Διορθόδοξες Σχέσεις

ΡΟΥΑ ΜΑΤ: Η ΣΕΡΒΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΥΠΟ ΤΙΣ  ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΟΥΚΡΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Δημοσιεύθηκε στις: 21 Σεπτεμβρίου, 2022
Σύνολο προβολών 12
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 7 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: български | English | ქართული | Română | Русский | Српски

Από τον Emil Saggau

Η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία σύναψε σημαντικές συμφωνίες τη φετινή άνοιξη, οι οποίες ενίσχυσαν και εδραίωσαν τη θέση της. Η πρώτη «συμφωνία» σχετίζεται με τη χορήγηση αυτοκεφαλίας στην λεγόμενη «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» με την ονομασία Αρχιεπισκοπή Αχρίδας και την αναγνώριση της κανονικότητάς της. Το εν λόγω γεγονός έθεσε τέλος στα περίπου 50 χρόνια αποξένωσης μεταξύ των δύο εκκλησιών. Η δεύτερη σημαντική διευθέτηση που επετεύχθη αφορά την παραχώρηση προνομίων στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία εκ μέρους της κυβέρνησης του Μαυροβουνίου και την εξομάλυνση μιας ασταθούς κατάστασης, η οποία είχε διαρκέσει σχεδόν είκοσι χρόνια. Οι παραπάνω συμφωνίες δεν αποτελούν μόνο ένδειξη της διπλωματικής ισχύος του νεοεκλεγέντος πατριάρχου Πορφύριου (Πέριτς 1961-), καθώς και της νέας σύνθεσης της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και αποτέλεσμα του αντίκτυπου που έχει ο πόλεμος στην Ουκρανία σε άλλες διενέξεις μεταξύ Ορθόδοξων ανά τον κόσμο. Εν συνεχεία, θα αναλύσω πως και γιατί η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία έλαβε αυτά μέτρα, καθώς και τις μακροπρόθεσμες συνέπειές τους.

Το Τέλος του αδιέξοδο του Μαυροβουνίου

Περνώντας το φετινό καλοκαίρι από την πόλη Κολάσιν του Μαυροβουνίου, διέκρινα σε μια πολυκατοικία μια τεράστια τοιχογραφία του πρόσφατα εκλιπόντος Μητροπολίτη Μαυροβουνίου Αμφιλόχιου (1938-2020). Η εν λόγω τοιχογραφία απεικόνιζε τον Αμφιλόχιο με το παραδοσιακό ορθόδοξο φωτοστέφανο, υπογραμμίζοντας ότι βρίσκεται καθοδόν προς την αγιότητα λίγο διάστημα μόλις μετά την κοίμησή του. Παρόμοιες απεικονίσεις παρατήρησα και σε άλλες πόλεις του Μαυροβουνίου. Η αιτία για την ταχεία θετική προβολή του Μητροπολίτη Αμφιλόχιου σχετίζεται με το ρόλο του στο κίνημα διαμαρτυρίας του 2020, το οποίο οδήγησε στην πρόσφατη μεταβολή του καθεστώτος στη χώρα. Οι κυβερνητικές αλλαγές του 2020 άνοιξαν το δρόμο για την επωφελή συμφωνία, στην οποία κατέληξε η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία με τη τωρινή κυβέρνηση το φετινό καλοκαίρι. Η νέα αυτή συνεννόηση μεταξύ της κυβέρνησης και της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελεί πλήρη αντιστροφή των όρων ενός προηγούμενο νόμου αναφορικά με τα θρησκευτικά ζητήματα, ο οποίος είχε επικυρωθεί από το κοινοβούλιο στα τέλη του 2019. Ο εν λόγω νόμος έδινε στη κυβέρνηση τη δυνατότητα δήμευσης της εκκλησιαστικής περιουσίας της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας θέτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σοβαρά εμπόδια στις σχέσεις μεταξύ Μαυροβουνίου και Βελιγραδίου. Ο νόμος είχε τεθεί σε ισχύ από την προηγούμενη εθνικιστική κυβέρνηση του Μαυροβουνίου, η οποία υποστήριζε ότι η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί μια ξένη και απειλητική δύναμη για την ασφάλεια του Μαυροβουνίου.

Η προσέγγιση της νέας κυβέρνησης είναι αρκετά διαφορετική λόγω της ουσιαστικής στήριξης που έλαβε από την Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στην εξασφάλιση της λαϊκής βάσης για την εκλογή της. Η νέα συμφωνία, η οποία υπογράφηκε και επίσημα στις 3 Ιουλίου παραχωρεί στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία όλα τα δικαιώματα στην (ενίοτε αμφισβητούμενη) περιουσία της), καθώς και νέα δικαίωμα που της εξασφαλίζουν άμεση επιρροή στην κοινωνία του Μαυροβουνίου. Το πιο εκπληκτικό ίσως και με μακροπρόθεσμες συνέπειες άρθρο της συμφωνίας είναι η ασαφής διατύπωση αναφορικά με την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Το εν λόγω ζήτημα των επανορθώσεων είναι ιδιαίτερα τεταμένο για μια εκκλησία της οποίας κατασχέθηκε όλη η γη κατά την διάρκεια των μεγάλων σοσιαλιστικών αγροτικών μεταρρυθμίσεων της Γιουγκοσλαβίας. Το εν λόγω άρθρο μπορεί να αποτελεί ένα δείγμα καλών προθέσεων εκ μέρους της κυβέρνησης, ωστόσο, μπορεί να προδιαγράφει τη διεκδίκηση ακόμη περισσότερων οικοπέδων, χώρων και περιουσιακών στοιχείων εκ μέρους της Σερβική Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήδη ο Πατριάρχης Σερβίας και ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου προέβησαν στις 28 Ιουλίου σε μια τέτοια ενέργεια εκφράζοντας τις αξιώσεις του για την περιοχή του Λόβτσεν.[1]

Ο νέος νόμος έθεσε τις βάσεις της πλήρης κυριαρχίας της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Μαυροβούνιο καθώς και της παρεμπόδισης των δράσεων της αντικανονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Μαυροβουνίου. Πιθανότατα η νέα αυτή συμφωνία αποτελεί μόνο μια εξωτερική ένδειξη των εν λόγω αλλαγών στα θρησκευτικά ζητήματα της περιοχής. Πιστεύω ότι αυτή η αλλαγή είναι μια συνέπεια της δημόσιας συζήτησης σχετικά με τον νόμο περί θρησκείας του 2019 και της υποστήριξης που έλαβε τότε η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Η μαζική κινητοποίηση των υποστηρικτών της τελευταίας το 2022 είχε σημαντικό αντίκτυπο. Ήδη από το 2019 η δημοτικότητα της αντικανονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Μαυροβουνίου κατέγραψε σημαντική πτώση –σύμφωνα με τα στοιχεία του τοπικού παραρτήματος της ΜΚΟ «Κέντρο για τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» (CEDEM)– ενώ η αντίστοιχη της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατέγραψε σταθερή άνοδο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μου, μόνο περίπου το δέκα τοις εκατό του πληθυσμού υποστηρίζει πλέον την Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου, σε αντίθεση με το εικοσιπέντε τοις εκατό μόλις πριν λίγα χρόνια.[2] Αυτό το δέκα τοις εκατό αποτελεί μια ηχηρή αντιπολίτευση κατά της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία κατέστη φανερή στην ενθρόνιση του Μητροπολίτη Μαυροβουνίου τον Σεπτέμβριο του 2021, όπου ο Πατριάρχης Σερβίας Πορφύριος και ο νεοεκλεγείς Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Ιωαννίκιος αναγκάστηκαν να επιβιβαστούν σε ελικόπτερο κοντά στον ναό για να αποφύγουν τα φλεγόμενα οδοφράγματα που είχαν στηθεί στους μικρούς ορεινούς δρόμους του Μαυροβουνίου. Αν και η πρόσφατη συμφωνία έθεσε ένα πολιτικό τέλος σ’ όλα αυτά φαίνεται πως θα είναι δύσκολο να παραμείνει σε ισχύ εάν ένα νέο εθνικιστικό κόμμα αναλάβει εκ νέου την κυβέρνηση του Μαυροβουνίου.

Η Επανίδρυση της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας

Η νέα επωφελής συμφωνία για την Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Μαυροβούνιο τον φετινό Ιούλιο έλαβε χώρα μετά από ένα χρόνο επιμελούς εργασίας από τους τοπικούς κληρικούς και ιδιαίτερα από τον νεοκλεγέντα Πατριάρχη Σερβίας Πορφύριο, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2020, μια περίοδο κατά την οποία πολλά υψηλόβαθμα στελέχη της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας έχασαν τη ζωή τους εν μέσω της πανδημίας που έπληξε σκληρά την εκκλησία. Ως εκ τούτου, νέα πρόσωπα ανέλαβαν την ηγεσία του Πατριαρχείου Σερβίας και της Μητρόπολης Μαυροβουνίου του 2020 και το 2021 αντίστοιχα. Έκτοτε ο Πατριάρχης Πορφύριος άρχισε να ασκεί πίεση για την επίτευξη μιας συμφωνίας με το Μαυροβούνιο, καθώς και για την επίλυση άλλων εκκρεμοτήτων της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ένα απ’ αυτά ήταν και η Βόρεια Μακεδονία, η οποία όπως και το Μαυροβούνιο αποτελούσε εστία εκκλησιαστικών διενέξεων. Κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής περιόδου, η εκκλησία της Βορείου Μακεδονίας είχε αποκτήσει αυτόνομο καθεστώς, ενώ το 1968 αυτοανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη. Σ’ αντίθεση με το Μαυροβούνιο, όπου οποιοσδήποτε αντίπαλος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας απομονώθηκε, ο ορθόδοξος πληθυσμός της Βορείου Μακεδονίας εντάχθηκε ομοθύμως στην εν λόγω μη-αναγνωρισμένη εκκλησία. Το 2001 η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία και η «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» προσπάθησαν να επιλύσουν το ζήτημα υπό την εποπτεία της Μόσχας, ωστόσο, απέτυχαν λόγω του ζητήματος του ονόματος.[3] Το εν λόγω ζήτημα επιλύθηκε όμως τον Μάιο του τρέχοντος έτους διά των ενεργειών του Οικουμενικού Πατριάρχη. Το ουσιώδες της συμφωνίας είναι ότι η λεγόμενη «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» θα επανιδρυόταν με την ονομασία Αρχιεπισκοπή Αχρίδας, ενώ στο εσωτερικό θα συνέχιζε να χρησιμοποιεί την ονομασία «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία». Η εν λόγω συμφωνία ανακοινώθηκε αρκετά γρήγορα, προωθήθηκε και φάνηκε να καταστέλλει οποιαδήποτε αντίδραση, ακόμη και από την πλευρά της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία επίσης διεκδικεί την κληρονομιά της Αρχιεπισκοπής Αχρίδας. Η λύση του ζητήματος στηρίχθηκε σε μια ρεαλιστική συναίνεση μεταξύ της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, της λεγόμενης «Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας» και του Οικουμενικού Πατριάρχη.

Άγνωστο παραμένει το πόσο μεγάλη προσπάθεια κατέβαλε ο Πατριάρχης Σερβίας για την επίλυση αμφότερων των ζητημάτων, τα οποία επί χρόνια έμοιαζαν άλυτα. Είναι επίσης ασαφές το πόση προεργασία χρειάστηκε από την πλευρά της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησία, ενώ ακαθόριστος παραμένει και ο ρόλος της Κωνσταντινούπολης στην επίλυση των παραπάνω ζητημάτων. Θα αποτολμήσω, ωστόσο, ορισμένες εικασίες για το τι διαδραματίστηκε, αφού είχα την ευκαιρία να περάσω ένα διάστημα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη κατά την περίοδο της άνοιξης μαζί με κληρικούς της περιοχής.

Πρώτον, η ηγεσία άλλαξε, με αποτέλεσμα ο Πατριάρχης, καθώς και σημαίνοντα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας να καταστήσουν τις δύο συμφωνίες δυνατές και ίσως ακόμη και αναγκαίες. Η λύση στο Μαυροβούνιο θα μπορούσε να είχε προκύψει και δίχως αλλαγή στην ηγεσία, αλλά ίσως αυτή η αλλαγή επιτάχυνε τη διαδικασία λόγω της προσωπικής εμπλοκής του Πατριάρχη. Από την άλλη πλευρά οι μεταβολές στη σύνθεση της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας διευκόλυναν την προσέγγιση με τη λεγόμενη «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» και τη διακοπή της υποστήριξης προς τη μικρή μειονοτική εκκλησία στη Βόρεια Μακεδονία που ήταν σε σύμπνοια με τη Σερβική, καθώς η συμφωνία εξάλειψε και τον κύριο λόγο της ύπαρξής της.

Δεύτερον, τόσο η κυβέρνηση του Μαυροβουνίου όσο και η λεγόμενη «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» φαίνεται να ήταν έτοιμες για τον τερματισμό της διαμάχης για διαφορετικούς λόγους. Επί πολλά χρόνια, η «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία» επιδίωκε μια ειρηνική λύσε είτε μέσω της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας είτε μέσω των Βουλγάρων, ιδίως μετά την επίλυση του ζητήματος της ονομασίας που επήλθε μεταξύ Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας. Στο Μαυροβούνιο, επίσης, μια από τις βασικές προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης ήταν η ακύρωση του νόμου του 2019 και η επίτευξη μιας διαφορετικής διευθέτησης του ζητήματος με τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο σημαντικότερος ίσως λόγος για τον οποίο όλοι οι εταίροι αποδέχθηκαν τις δύο συμφωνίες εδράζεται εκτός της περιοχής. Φαίνεται ότι η κατάσταση στην Ουκρανία –τόσο αναφορικά με τον πόλεμο όσο και λόγω των περίπλοκων σχέσεων και το καθεστώς των διαφόρων ορθοδόξων εκκλησιών– δυσχέραινε περαιτέρω την κατάσταση. Όλοι οι εταίροι συνειδητοποίησαν ότι δεν θέλουν να καταλήξουν σε μια παρόμοια κατάσταση με αυτή της Ουκρανίας, ενώ επιπλέον ο πόλεμος αποτέλεσε ένα ισχυρό κίνητρο για την επίλυση των ζητημάτων.

Ο μεγαλύτερος κερδισμένος από τις παραπάνω συμφωνίες είναι η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι επίλυσε δύο σημαντικά προβλήματα και φαίνεται ότι σχημάτισε μια μακροχρόνια συμμαχία με την «Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία». Αυτό της επιτρέπει να επικεντρωθεί σε άλλα ζητήματα, όπως το καθεστώς του Κοσσυφοπεδίου, καθώς και τη θέση της ίδιας σε άλλες πρώην γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες. Η επωφελής συμφωνία του Μαυροβουνίου ανοίγει ένα ζήτημα σχετικά με την αποκατάσταση των περιουσιακών στοιχείων στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και την Κροατία. Επιτρέπει επίσης στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία να παραμείνει παθητική αναφορικά με τη στάση της για την Ουκρανία. Ανεξάρτητα απ’ όλα αυτά, οι δύο νέες συμφωνίες θα μπορούσαν ίσως να χρησιμεύσουν ως παραδείγματα για την ειρηνική επίλυση άλλων διενέξεων στον Ορθόδοξο κόσμο.


[1] Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Emil Saggau, “A Shrine for the nation – the material transformation of the Lovćen site in Montenegro,” [Ένα ιερό του έθνους – ο υλικός μετασχηματισμός της περιοχής του Λόβτσεν στο Μαυροβούνιο] στο Journal of Balkan and Near Eastern Studies (Νοέμβριος, 2017).

[2] Βλ. Emil Saggau, “The self-proclaimed Montenegrin Orthodox Church – A paper tiger or a resurgent church?” [Η αυτοανακηρυχθείσα Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου – «Χάρτινος τίγρης» ή αναγεννημένη εκκλησία;» στο Religion in Contemporary Society. επ. / Mirko Blagojevic; Zlatko Matic. Belgrade: Institute of Social Sciences, Department of Education and Culture, (2017) σ. 31-54.

[3] Για μια αναλυτικότερη παρουσίαση του θέματος βλ. Nenad Živković. “The Macedonian Question in the Serbian Orthodox Church” [Το Μακεδονικό Ζήτημα στην Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Στο Vasilios N. Makrides and Sebastian Rimestad (επ.). Coping with Change – Orthodox Christian Dynamics between Tradition, Innovation, and Realpolitik. Erfurter Studien zur Kulturgeschichte des Orthodoxen Christentums. Franfurt am Main: Peter Lang, Vol. 18, 2020, σ. 209-231.


Ο δρ. Emil Hilton Saggau είναι ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Lund στη Σουηδία, καθώς και συγγραφέας του υπό έκδοση βιβλίου Reconstructing history and theology – Orthodox Historiography, Memory and Politics in Montenegro (Peter Lang, 2023) [Αναδομώντας την ιστορία και τη θεολογία – Ορθόδοξη Ιστοριογραφία, Μνήμη και Πολιτική στο Μαυροβούνιο] καθώς και αρκετών εργασιών για την Ορθοδοξία στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

About authors

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ