης της δημιουργίας. Και, προσδοκώντας με πίστη τον τελικό θρίαμβο, ο χριστιανικός κόσμος βιώνει την Ανάσταση ακόμη και τώρα ως ένα γεγονός που έχει ήδη πραγματοποιηθεί, ως λάμψη του φωτός στο σκοτάδι που μας περιβάλλει, ως φλογερή αγάπη και χαρά μέσα στο βασίλειο της εχθρότητας και της διχόνοιας.

Ο αναστάς Χριστός ανασταίνεται ως και σήμερα, τόσο στην ψυχή του κάθε ανθρώπου όσο και στην ψυχή των εθνών, και η λάμψη της Ανάστασης, που κομματιάζει το σκοτάδι της νύχτας, όχι μόνο τυφλώνει τα χαρούμενα μάτια, αλλά και διαπερνά το σκοτάδι στο οποίο ζούμε με το εκτυφλωτικό φως της συνείδησης, φωτίζοντας τον Γολγοθά που δημιουργούμε εμείς από τον κόσμο. Και το τραγούδι των αγγέλων στον ουρανό συμπλέκεται με τους θρήνους και τους στεναγμούς που προέρχονται από τον τόπο της Σταύρωσης. Την ημέρα της Ανάστασης δεν μπορούμε να ξεχνάμε τον Γολγοθά, όσο ζούμε, και ούτε μπορούμε ούτε και πρέπει να εξαλείψουμε τον Γολγοθά.

Και μια χαρούμενη έξαψη, αλλά ταυτόχρονα και μια πένθιμη σκέψη στρέφεται αναπόφευκτα στον επίγειο Γολγοθά και σε όλα όσα τον περιβάλλουν και τον δημιουργούν: το φανατικό Συνέδριο, τον οκνηρό και αδιάφορο καριερίστα Πιλάτο, τους ζωώδεις στρατιώτες που μοιράζουν το χιτώνα κάτω από το Σταυρό, και τους σκοτεινούς ανθρώπους, τους τυφλωμένους απ’ τις κραυγές τους: «Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν!» Πόσο κοντά μας είναι τώρα, στη Ρωσία του 1906, αυτές οι εικόνες του Γολγοθά, πώς τραυματίζουν και πώς καίνε την καρδιά, τόσο που δεν μπορεί να τις ξεχάσει ούτε την ημέρα της Ανάστασης! Νεκρή από την εμπειρία, η καρδιά δεν μπορεί ξανά να αναστηθεί σε πληρότητα μαζί με τον Αναστημένο Χριστό, ούτε μαζί με την θρηνωδούσα ταπεινή Μαγδαληνή που αγωνίζεται να συναντήσει τον Αναστάντα, γεμάτη σκέψεις και συναισθήματα από την Εβδομάδα των Παθών του Χριστού.

Με τι ρούχα θα γιορτάσουμε τη γιορτή της αγάπης; Με βρώμικα, ματωμένα, τρεις φορές ματωμένα κουρέλια, κουβαλώντας στους ώμους μας ένα σάκο γεμάτο πεινασμένους ανθρώπους, ζητιάνους, χήρες και ορφανά· αυτά είναι τα πνευματικά ρούχα που έχουμε, με αυτά πηγαίνουμε να συναντήσουμε τον Αναστημένο Χριστό! Τι μαρτύρια δεν επινοήσαμε γι Αυτόν, τι εγκλήματα δεν κάναμε εναντίον Του στους δύσκολους καιρούς; Γιατί τελικά, αυτό που κάνει κανείς στους αδελφούς του Χριστού, στην ανθρωπότητα, καλό ή κακό, το κάνει στον ίδιο τον Χριστό…

Έχουμε ταΐσει τους πεινασμένους; Όχι. Η ρωσική γη, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, οι δυνατοί εργάτες, όλοι λιμοκτονούν από τις αμαρτίες μας, από την συλλογική μας αναλήθεια.

Ανακουφίσαμε τους φυλακισμένους; Όχι, αλλά, αντίθετα, έχουμε γεμίσει κόσμο τα μπουντρούμια, βάζοντας μαζί τους δίκαιους και τους ένοχους, έχουμε μετατρέψει ολόκληρη τη Ρωσία σε ένα είδος φυλακής, ένα σπίτι τρελαμένων από κακία. Κάναμε τη Ρωσία χώρα δεσμοφυλάκων και αιχμαλώτων, σα να πρόκειται για τέρατα· όμοια με τον Ηρώδη και με αυτούς που χαστούκισαν και έφτυσαν τον Χριστό, υποβάλουμε τους φυλακισμένους σε ακόμη περισσότερα βασανιστήρια και ταπεινώσεις.

Κάναμε έργα αγάπης; Όχι, αλλά πλημμυρίσαμε τη Ρωσία με αίμα, τη φωτίσαμε με τη λάμψη της πυρκαγιάς, τη γεμίσαμε με τη φρίκη των εμφύλιων συγκρούσεων. Έχουμε μετατρέψει ολόκληρη τη Ρωσία σε ένα πεδίο εκτελέσεων, όπου σταυρώνουμε ξανά και ξανά τον Χριστό, πυροβολούμε και, τέλος, συνθλίβουμε τους «άλλους» για τη δόξα του Θεού[1], και ακόμη και οι εκκλησιαστικές αρχές επιβάλλουν σιωπή στους ιερείς[2] που καταδικάζουν τις συνεχιζόμενες δολοφονίες, ακολουθώντας το παράδειγμα του διαβόητου πνευματικού προκατόχου τους, του Καϊάφα, ο οποίος, όπως όλοι γνωρίζουν, επινόησε  ένα επιχείρημα υπέρ της θανατικής ποινής, το οποίο γίνεται δεκτό χωρίς αμφισβήτηση από τα πνευματικά του παιδιά μέχρι σήμερα: «συμφέρει ημίν ίνα είς άνθρωπος αποθάνει υπέρ του λαού και μη όλο το έθνος απόληται» (Ιω. 11:50). Τέτοιοι Χριστιανοί είμαστε, έτσι αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια του Χριστού στην εθνική μας ζωή.

Δηλητηριάσαμε την ίδια την ψυχή του λαού, που πλέον δεν ξέρει ποιον και τι να πιστέψει, ποιον να ακολουθήσει, πού να αναζητήσει την αλήθεια. Συκοφαντήσαμε την ίδια τη θρησκεία, μετατρέποντάς την σε υπηρέτη της εξουσίας. Συκοφαντήσαμε την αλήθεια της δικαιοσύνης, εξισώνοντάς την με το δικαίωμα του ισχυρού.

Πότε θα ξυπνήσουμε από αυτόν τον ματωμένο εφιάλτη; Πότε θα σηκώσουμε το βαρύ βλέμμα μας για να δούμε την αγάπη να ενσαρκώνεται και να «καεί» από αυτήν η καρδιά μας, όπως καιγόταν οι καρδιές των Αποστόλων στο δρόμο τους προς την Εμμαούς[3], παρόλο που δεν αναγνώρισαν τον Συνοδοιπόρο τους;

Πότε θα μπούμε στον δρόμο της μετανοίας, προσωπικής και συλλογικής, ώστε μέσα στη θλίψη και την ταπείνωση για τα εγκλήματά μας, να νιώσουμε ότι «η αλήθεια είναι ακόμη η ίδια»[4] και μόνο σε αυτήν την αλήθεια υπάρχει η σωτηρία, ταυτόχρονα προσωπική, εθνική και ιστορική; Εν τέλει, είναι αδύνατο να αποδεχτούμε ότι όλα αυτά τα βάσανα μας ήταν μάταια. Ότι η Μεγάλη Εβδομάδα και ο Γολγοθάς ήταν άσκοποι. Η ημέρα της Ανάστασης ήδη ξημερώνει. Κάτι πρωτάκουστο, κάτι σπουδαίο, ετοιμάζεται και ολοκληρώνεται στην ιστορία.

Ζούμε σε μια ατμόσφαιρα μεγάλης προσμονής, σε μια ατμόσφαιρα επικείμενου θαύματος… Βιώνουμε και την παραμονή της εθνικής μας ανάστασης. Αργά ή γρήγορα θα γίνει αυτή η ανάσταση, μεταμορφώνοντας την εξωτερική και εσωτερική μορφή του λαού. Εν τέλει, ο ρωσικός λαός θα νικήσει τον πραγματικό εσωτερικό εχθρό του, θα συντρίψει τη φυλακή του, θα ξυπνήσει το μαγεμένο, κοιμισμένο βασίλειό του και τα μακροχρόνια, φιλελεύθερα και φιλάνθρωπα όνειρά του θα γίνουν πραγματικότητα.

Γιατί αυτό το κείμενο ακούγεται σαν να γράφτηκε σήμερα; Ο Μπουλγκάκωφ το δημοσίευσε μετά τον αποτυχημένο πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ιαπωνίας και την πρώτη ρωσική επανάσταση του 1905, όταν το Οκτωβριανό Μανιφέστο του Τσάρου επέτρεψε την ελευθερία του Τύπου και η χώρα κινήθηκε προς τις πρώτες εκλογές[5]. Το κείμενο ακούγεται σαν να γράφτηκε σήμερα, γιατί στο μεταξύ ο «σάκος στους ώμους» της Ρωσίας έχει μεγαλώσει σε ασύλληπτο μέγεθος. Το κείμενο ακούγεται σαν να γράφτηκε σήμερα, γιατί σήμερα, συγγραφείς όπως ο Μαξίμ Τρουντολιούμπωφ εξακολουθούν να γράφουν άρθρα με τίτλους όπως «Ζούμε σε μια ντουλάπα γεμάτη με σκελετούς» σχετικά με την ανάγκη μιας δίκης για τα εγκλήματα του ρωσικού κράτους, επειδή «στον πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας, οι χειρότερες όψεις του ρωσικού κράτους με το αυτοκρατορικό, το σοβιετικό και το μετασοβιετικό του προσωπείο έχουν συγχωνευθεί»[6].

Κατηγορώντας την αυτοκρατορική Εκκλησία ότι έχει μετατραπεί σε «υπηρέτη της εξουσίας» προσποιούμενη ότι «προστατεύει την Ορθοδοξία», το κείμενο του Μπουλγκάκωφ μας υπενθυμίζει ότι δεν μιλάμε «μόνο» για τα σκληρά σοβιετικά αθεϊστικά εγκλήματα, που είχε αποκαλύψει το Μεμόριαλ[7], αλλά και για προηγούμενα αυτοκρατορικά εγκλήματα, για τα οποία οι εκκλησιαστικές αρχές επέβαλαν «σιωπή στους ιερείς που καταδικάζουν τις συνεχιζόμενες δολοφονίες». Παρά τα τεράστια βάσανα της ίδιας της Εκκλησίας, οι εκκλησιαστικές αρχές πρόσθεσαν και το δικό τους μερίδιο στα βάρη της Ρωσίας κατά τη σοβιετική εποχή, το οποίο παραμένει ακόμα κρυμμένο στα αρχεία της Κα.Γκε.Μπε., επειδή τα στοιχεία θεωρήθηκαν πολύ επικίνδυνα για την αναβίωση της Εκκλησίας[8]. Και σήμερα πάλι, η Ρωσική Εκκλησία –μια απλή ανοικοδόμηση της Αυτοκρατορικής Εκκλησίας μάλλον, παρά ένας φοίνικας που αναγεννήθηκε από τις στάχτες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του 1917-18[9]– προσθέτει απίστευτο βάρος, δικαιολογώντας τον φρικτό πόλεμο εναντίον της Ουκρανίας στο όνομα του «θεϊκού νόμου».

Το τελευταίο απόσπασμα των «Πασχαλινών Σκέψεων» αντανακλά μια προβληματική πλευρά της ρωσικής σκέψης, αφού αποκαλύπτει τον ισχυρό ρωσικό μεσσιανισμό του ίδιου του Μπουλγκάκωφ[10]. Θα ήθελα να προλογίσω αυτό το απόσπασμα αναφέροντας ότι μόνο η ενασχόληση με την ευρωπαϊκή χριστιανική σκέψη, στην εξορία μετά το 1922, οδήγησε τον ίδιο και άλλους Ρώσους στοχαστές να ξεπεράσουν τις δικές τους στερεότυπες απόψεις για τα έθνη και τις ομολογίες. Η συνεχής πάλη τους ενάντια στις ευρασιανιστικές και τις ρωσικές εθνικιστικές και φασιστικές απόψεις, αλλά κυρίως οι γνώσεις τους σχετικά με τους «Γερμανούς Χριστιανούς» και τη γαλλική «Action catholique» τη δεκαετία του 1930, ενίσχυσαν την επίγνωσή τους για το πρόβλημα του εθνικισμού μέσα στην Εκκλησία και τους έκαναν να δώσουν έμφαση στη χριστιανική οικουμενικότητα[11]. Σε ένα άρθρο με τίτλο «Έθνος και Ανθρωπότητα», το 1934, ο Μπουλγκάκωφ έγραψε ότι «είναι μια βλάσφημη αξίωση όταν οποιοσδήποτε λαός να θεωρεί τον εαυτό του ως εκλεκτό λαό, δηλαδή τον λαό του Χριστού. Όλοι οι άνθρωποι είναι λαοί του Χριστού»[12]. Λοιπόν, ορίστε το τελευταίο απόσπασμα των «Πασχαλινών Σκέψεων» του Μπουλγκάκωφ, το 1906:

Ο ρωσικός λαός θα αγωνιστεί και θα κερδίσει την ελευθερία του, τακτοποιώντας τη ζωή του με χριστιανικές, όχι μουσουλμανικές ή τουρκικές [ο συγγραφέας εννοεί «δεσποτικές»] αρχές, στις οποίες βασίζεται τώρα. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί, είναι τόσο λίγο που αν μιλούσαμε μόνο για αυτό δεν θα μας ενέπνεε, αν και θα μας χαροποιούσε έστω και μια τέτοια προοπτική. Αλλά δεν είναι αυτό το μόνο που περιμένουμε από τον ρωσικό λαό. Πέρα από την αυγή της ελευθερίας, βλέπουμε μια νέα, παραδεισένια αυγή. Αναμένουμε ότι, απαλλαγμένοι από τα εξωτερικά δεσμά και την πνευματική καταπίεση, ο λαός μας θα εκπληρώσει το υψηλότερο, θρησκευτικό κάλεσμά του, θα πει έναν αφανέρωτο ως τώρα λόγο, τον λόγο της σωτηρίας του κόσμου.

Εξακολουθούμε να μοιραζόμαστε την πεποίθηση του Ντοστογιέφσκι και του Σολοβιώφ ότι ο λαός μας, αυτός ο καταστροφικός αλήτης με την κτηνώδη όψη, βυθισμένος στη βορβορώδη αμαρτία, εξακολουθεί να είναι ένας θεοφόρος λαός και έχει το δικό του σημαντικό και καθορισμένο καθήκον στην παγκόσμια ιστορία, σχετικά με τη σωτηρία του κόσμου. Ας κυλήσει η βαριά πέτρα από τον τάφο, η πέτρα αυτή που κλείνει την πόρτα και στους νεκρούς και στους ζωντανούς, και από αυτόν τον τάφο θα βγει ο τετραήμερος νεκρός, δυσώδης αλλά αναστημένος Λάζαρος να συναντήσει τον Κύριό του. Αυτή η πίστη εμπνέει τον πατριωτισμό μας και δίνει νόημα στα σύγχρονα ιστορικά γεγονότα, στο απελευθερωτικό κίνημα, στην εγκαινιαζόμενη χειραφέτηση της Ρωσικής Εκκλησίας, σε όλα και τα πάντα. Και αυτές οι θρησκευτικές επιδιώξεις θερμαίνουν τη ζωή και καθαγιάζουν την καθημερινή μας εργασία και τον αγώνα μας.

Αν σκέφτεστε ότι ο ηλικιωμένος και σοφός Μπουλγκάκωφ έχασε σε ένα βαθμό τη νεανική του ιερή οργή για την κοινωνική αδικία, προτείνω να διαβάσετε το τελευταίο του βιβλίο για την Αποκάλυψη του Ιωάννη, που γράφτηκε κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι ένα βιβλίο για το γεγονός ότι η θεία κρίση δεν αφορά μόνο μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά αφορά και το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, κάθε είδους δεσποτισμό, κρατικό και οικονομικό. Και είναι ένα βιβλίο για την «εκδίκηση για κάθε είδους βία που διαπράττει άνθρωπος σε άνθρωπο»[13].

Ο Μπουλγκάκωφ σίγουρα δεν υπέφερε από ρωσοφοβία, αλλά ένοιωθε φρίκη για το «κτηνώδες πρόσωπο» της Ρωσίας· ταυτόχρονα, ένοιωθε και μια θερμή στοργική στεναχώρια για την πατρίδα του, καθώς κλείνει το κείμενό του με την ακόλουθη προσευχή:

Ανάστα, Χριστέ, εν τω λαώ Σου, φώτισε με την αλήθεια Σου το σκοτάδι της εχθρότητας του κάθε ανθρώπου προς τον άλλο άνθρωπο και της κάθε φυλής προς τις άλλες φυλές, διάλυσε τους εχθρούς του έργου Σου, αποτέφρωσε την νωθρότητα και την ψυχρή μας αδιαφορία, ανάφλεξε και κάψε τις καρδιές μας με τη φλόγα σου.

Αμήν, ναι έρχου, Κύριε Ιησού![14]


[1] Αυτή η φράση αναφέρεται στους διωγμούς («πογκρόμ») κατά των Εβραίων, που σάρωσαν τη Ρωσία ως κύμα το 1905. Οι υποκινητές και οι διοργανωτές υποστήριξαν τις ενέργειές τους με ψευδο-ορθόδοξη ρητορική. Τον Νοέμβριο του 1905, μια σειρά από επίσημες εκκλησιαστικές εκδόσεις δημοσίευσαν άρθρα γνωστών ιεραρχών της Εκκλησίας που καταδίκαζαν τα πογκρόμ.

[2] Στις 20 Δεκεμβρίου 1905, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσίας εξέδωσε την οδηγία «Σύμφωνα με τις πληροφορίες για κατακριτέα συμπεριφορά ορισμένων ιερέων κατά τη διάρκεια των λαϊκών αναταραχών», η οποία διέτασε τους επισκόπους να ενισχύσουν τον έλεγχο του κλήρου.

[3] Λκ. 24:13

[4] Στίχος από το ποίημα του Α. Κ. Τολστόι «Ενάντια στο ρεύμα»

[5] Catherine Evuthov, The Cross & the Sickle. Sergei Bulgakov and the Fate of Russian Religious Philosophy, 1890–1920, Ithaca 1997, σ.109 κ.ε.

[6] https://meduza.io/en/feature/2022/04/05/we-live-in-a-closet-stuffed-with-skeletons (αγγλικά),  https://meduza.io/feature/2022/03/24/my-zhivem-v-shkafu-nabitom-skeletami (ρωσικά)

[7] Βλ. https://publicorthodoxy.org/2022/01/04/conservative-wayback-machine/.

[8] https://novayagazeta.ru/articles/2014/01/24/58082-svyaschennik-gleb-yakunin-patriarh-kirill-funktsiyu-kgb-vzyal-kak-by-na-sebya

[9] Σεργκέι Τσαπνίν: «Βαθιά κρίση μετά τη θριαμβευτική αναβίωση. Τι συνέβη στην Ορθόδοξη Εκκλησία στη Ρωσία;» https://www.youtube.com/watch?v=f49NF9s_T24 (ελληνικά), https://www.youtube.com/watch?v=mipAX5JBThk (αγγλικά).

[10] Βλ. https://publicorthodoxy.org/2022/04/07/heresies-history-and-russian-orthodoxy-otherwise/

[11] Βλ. Antoine Arjakovsky, The Way. Religious Thinkers of the Russian Emigration in Paris and their Journal, 1925–1940, Notre Dame 2013.

[12] Σ. Ν. Μπουλγκάκωφ, «Νάτσια ι τσελοβέτσεστβο» («Έθνος και ανθρωπότητα»), στο (του ιδίου): Σοτσινένια β ντβουχ τομάχ (Έργα σε δυο τόμους), τ. 2, σ. 650, 652.

[13] Sergij Bulgakov, The Apocalypse of John: An Essay in Dogmatic Interpretation (Münster: Aschendorff, 2019), 146.

[14] Απ. 22:20


To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.