Διορθόδοξες Σχέσεις, Εκκλησιολογία

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η θεωρία «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς»

Δημοσιεύθηκε στις: 16 Νοεμβρίου, 2022
231 views
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 6 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: български | English | ქართული | Română | Русский | Српски

Ένα από τα βασικά προνόμια που διεκδικεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι η δικαιοδοσία επί της λεγόμενης «διασποράς», τις περιοχές, δηλαδή, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στα γεωγραφικά όρια των υπόλοιπων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι η εν λόγω υπερόρια δικαιοδοσία ανάγεται στον 28ο Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου στην Χαλκηδόνα (451), ο οποίος ορίζει τα εξής:

«Καὶ ὥστε τοὺς τῆς Ποντικῆς, καὶ τῆς Ἀσιανῆς, καὶ τῆς Θρακικῆς διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, ἔτι δὲ καὶ τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ προειρημένου ἁγιωτάτου θρόνου τῆς κατὰ Κωνσταντινούπολιν ἁγιωτάτης ἐκκλησίας»

Η φράση «καὶ τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι» ερμηνεύεται από τους υποστηρικτές των διεκδικήσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως αναφερόμενη σε «εκείνες τις περιοχές πέραν των γεωγραφικών ορίων των άλλων Τοπικών (αυτοκέφαλων) Εκκλησιών».

Ο κανόνας, ωστόσο, δεν αναφέρει ρητά κάτι τέτοιο, πρόκειται απλώς για μια ερμηνεία. Εκ πρώτης όψεως, ο κανόνας φαίνεται να αναφέρεται μόνον στους επισκόπους, οι οποίοι ανήκουν στις διοικήσεις Πόντου, Ασίας και Θράκης και υπηρετούν ανάμεσα σε συγκεκριμένους βαρβάρους. Οι πιο έγκριτοι ερμηνευτές των ιερών κανόνων, όπως ο Ιωάννης Ζωναράς, ο Θεόδωρος Βαλσαμών και ο Αλέξιος Αριστηνός, ερμηνεύουν την παραπάνω φράση κυριολεκτικά, θεωρώντας ότι αναφέρεται σε συγκεκριμένες ομάδες βαρβάρων που γειτνίαζαν με τις διοικήσεις Πόντου, Ασίας και Θράκης.  Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης επαναλαμβάνει την ίδια ερμηνεία στο Πηδάλιο, ενώ η σύγχρονη ερμηνεία του κανόνα δεν φαίνεται να υπάρχει πουθενά.

Η σύγχρονη θεωρία πιθανότατα αναδύθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα, τότε που οι παλαιές αυτοκρατορίες έδιναν τη θέση τους στα έθνη-κράτη κι όταν μια μεγάλης κλίμακας ελληνική Διασπορά έκανε την εμφάνισή της στην αμερικανική ήπειρο. Για την ελληνική Ορθοδοξία η Αμερική ήταν «Άγρια Δύση», λόγω των de facto ανεξάρτητων ενοριών που είχαν χαλαρούς δεσμούς με κάποια από τις εκκλησιαστικές ιεραρχίες του Παλαιού Κόσμου. Τελικά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε ότι έπρεπε να ληφθούν μέτρα. Το 1907, μια πατριαρχική επιτροπή εισηγήθηκε την υπαγωγή όλων των Ορθόδοξων εκκλησιών της «Διασποράς» στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παρόλα αυτά, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ διαφώνησε και πρότεινε, αντ’ αυτού, οι Έλληνες της Αμερικής να υπάγονται στην Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ οι υπόλοιπες εκκλησίες της διασποράς (κυρίως οι ρωσικές) να εξακολουθούν να υπάγονται στις οικείες αυτών αρχές.  

Τον Μάρτιο του 1908 το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδωσε Τόμο, ο οποίος έθετε με σαφήνεια τη θεωρία των «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς» ως βάση για τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί της διασποράς, ενώ ταυτόχρονα, έδινε έμφαση στους Έλληνες το έθνος και όχι σε όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς γενικά. Ο Τόμος αρχίζει με τον ισχυρισμό ότι η Ιερά Σύνοδος επιχειρεί  να βρει ένα θεμέλιο στους αρχαίους κανόνες για να αντιμετωπίσει τις ειδικές ποιμαντικές προκλήσεις, που ανέκυψαν. Ύστερα ο Τόμος διατυπώνει τη θεωρία «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς»:

«εὔδηλον γὰρ ὅτι οὔτε ἡ ὑπὸ τοῦ καθ’ ἡμᾶς Πατριαρχικοῦ θρόνου εἰς τὸ αὐτοκέφαλον ἀναχθεῖσα μετὰ καθωρισμένων ὁρίων ἁγιωτάτη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος οὔτε ἄλλη τις Ἐκκλησία ἢ θρόνος ἠδύνατο δήπου κανονικῶς πέραν τῶν ὁρίων τῆς οἰκείας περιφερείας ἐπεκτεῖναι τὴν ἑαυτοῦ ἐξουσίαν, πλὴν γε τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ἀγιωτάτου Ἀποστολικοῦ καὶ Πατριαρχικοῦ Οἰκουμενικοῦ θρόνου ἀπὸ τε τοῦ κεχορηγημένου αὐτῷ προνομίου τοῦ χειροτονεῖν τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς καὶ πέραν δηλονοῦν τῶν καθωρισμένων ἐκκλησιαστικῶν περιφερειῶν ἐπισκόπους καὶ ἀπὸ τῶν ἑαυτοῦ πρεσβείων εὐλόγως δικαιομένου τὴν ὑπάτην ἀσκεῖν ἐπὶ τῶν εἰρημένων ἐν τῇ ξένῃ ἐκκλησιῶν πνευματικὴν προστασίαν».

Εν συνεχεία το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκχωρεί στην Εκκλησία της Ελλάδος: «το κανονικόν κυριαρχικόν τῆς πνευματικῆς προστασίας καὶ ἐποπτείας δικαίωμα ἐπὶ πασῶν τῶν ἐν τῇ διασπορᾷ ὀρθοδόξων ἑλληνικῶν ἐκκλησιῶν».

Πρώτα απ’ όλα παρατηρούμε μια ευρύτατη κανονική διεκδίκηση όπως την αναφορά στο δικαίωμα της Κωνσταντινουπόλεως «χειροτονεῖν τοὺς ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς ἐπισκόπους», η οποία αποτελεί μια σαφή επίκληση στον 28ο Κανόνα, ενώ ο Τόμος ισχυρίζεται ότι μόνο ο Πατριαρχικός Θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως «ἠδύνατο δήπου κανονικῶς πέραν τῶν ὁρίων τῆς οἰκείας περιφέρειας ἐπεκτεῖναι τὴν ἑαυτοῦ ἐξουσίαν». Εντούτοις, ο Τόμος είναι επικεντρωμένος σαφώς στους Έλληνες και όχι σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο εν γένει. Το ζήτημα δεν είναι ότι ο Τόμος εκχωρεί τους μη Έλληνες σε άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά ότι δεν αναφέρει τους μη Έλληνες ορθοδόξους χριστιανούς της Διασποράς.  

***

Το 1921, ο εξόριστος πρώην Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος Μεταξάκης επέβλεψε την ίδρυση της Ελληνικής Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Εκείνη την περίοδο, η κανονική θέση του Μελετίου, καθώς και της Αρχιεπισκοπής, ήταν αρκετά αβέβαιη, ωστόσο, στο τέλος του έτους, ο Μελέτιος εξελέγη ξαφνικά Οικουμενικός Πατριάρχης. Η ενθρόνισή του τελέστηκε τον Φεβρουάριο του 1922 και μία από τις πρώτες του πράξεις ως Πατριάρχη την 1η Μαρτίου ήταν η ανάκληση του Τόμου του 1908 και η ανάκτηση της εξουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Διασπορά.

Η εν λόγω ανάκληση έγινε διά Πράξης, την οποία εξέδωσε ο Μελέτιος και η περί αυτόν Ιερά Σύνοδος. Στο εν λόγω κείμενο, εξ όσων γνωρίζω, παρουσιάστηκε πλήρως και για πρώτη φορά η θεωρία «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς», χωρίς να περιορίζεται μόνο στους εθνικά Έλληνες. Στην Πράξη περιγράφεται ο Τόμος του 1908 ως ένα κείμενο, στο οποίο το Πατριαρχείο εκχώρησε στην Εκκλησία της Ελλάδος «την διαχείρισιν τοῦ κανονικοῦ αὐτῆς δικαιώματος τῆς ὑπάτης πνευματικῆς ἐξουσίας καὶ προστασίας ἐπὶ τῶν ἐν τῇ διασπορᾷ καὶ ἔξω τῶν καθορισμένων ὁρίων τῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν». Η Πράξη επισημαίνει ειδικότερα ότι αυτές οι κοινότητες ήταν «ελληνόφωνες» και επειδή η Εκκλησία της Ελλάδος απέτυχε να οργανώσει τις εν λόγω κοινότητες, η Κωνσταντινούπολη ανακτούσε το δικαίωμα επί της Διασποράς, «ἐν τῷ ἀπαραγράπτῳ δικαιώματι αὐτῆς τοῦ διέπειν καὶ διαχειρίζεσθαι αὐτεξουσίως τὴν ἀπὸ τῶν ἱερῶν κανόνων καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως ἀνήκουσαν αὐτῇ κανονικὴν ἐξουσίαν, ἐν  ᾗ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπὶ τῶν ἔξω καὶ ἐν τῇ διασπορᾷ Ὀρθοδόξων Παροικιῶν ἐκκλησιαστικὴ ἐποπτεία». Επομένως, η Πράξη μεταπηδά από την έμφαση στους ελληνόφωνους, σε όλες τις Ορθόδοξες κοινότητες ανεξαρτήτως εθνικότητας ή γλώσσας. Προκειμένου να αρθεί κάθε αμφιβολία ως προς την επεκτατικότητα αυτής της διεκδίκησης, στην προτελευταία παράγραφο η Πράξη φτάνει στην κορύφωσή της:

«ἀποκαθίστησι δὲ καὶ αὖθις πλήρη καὶ ἀκέραια τὰ κανονικὰ κυριαρχικὰ αὐτῆς δικαιώματα τῆς ἀμέσου ἐποπτείας καὶ διακυβερνήσεως ἐπὶ πασῶν ἀνεξαιρέτως τῶν ἔξω τῶν ὁρίων ἑκάστης ἐπὶ μέρους Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ἐν τε Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἀλλαχοῦ εὑρισκομένων Ὀρθοδόξων Παροικιῶν, ὑπάγουσα καὶ αὖθις αὐτὰς ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτῆς ἐκκλησιαστικὴν ἐξάρτησιν καὶ χειραγωγίαν καὶ ὁρίζουσα ὅπως πρὸς αὐτὴν μόνον ἔχωσιν αὗται ἐφεξῆς τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν καὶ παρ’αὐτῆς τὸ κῦρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς συγκροτήσεως καὶ ὑποστάσεως αὐτῶν…»

Στη συνέχεια, στις 17 Μαΐου, ο Μελέτιος και η περί αυτόν Ιερά Σύνοδος εξέδωσαν Τόμο ιδρύσεως της Αρχιεπισκοπής Βορείου και Νοτίου Αμερικής ως επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο εν λόγω Τόμος του Μαΐου αρχίζει επαναλαμβάνοντας τη θεωρία «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς»: «Τῶν ὀρθοδόξων παροικιῶν τῶν ἔξω κανονικῶν ὁρίων ἑκάστης τῶν ἐπὶ μέρους Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν εὑρισκομένων τὴν ποιμαντικὴν διακυβέρνησιν τῷ Ἁγιωτάτῳ Ἀποστολικῷ Πατριαρχικῷ Οἰκουμενικῷ Θρόνῳ αἱ κανονικαὶ διατάξεις καὶ ἡ διὰ τῶν αἰώνων πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας ἀναγράφουσιν».  

Σε αντίθεση με τον Τόμο του 1908, που αρχίζει με μια εκτεταμένη διεκδίκηση επί της εδαφικής δικαιοδοσίας, αλλά στη συνέχεια μετατοπίζει την έμφαση μόνον στην ελληνική Διασπορά, ενώ σε αντίθεση με την προηγούμενη Πράξη του Μαρτίου 1922, που ανακάλεσε τον Τόμο του 1908, ο Τόμος του 1922 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά στην εθνική καταγωγή. Ο Τόμος ορίζει ότι: «ὅπως ἀπὸ τοῦ νῦν πᾶσαι αἱ ἐν Ἀμερικῇ Βορείῳ καὶ Νοτίῳ εὑρισκόμεναι ὀρθόδοξοι παροικίαι καὶ οἱαιδήτινες ὀρθόδοξοι ἐκκλησιαστικαὶ συσσωματώσεις αἵ τε νῦν ὑφιστάμεναι καὶ ἐν τῷ ἐφεξῆς χρόνῳ ἱδρυθησόμεναι γνωρίζωνται ὡς μέλη σώματος ἑνὸς, ὅπερ ἐστὶ ἡ ‘Ὀρθόδοξος Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς Βορείου καὶ Νοτίου». Δεν αναφέρει «Ελληνική Αρχιεπισκοπή»αλλά «Ορθόδοξος Αρχιεπισκοπή».

Η Πράξη φαίνεται να οραματίζεται την Αρχιεπισκοπή ως το μοναδικό κανονικό σώμα για όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς στη Βόρεια και Νότια Αμερική. Η Αρχιεπισκοπή, ωστόσο, δεν έλαβε ποτέ τον πανορθόδοξο χαρακτήρα, ο οποίος φαίνεται να υποδηλώνεται από τον Τόμο. Το αρχικό καταστατικό της Αρχιεπισκοπής, το οποίο επίσης το 1922, αναφέρεται σ’ αυτήν ως Ελληνική Αρχιεπισκοπή, που προορίζεται για εκείνους τους ορθόδοξους χριστιανούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν την ελληνική ως γλώσσα της λατρείας τους. Το Καταστατικό τονίζει ειδικότερα ότι η Αρχιεπισκοπή υπάρχει για να οργανώνει την πνευματική ζωή των Ελλήνων και των ορθοδόξων Αμερικανών ελληνικής καταγωγής.

***

Αυτές οι δύο Πράξεις του Μελετίου και της περί αυτόν Συνόδου ήταν μόνο ένα μέρος της καταιγιστικής δραστηριότητας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τον Μάρτιο, τον ίδιο μήνα που ανεκλήθη ο Τόμος του 1908, ο Μελέτιος διεξήγε επί μια εβδομάδα διαπραγματεύσεις με μια σερβική ορθόδοξη αντιπροσωπεία για το αυτοκέφαλο της Σερβικής εκκλησίας. Με άλλο Τόμο ιδρύθηκε η Μητρόπολη Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας με σκοπό την επίβλεψη των παροικιών της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Ο Τόμος για τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική ήρθε τον Μάιο, ενώ τον Σεπτέμβριο ο Μελέτιος εξέδωσε εγκύκλιο για το έγκυρο των αγγλικανικών χειροτονιών.

Η εκλογή του Μελετίου και όλη αυτή η δραστηριότητα, που μόλις περιέγραψα, έλαβαν χώρα σε μια περίοδο αδιεξόδου στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, εν μέσω μιας ανάπαυλας γεμάτης ένταση πριν την Μικρασιατική Καταστροφή. Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο, όταν ο Μελέτιος ενθρονίστηκε και ανακάλεσε τον Τόμο του 1908, οι σύμμαχοι με επικεφαλής τη Βρετανία, διεξήγαγαν διπλωματικές συναντήσεις στο Λονδίνο, επιχειρώντας να μεσολαβήσουν για μια ανακωχή. Ο Ατατούρκ δεν συμφωνούσε, ενώ οι Έλληνες αποκαρδιώνονταν και διχάζονταν όλο και περισσότερο. Τις εβδομάδες που προηγήθηκαν την έκδοση του Τόμου για τη Διασπορά, η σοβιετική κυβέρνηση, η οποία ήταν τότε απασχολημένη με τον διωγμό της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, έστελνε μεγάλα χρηματικά ποσά ως βοήθεια στην Τουρκία. Οι Έλληνες άρχισαν αν επικεντρώνονται στην Κωνσταντινούπολη, καθώς όλοι ρίσκαραν με την ελπίδα της νίκης.

Αυτό είναι το πλαίσιο, στο οποίο ο Μελέτιος και η περί αυτόν Σύνοδος ανακάλεσαν τον Τόμο του 1908 και ίδρυσαν την Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής. Το μέλλον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Ορθοδοξίας, όχι μόνο στην Τουρκία, αλλά και στη Ρωσία, και μάλιστα οπουδήποτε αλλού, ετέθη ξαφνικά υπό αμφισβήτηση. Οι μεγάλες αυτοκρατορίες, που επί αιώνες καθόρισαν τις τύχες του ορθόδοξου κόσμου– Ρωσική, Οθωμανική και Αυστροουγγρική– ξαφνικά κατέρρευσαν, ενώ τη θέση τους κατέλαβε η αβεβαιότητα στην καλύτερη των περιπτώσεων και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν διωγμοί και καταστροφές. Σε αυτό το πλαίσιο ο Μελέτιος, ίσως ο πλέον δημιουργικός, φιλόδοξος και πολιτικά σκεπτόμενος Πατριάρχης στην ιστορία, αναδιοργάνωσε ριζικά τον ίδιο τον θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επαναπροσδιορίζοντας τον σκοπό του ως δημιουργός της επεκτατικής θεωρίας για τα εδάφη «ἐν τοῖς βαρβαρικοῖς», τα οποία πλέον κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου.


Μια εκτενέστερη εκδοχή της παραπάνω μελέτης παρουσιάστηκε αρχικά στο συνέδριο «Τα 100 χρόνια της Ελληνικής Αρχιεπισκοπής», στην Ελληνορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, στις 7 Οκτωβρίου 2022. Το πλήρες κείμενο της αρχικής εισήγησης με τις υποσημειώσεις και τους συνδέσμους προς τα έγγραφα του 1908 και του 1922 (ελληνικά πρωτότυπα και αγγλικές μεταφράσεις) είναι διαθέσιμο στη σελίδα https://orthodoxhistory.org/2022/10/12/the-origins-of-the-barbarian-lands-theory/.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

About authors

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ