Εκκλησιαστική ζωή και Ποιμαντική, Οικουμενικές και Διαθρησκειακές Σχέσεις

Η Αναβίωση του Asbury και η Τεσσαρακοστή: Μια Ορθόδοξη Άποψη

Δημοσιεύθηκε στις: 28 Φεβρουαρίου, 2023
Σύνολο προβολών 53
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 4 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Από τον Paul Gavrilyuk

Στις 8 Φεβρουαρίου, οι φοιτητές που συγκεντρώθηκαν για μια συνηθισμένη λατρευτική ακολουθία σε ένα παρεκκλήσι του Πανεπιστημίου Asbury, ενός μικρού χριστιανικού κολλεγίου στο Wilmore του Κεντάκι, ένιωσαν την ανάγκη να παραμείνουν εκεί. Συνέχισαν να προσεύχονται με τα χέρια τους προς τον ουρανό, προβαίνοντας σε δημόσιες εξομολογήσεις μετάνοιας και δοξολογώντας για ώρες τον Θεό. Η ασταμάτητη ακολουθία συνεχίστηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο για δύο εβδομάδες, με πάνω από 50.000 ανθρώπους που ήρθαν από άλλες πολιτείες, ακόμη και από άλλες χώρες για να βιώσουν αυτό το εκστατικό φαινόμενο. Όταν οι πανεπιστημιακές αρχές αναγκάστηκαν να σταματήσουν την ακολουθία αυτήν την Κυριακή στις 26 Φεβρουαρίου, η κοσμοσυρροή του Asbury οδήγησε σε νέες θρησκευτικές αναζωπυρώσεις στο Οχάιο, το Τενεσί και αλλού.  

Το Πανεπιστήμιο του Asbury είναι ένα κολλέγιο, το οποίο ακολουθεί την θεολογική παράδοση του Γουέσλεϋ και χαρακτηρίζεται από μια καθιερωμένη ιστορία αναβιώσεων. Τέτοιου είδους αναβιώσεις έχουν λάβει χώρα στην πανεπιστημιούπολη του Asbury τα έτη 1905, 1908, 1921, 1950, 1958, 1970, 1992 και 2006. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο πρώιμος Μεθοδισμός ήταν ένα έντονο ιεραποστολικό κίνημα, το οποίο διακρίθηκε από τις αναβιώσεις, που κήρυξαν ηγέτες όπως ο Francis Asbury και ο John Wesley. Οι εν λόγω αναβιώσεις αποτελούσαν συνάξεις προσευχής που συνοδεύονταν από την φανέρωση έντονων συναισθηματικών καταστάσεων, όπως κλαυθμών, εξομολογήσεων, ομολογιών πίστης, ενώ συνήθως κατέληγαν σε εκκλήσεις αφιέρωσης στον Χριστό επί του βωμού ή προσκλήσεις για την διενέργεια τέτοιων αφιέρωσεν. Οι προσήλυτοι αποδέχτηκαν τις αναβιώσεις ως φαινόμενα έκχυσης του Αγίου Πνεύματος για την αναγέννηση του ατόμου και της εκκλησίας, ενώ συχνά αποτελούσαν απαντήσεις σε συγκεκριμένες κρίσεις. Οι επικριτές, ωστόσο, συχνά περιφρονούσαν τις αναβιώσεις ως φαινόμενα μαζικής υστερίας και εκφράσεις αχαλίνωτου συναισθηματισμού (ή «ενθουσιασμού», όπως ονομάστηκε τον 19ο αιώνα).  

Οι Ορθόδοξοι παρατηρητές, όσοι τυχόν δίνουν προσοχή σε ό,τι συμβαίνει στον Προτεσταντισμό, είναι συχνά επιφυλακτικοί. Λόγω των πολιτισμικών διαφορών, οι αναβιώσεις του 19ου αιώνα ξενίζουν την Ορθοδοξία. Οι εκ γενετής Ορθόδοξοι από τις παραδοσιακά Ορθόδοξες χώρες δυσκολεύονται να εκτιμήσουν τις αναβιώσεις, επειδή δεν αποτελούν μέρος του θρησκευτικού τους υπόβαθρου. Οι νεοφώτιστοι στην Ανατολική Ορθοδοξία τις έχουν βαρεθεί, επειδή τις συνδέουν με κάτι εντελώς «δυτικό», ενώ οι αναγνώστες του εν λόγω άρθρου το πιθανότερο είναι ν’ ανήκουν σε μια από τις δύο παραπάνω ομάδες.

Ωστόσο, όταν αφήσουμε κατά μέρος τις επιφάσεις των πολιτιστικών μορφών, υφίστανται βαθύτερες πλευρές, στις οποίες οι Ορθόδοξοι θα μπορούσαν να ανιχνεύσουν ορισμένα σημεία επαφής της δικής τους εκκλησιαστικής εμπειρίας με τις προτεσταντικές αναβιώσεις. Στη μοναστική μας παράδοση, για παράδειγμα, οι Ησυχαστές προσπάθησαν κυριολεκτικά να εφαρμόσουν την εντολή του Αποστόλου Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5:17). Ας ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τον πρωταγωνιστή του κλασικού ρωσικού πνευματικού έργου του δέκατου ένατου αιώνα «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητή», ο οποίος απαγγέλει διαρκώς την Προσευχή του Ιησού μέρα και νύχτα. Τελικά, ο προσκυνητής λαμβάνει τη χάρη των δακρύων, βιώνοντας τη συγκλονιστική χαρά και τη μόνιμη αίσθηση της παρουσίας του Χριστού. Ακόμη και όσοι είναι επιφυλακτικοί ως προς την ιστορικότητα των περιπετειών του προσκυνητή θα παραδεχτούν ότι η παράδοση της αδιάλειπτης προσευχής είναι σημαντικό στοιχείο του Ορθόδοξου μοναχισμού. Το 5ο αιώνα στην ελληνική Ανατολή, υπήρχε το μοναστικό κίνημα των «Ακοίμητων», οι οποίοι τελούσαν τις ακολουθίες αδιάκοπα, νυχθημερόν, όπως οι φοιτητές στο παρεκκλήσι του Πανεπιστημίου του Asbury. Το κίνημα των «Ακοιμήτων» απέκτησε επιρροή στην Κωνσταντινούπολη, όταν το περίφημο Μοναστήρι του Στουδίου κατέστη κέντρο του.

Το δεύτερο εξίσου σημαντικό παράδειγμα είναι οι ακολουθίες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στην οποία εισερχόμαστε αυτήν την εβδομάδα. Αυτές οι ακολουθίες τείνουν να είναι μεγαλύτερες από εκείνες που τελούνται κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου λειτουργικού έτους. Κατά την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδας η διάρκεια των ακολουθιών αυξάνεται: από τον Όρθρο του Νυμφίου και την Ακολουθία των Αγίων Παθών, έως την Πασχαλινή Αγρυπνία και Πανηγυρική Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως. Αυτές οι ακολουθίες συνετέθησαν και επεξεργάστηκαν σταδιακά από γενιές βυζαντινών υμνογράφων και εκκλησιαστικών ηγετών, που όπως και οι φοιτητές στο παρεκκλήσι του Asbury, δεν μπορούσαν να φύγουν από την εκκλησία. Αν και αυτές οι μακροσκελείς ακολουθίες αντανακλούν τον αρχικό «χαρισματικό» μαξιμαλισμό, με την αλλαγή της ηγεσίας και την «ρουτινοποίηση του χαρίσματος» (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του κοινωνιολόγου Μαξ Βέμπερ), η διάρκεια των ακολουθιών άρχισε να θεωρείται επαχθής, καθιστώντας αναγκαία την προσαρμογή και τη συντόμευση. Θα πρέπει επισημάνουμε μια προφανή διαφορά μεταξύ της Ορθόδοξης Τεσσαρακοστής και της αναβίωσης του Asbury: η πρώτη αποτελεί έναν τακτικό, ετήσιο κύκλο ακολουθιών που προβλέπεται από το Τριώδιο, ενώ η δεύτερη είναι ένα αυθόρμητο και απροσχεδίαστο γεγονός. Μια αυθεντική αναβίωση δεν μπορεί να ενορχηστρωθεί. Το ίδιο Πνεύμα, ωστόσο, μπορεί να πνέει τόσο στην απλότητα μιας αυθόρμητης αναζωπύρωσης, όσο και στον λειτουργικό πλούτο μιας τακτικής ακολουθίας της Τεσσαρακοστής.

Όταν ήμουν μόλις είκοσι χρονών, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που διαμόρφωσε καθοριστικά τη ζωή μου, είχα το προνόμιο να σπουδάσω υπό τον William J. Abraham (1947-2021), ο οποίος ήταν ένας από τους πρώτης τάξεως φιλοσόφους, με σπουδές στην Οξφόρδη, καθώς και ένας παγκόσμιας κλάσης θεολόγος, Μεθοδιστής πάστορας και ιεραπόστολος· ήταν πράγματι ένας άγιος άνθρωπος. Επειδή είχα την ευκαιρία να τον συνοδεύσω στα ιεραποστολικά του ταξίδια σε μέρη τόσο μακρινά όσο το Καζακστάν και η Κόστα Ρίκα, τρέφω μια εκτίμηση από πρώτο χέρι για τις συναθροίσεις προσευχής των Μεθοδιστών που οδηγούν σε τοπικές και πιο σεμνές εκχύσεις του Αγίου Πνεύματος. Αυτά τα βιώματα με έχουν επηρεάσει τόσο βαθιά σχεδόν όσο και η εκκλησιαστική εμπειρία της δικής μου παράδοσης. Εκτός, όμως, από την προσωπική μου εμπειρία, υπάρχουν και άλλοι λόγοι για τους οποίους η αναβίωση του Asbury θα πρέπει να εμπνέει συγκρατημένη αισιοδοξία.

Η Αναβίωση του Asbury διακρίνεται από ορισμένα αρχικά σημάδια αυθεντικότητας: ξεκίνησε χωρίς τα ειδικά εφέ των σύγχρονων γιγαντιαίων εκκλησιών και χωρίς τη συμμετοχή διάσημων ιεροκηρύκων, δίχως διαφημίσεις από τα ΜΜΕ, αλλά με σεμνότητα και απλότητα. Επί του παρόντος, δεν υφίστανται ενδείξεις για κίνητρο κέρδους από αυτή την προσπάθεια ή για κάποια οργανωμένη απόπειρα πολιτικής συνδιαλλαγής για την εξυπηρέτηση κάποιας συγκεκριμένης ατζέντας. Η πιο σημαντική δοκιμασία της αυθεντικότητας θα είναι οι καρποί που θα φέρει η εν λόγω αναβίωση στη ζωή της εκκλησίας. Ελπίζω και προσεύχομαι ότι θα αλλάξει τις ζωές πολλών ανθρώπων και ότι κάποιοι νέοι θα λάβουν την κλήση να διακονήσουν, καθώς και το ότι η αυθεντικότητα της εν λόγω κλήσης θα δοκιμαστεί με τη σειρά της από τον χρόνο και τη διάκριση του εκκλησιαστικού οργανισμού.

Το Άγιο Πνεύμα, όπως ακριβώς και ο άνεμος «όπου θέλει πνει» (Ιω. 3:8), συμπεριλαμβανομένου του παρεκκλησίου του Asbury. Καθώς Καθολικοί και Ορθόδοξοι εισέρχονται στην Τεσσαρακοστή, θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι για την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, αθόρυβα, αν όχι με τη φωτιά τη αναζωπύρωσης, τότε ως «φωνή αύρας λεπτής» (Βασιλείων Γ’). Αν θέλουμε η Τεσσαρακοστή να καταστεί μια περίοδος γνήσιας αναβίωσης και όχι απλώς ευσεβούς ρουτίνας, θα πρέπει όλοι μας να πασχίσουμε να υποδεχθούμε το θρόισμα του Αγίου Πνεύματος στις καρδιές μας.


Ο Paul L. Gavrilyuk είναι καθηγητής στην έδρα Θεολογίας και Φιλοσοφίας «Aquinas», στο Θεολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου St. Thomas, καθώς και ιδρυτής και πρόεδρος της Διεθνούς Ορθόδοξης Θεολογικής Ένωσης (IOTA).

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ