Δημόσια ζωή

Το Πνεύμα της Χριστιανικής ΕλευθερίαςΑρχιεπίσκοπος Αρτέμιος

Δημοσιεύθηκε στις: 19 Μαΐου, 2023
Σύνολο προβολών 23
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 8 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Το πνεύμα της χριστιανικής ελευθερίας είναι ένα δώρο, το οποίο στην Ορθοδοξία μετά το πέρας στης Σοβιετικής περιόδου, δεν έχει υιοθετηθεί ούτε εκτιμηθεί επαρκώς. Οι άνθρωποι που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της Σοβιετικής περιόδου, έχοντας στερηθεί την εμπειρία της ελευθερίας, απέτυχαν, ως επί το πλείστον, να κατανοήσουν την Ορθοδοξία ως απελευθερωτική εμπειρία. Μάλλον το αντίθετο συνέβη, η ενασχόληση με την πνευματική ζωή κατέστη ένα βολικό υποκατάστατο της σοβιετικής ιδεολογίας. Η πορεία προς τη συγκρότηση της μετασοβιετικής πολιτικής θρησκείας, η οποία σήμερα έχει λάβει πλέον τρομερές μορφές, ήταν σταδιακή και για πολλούς, κάθε άλλο παρά προφανής. Ένας εκ των οποίων που αναφερόταν συνέχεια και με σαφήνεια για το κίνδυνο αυτού του είδος της υποκατάστασης ήταν ο Αρχιεπίσκοπος του Γκρόντνο και Βολκόβισκ Αρτέμιος (Κιστσένκο). Η ανησυχία που συνδεόταν με την αντικατάσταση του χριστιανικού ευαγγελίου από μια νέα ιδεολογία αποτελούσε ένα από τα κύρια θέματα του κηρύγματός του εδώ και πολλά χρόνια. Σε μια εποχή κατά την οποία η κρίση της Ρωσικής Ορθοδοξίας δεν ήταν ακόμη τόσο εμφανής, η συχνή αναφορά στο θέμα της υποκατάστασης φαινόταν σε πολλούς ως μια εμμονή, σαν να έχει κολλήσει η βελόνα σε ένα όχι και τόσο επίκαιρο θέμα. Παρ’ όλα αυτά, μετά τα γεγονότα του 2020 στη Λευκορωσία και το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς και την ενεργό υποστήριξη της ρωσικής επιθετικότητας εκ μέρους της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποδείχθηκε ότι τέτοιου είδους προειδοποιήσεις δεν ήταν διόλου μάταιες.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος, ο οποίος εκοιμήθη στις 22 Απριλίου 2023, ήταν ένας άνθρωπος που διακρινόταν από μια αξιοσημείωτη αίσθηση της χριστιανικής ελευθερίας και θάρρους. Ο κανόνας της ζωής του ήταν τα λόγια του ευαγγελίου: «Μη φοβού· μόνο πίστευε!» (Κατά Λουκάν 8:50). Παρατηρώντας τον, αναρωτιόμουν συχνά: γιατί είναι τόσο διαφορετικός από τους άλλους ιεράρχες της Εκκλησίας αναφορικά με την ελευθερία; Πώς προέκυψε και αναπτύχθηκε εντός του αυτό το χάρισμα; ‘Ηταν αδύνατο να λάβω μια άμεση απάντηση από τον ίδιο στα εν λόγω ερωτήματα. Γι’ αυτό ρωτούσα τον Βλαντίκα[1] Αρτέμιο πολλά για τη ζωή του: σχετικά με τις σχέσεις, τις αναζητήσεις του, τα βιβλία που διαβάζει και τους ανθρώπους στην κοινότητά μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προσπάθησα να κατανοήσω την πορεία της διαμόρφωσής του.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος χαρακτηριζόταν από μια δυσανεξία για κάθε είδους ιδεοληψία, καθώς και για τα ψεύδη που τις συνόδευαν. Δεν ανεχόταν τη διπροσωπία και την υποκρισία. Ο λόγος γι’ αυτή του την στάση ήταν το βαθύ προσωπικό τραύμα που του προξένησαν τα ψέματα της σοβιετικής ιδεολογίας και το καταναγκαστικό της σύστημα. Αυτή η σύγκρουση, η οποία ξεκίνησε όταν πήγαινε ακόμη σχολείο, επηρέασε έντονα τις οικογενειακές του σχέσεις, τις φιλίες του οδηγώντας των στην κατηγορηματική απόρριψη αυτής της κοσμοθεώρησης. Η συνάντηση με τον Χριστό στα νεανικά του χρόνια κατέστη για τον μέλλοντα αρχιεπίσκοπο μια συνάντηση με την Αιώνια Αλήθεια και του χάρισε μια αίσθηση εσωτερικής ελευθερίας εντός μιας κατά τ’ άλλα ανελεύθερης κοινωνίας. Αυτή ακριβώς η εμπειρία καθόρισε πολλά στη ζωή του. Εισερχόμενος στην Εκκλησία, έγινε κατά μία έννοια απόκληρος και δεν φοβήθηκε να συνεχίσει έτσι και για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Χριστός  παρέμεινε για πάντα το καταφύγιο του από το ψεύδος και την υποκρισία. Η εν λόγω εμπειρία ίσχυε εξίσου και στην εκκλησιαστική ζωή, όταν ερχόταν αντιμέτωπος με τη διπροσωπία, τον φαρισαϊσμό του ποιμνίου και συναδέλφων του ιερέων.

Η απροσδόκητη απόκτηση πολιτικής και εκκλησιαστικής ελευθερίας μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν, όπως το αντιλαμβανόταν ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος το μεγαλύτερο δώρο του Θεού που έλαβε η Ρωσική Εκκλησία μέσω των προσευχών πολλών νεομαρτύρων. Η Εκκλησία ελευθερώθηκε και επρόκειτο να πορευθεί στην κοινωνία σύμφωνα με το ιδανικό της ελευθερίας. Γνωρίζοντας την ιστορία, ο αρχιεπίσκοπος διέκρινε τον τεράστιο κίνδυνο της αναβίωσης διαφόρων ειδών «συμφωνίας» ή της εγκαθίδρυσης ψευδαισθήσεων εδραίωσης ορθόδοξου κράτους. Ήταν προφανές για τον ίδιο ότι τέτοιες συμμαχίες θα οδηγούσαν σε μια νέα υποδούλωση την Εκκλησία, καθώς και σ’ ένα τραγικό υποκατάστατο του ευαγγελικού τρόπου ζωής. Με πικρία παρακολουθούσε καθώς η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, βήμα προς βήμα, ξεπουλούσε το δώρο της ελευθερίας με αντάλλαγμα κάποια κρατικά προνόμια ή οικονομική βοήθεια. Παρατηρώντας την Ορθοδοξία εντός της νεωτερικότητας, ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος πάντα υπογράμμιζε την ευνοϊκότερη θέση των εκκλησιαστικών κοινοτήτων και των εκκλησιών που δεν εξαρτώνται από το κράτος και την κρατική επιχορήγηση. Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Αρτέμιο, η ανάγκη ανεξάρτητης επίλυσης προβλημάτων και διαφόρων ζητημάτων, χωρίς εξωτερική υποστήριξη, ενισχύει την ενότητα των χριστιανικών κοινοτήτων και προσεγγίζει τη ζωή τους με το χριστιανικό ιδεώδες της πρώιμης Εκκλησίας. 

Εντός των ορίων της επισκοπής του υπερασπιζόταν με συνέπεια την ανεξαρτησία της Εκκλησίας από τις κρατικές αρχές, γεγονός που ουκ ολίγες φορές τον οδήγησε σε συγκρούσεις. Απέκτησε την φήμη ενός «σκανδαλώδους» και αδιάλλακτου επισκόπου, τόσο σε εκκλησιαστικούς όσο και σε κοσμικούς κύκλους της Λευκορωσίας. Και κατά μία έννοια πράγματι ήταν. Ωστόσο, ήταν δυνατόν να επιτευχθεί συμφωνία μαζί του όταν δεν διακυβεύονταν οι αρχές και η συνείδηση του. Απ’ την άλλη πλευρά, όταν ακόμη και κάποιος με μεγάλη δύναμη και εξουσία, παραβίασε την ελευθερία και αυτονομία της Εκκλησίας προσπαθώντας να επιβάλει αμφιλεγόμενες αποφάσεις, τότε ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος ήταν άμεσος και σκληρός στην επίπληξή του. Εν μέσω τέτοιων στιγμών, δεν αναλογιζόταν τις πιθανές αρνητικές συνέπειες και τα προβλήματα. Όταν η κατάσταση απαιτούσε μια σαφή χριστιανική αντίδραση, ο ίδιος την ακολουθούσε αμέσως.

Η ένταση δεν ήταν αισθητή μόνο στις αλληλεπιδράσεις με το κράτος και την κοινωνία των πολιτών αλλά και στην οξύτητα που επικρατούσε κατά καιρούς στο εσωτερικό της Εκκλησίας. Ο επίσκοπος του Γκρόντνο δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τα θρησκευτικά αισθήματα του ποιμνίου του. Η αντικατάσταση του Ευαγγελίου του Χριστού με διάφορα είδη εκκλησιαστικών παραδόσεων,  αναζήτηση θαυμάτων και «χαρισματικών» γερόντων, την τυπολατρία και τον τεχνητό θρησκευτικό ενθουσιασμός σχετικά με ιερούς τόπους προκαλούσαν πάντοτε την ανελέητη κριτική του Αρχιεπισκόπου Αρτέμιου. Το κήρυγμά του ήταν πάντα χριστοκεντρικό. Δίδασκε στο ποίμνιό του την προσωπική ευθύνη ενώπιον του Θεού και της συνείδησής τους. Κατέπνιγε με τον λόγο του κάθε επιδίωξη για θρησκευτική εξύψωση και ενθάρρυνε την πνευματική νηφαλιότητα. Η εν λόγω προσέγγιση διέφερε έντονα από το γενικότερο πνευματικό κλίμα σε πολλές επισκοπές της Λευκορωσικής Εξαρχίας. Συνεπώς, ένα μεγάλο τμήμα της Ορθόδοξης κοινότητας στη Λευκορωσία δεν τον θεωρούσε αρκετά «χαρισματικό» ή ακόμη και αρκετά «ευσεβή».

Ο Βλαντίκα Αρτέμιος κατάλαβε ότι η υπέρβαση της τυπολατρίας στην Ορθοδοξία ήταν δυνατή μόνο μέσω μιας στιβαρής θρησκευτικής εκπαίδευσης και κατήχησης. Επομένως κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμόρφωσε τον κλήρο της επισκοπής του. Τα μορφωτικά προσόντα του κλήρου της Επισκοπής Γκρόντνο, χάρη στην πολιτική επιλογής προσωπικού του Αρχιεπισκόπου, έφθασαν στο υψηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με τις άλλες επισκοπές της Λευκορωσικής Εξαρχίας κατά τα πρώτα χρόνια της αρχιεπισκοπικής του διακονίας και παρέμειναν έτσι μέχρι την βίαιη «συνταξιοδότηση» του Αρχιεπισκόπου Αρτεμίου. Ο ίδιος ξεκίνησε μια σειρά από αποτελεσματικά κατηχητικά, εκπαιδευτικά και πολιτιστικά έργα. Το Διεθνές Χορωδιακό Φεστιβάλ «Κωδονοκρουσία της Καλόζσκα» το οποίο συνένωσε χορωδίες από 15 ευρωπαϊκές χώρες, λάμβανε χώρα κάθε χρόνο στο Γκρόντνο. Το ενοριακό κέντρο του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Σκέπης αποτέλεσε τόπο συνάντησης για τους ανθρώπους της διανόησης στο Γκρόντνο. Εκεί λάμβαναν χώρα τακτικά μουσικές και λογοτεχνικές-ποιητικές βραδιές, καθώς και εκθέσεις ζωγραφικής, ενώ οι εν λόγω συναντήσεις διακρίνονταν πάντοτε για το υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο των συμμετεχόντων. Το σύστημα κατήχησης που ο ίδιος ανέπτυξε σε επισκοπικό επίπεδο δεν είχε το ανάλογό του στη Λευκορωσία. Στο Γκρόντνο επίσης, λειτούργησε η Θεολογική Ακαδημία για λαϊκούς με εξαετές πρόγραμμα θεολογικής εκπαίδευσης, στο οποίο συμμετείχε ενεργά και ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος, ενώ σε όλες τις ενορίες της επισκοπής τα ζευγάρια που προετοιμάζονταν για γάμο, καθώς και οι νονοί προτού συμμετάσχουν στο Μυστήριο του Βαπτίσματος, παρακολουθούσαν υποχρεωτικά δύο μαθήματα κατήχησης.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος ανησυχούσε ιδιαίτερα και ενοχλείτο από την αντικατάσταση του μηνύματος του Ευαγγελίου με ψευδοεκκλησιαστικά θρησκευτικά υποκατάστατα πολιτικών και ψευδοπατριωτικών προεκτάσεων. Ίσως σε αυτόν ακριβώς τον τομέα να έγιναν εμφανείς οι κύριες αποκλίσεις μεταξύ των απόψεων του Αρχιεπισκόπου Αρτεμίου και της λεγόμενης επίσημης θέσης της Ρωσικής Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένης της Εξαρχίας της Λευκορωσίας. Ενώ αρχικά, ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος εναπόθεσε μεγάλες ελπίδες για ευεργετικές αλλαγές στην εκκλησιαστική ζωή με την εκλογή του Μητροπολίτη Κυρίλλου ως Πατριάρχου, αργότερα αντιλήφθηκε ότι οι δραστηριότητες του τελευταίου κατέπνιγαν το ζών πνεύμα της εκκλησιαστικής ζωής αντικαθιστώντας το κήρυγμα του Ευαγγελίου με μια ιδεολογία. Η απογοήτευσή του ήταν ακόμη μεγαλύτερη, επειδή η ιστορία της σχέσης μεταξύ του Πατριάρχη Κύριλλου και του Αρχιεπισκόπου Αρτεμίου ξεκίνησε από τη Θεολογική Ακαδημία του Λένινγκραντ, όπου ο πρώτος ήταν πρύτανης και ο δεύτερος φοιτητής και τελείωσε με τον Πατριάρχη να υπογράφει άμεσα την πράξη απομάκρυνσης του Αρχιεπισκόπου Αρτεμίου από την επισκοπική έδρα. Ενώ όταν απεβίωσε ο αρχιεπίσκοπος, ο Πατριάρχης δεν αφιέρωσε  ούτε λίγες λέξεις για να εκφράσει τα συλλυπητήριά του.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος αντιλαμβανόταν την ιστορία της Εκκλησίας ως ιστορία μαρτυρίας. Η ακλόνητη πίστη στη χριστιανική αλήθεια καθόριζε γι’ αυτόν την εικόνα της αληθινής Εκκλησίας. Επομένως απέρριπτε κατηγορηματικά τον καιροσκοπισμό και τον συμβιβασμό με το ψεύδος και το κακό. Αγαπημένοι του άγιοι ήταν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Φίλιππος της Μόσχας, ο Αρσένιος (Ματσιέβιτς), ο Πατριάρχης Τύχων και το πλήθος νεομαρτύρων της Ρωσίας. Το ιδεώδες του ήταν μια Εκκλησία απαλλαγμένη από την κηδεμονία του κράτους, δηλαδή όπως ήταν η εποχή της Εκκλησίας πριν τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο. Μιλώντας για τις πράξεις των νεομαρτύρων, τόνιζε ότι η μαρτυρία τους δεν ήταν μόνο μια αντιπαράθεση ενάντια στην αθεΐα αλλά και ένας αγώνας που εξέφραζε την χριστιανική στάση απέναντι στην ανθρωπότητα και την υπεράσπιση του δικαιώματος της Εκκλησίας και του ανθρώπου στην ελευθερία, στην πίστη, τη δράση και τον λόγο.

Προσωπική πρόκληση για τη χριστιανική και ποιμαντική συνείδηση του Αρχιεπισκόπου Αρτεμίου αποτέλεσε η πολιτική κρίση του 2020, όταν η Λευκορωσία συγκλονίστηκε από την έντονη βία, τους βασανισμούς και τη δίωξη των ειρηνικών διαδηλωτών που διαμαρτύρονταν ενάντια στα ψέματα και ζητούσαν τη δημοκρατική μεταρρύθμιση της χώρας τους. Οι ιδεολογικοί κληρονόμοι του Ντζερζίνσκι και οι υποστηρικτές της σοβιετικής παλινόρθωσης διενέργησαν μια πλήρους κλίμακας τρομοκρατία σε πολλές πόλεις της Λευκορωσίας. Τότε ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος εξέδωσε μια επιστολή στην οποία καταδίκασε ρητά τη βία, τη νοθεία και ευλόγησε όσους μαρτυρούσαν την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια. Λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση της επιστολής, όταν η βαρβαρότητα των διωκτικών αρχών της Λευκορωσίας είχε ως αποτέλεσμα τα πρώτα θύματα, καθώς έγινε γνωστή η φρίκη των βασανιστηρίων στο κέντρο κράτησης του Οκρεστίν, ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος εκφώνησε το περίφημο κήρυγμά του, στο οποίο, με τον σφοδρό και πύρινο ποιμαντικό του λόγο, κατήγγειλε απερίφραστα τη βία και όλους τους δράστες της. Οι ιερείς της επισκοπής του Γκρόντνο, με την ευλογία του επισκόπου τους, έστερξαν να βοηθήσουν και να παράσχουν τρόφιμα στους φυλακισμένους και ακρωτηριασμένους.  

Γνωρίζοντας την πραγματική κατάσταση στην Λευκορωσία υπό το αυταρχικό καθεστώς του Λουκασένκο, ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος κατάλαβε ότι το κράτος δεν θα τον ανεχόταν για πολύ ακόμα. Λόγω των ομιλιών και των πράξεών του είχε καταστεί ένας απειλητικός εχθρός για το καθεστώς Λουκασένκο. Ο επίσκοπος του Γκρόντνο γνώριζε ότι είχε ξεπεράσει τα όρια και έδρασε με πλήρη συνείδηση, η οποία ανταποκρινόταν στη χριστιανική του πίστη, τις ακλόνητες αρχές και πεποιθήσεις του. Ο ίδιος πήρε το μονοπάτι που είχαν πάρει και οι άγιοι που τιμούσε. Όντας πλησίον του, θα μπορούσα να πω ότι περίμενε ακριβώς αυτή τη στιγμή στη ζωή του και χάρηκε για την έλευση της πρόκλησης.

Η Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Λευκορωσίας βρέθηκε αντιμέτωπη επίσης με μια μεγάλη πρόκληση. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις, αλλά υπήρχε ακόμη μια ελάχιστη ελπίδα ότι οι συνάδελφοί του θα τολμούσαν να υπερασπιστούν την ελευθερία της Εκκλησίας και να μην υποκύψουν στις πιέσεις του καθεστώτος. Δυστυχώς, η ελπίδα αυτή δεν εκπληρώθηκε. Ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος απομακρύνθηκε πάραυτα απ’ τη διοίκηση της επισκοπής Γκρόντνο χωρίς τη θέληση ή τη συγκατάθεσή του μετά από 25 χρόνια επισκοπικής διακονίας.

Η απαξίωση πολλών προσπαθειών και πρωτοβουλιών αποτέλεσε μια δύσκολη δοκιμασία για τον ίδιο μετά την απομάκρυνσή του. Η ζωή στην Επισκοπή του Γκρόντνο άρχισε να επιστρέφει βιαίως στην «κανονικότητα», ακολουθώντας τις γενικές αρχές και τάσεις που χαρακτηρίζουν τη ζωή της «επίσημης Εκκλησίας» υπό τον Πατριάρχη Κύριλλο. Ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος είχε επισημάνει αρκετές φορές τη σημασία της εκπαίδευσης ως πόρου που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον άνθρωπο. Γνώριζε από προσωπική εμπειρία ότι οι άνθρωποι που κατηχήθηκαν και εκπαιδεύτηκαν στη Θεολογική Σχολή Λαϊκών του Γκρόντνο έλαβαν ένα υγιές χριστοκεντρικό θεμέλιο για την πίστη και τη κοσμοθεώρησή τους· ένα είδος ποιοτικού πνευματικού και διανοητικού εγκεντρισμού κατά των ψευδοχριστιανικών ιδεολογιών και της προπαγάνδας.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος δεν έμεινε σιωπηλός όσον αφορά τον αδελφοκτόνο πόλεμο που εξαπέλυσε η ηγεσία του Κρεμλίνου εναντίον της Ουκρανίας. Σε μια από τις συνεντεύξεις του μετά την έναρξη του πολέμου, εξέφρασε την υποστήριξή του στον ουκρανικό λαό, καταδίκασε την επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και σχολίασε ότι τα λόγια και οι πράξεις του Πατριάρχη Κύριλλου που δικαιολογούσαν την επίθεση είναι αντίθετα με το Άγιο Πνεύμα.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος, από τότε που αποδέχθηκε το δώρο της χριστιανικής ελευθερίας, παρέμεινε πιστός σε αυτό έως τον θάνατό του. Θα έρθει η ώρα, αναμφίβολα, που τα λόγια και οι πράξεις της χριστιανικής μαρτυρίας του κοιμηθέντος αρχιεπισκόπου του Γκρόντνο θα γίνουν το στήριγμα και η δικαίωση της Ορθοδοξίας στη Λευκορωσία ενώπιον της κρίσης της ιστορίας. Είναι σίγουρο ότι η κληρονομιά του Αρχιεπισκόπου Αρτεμίου (Κιστσένκο) θα μείνει ζωντανή και θα διατηρηθεί τόσο στην επισκοπή του Γκρόντνο μεταξύ των πολλών λαϊκών και κληρικών που μορφώθηκαν από τον ίδιο, όσο και μεταξύ εκείνων των πνευματικών του παιδιών και μαθητών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Λευκορωσία.  Ο Αρχιεπίσκοπος Αρτέμιος κατέστη ένα από τα σύμβολα της χριστιανικής πίστης, ενάντια στην τυραννία των πολιτικών αρχών για χιλιάδες χριστιανούς της Λευκορωσίας και με αυτόν τον τρόπο θα μείνει στην ιστορία.


[1] Η λέξη σημαίνει δεσπότης στα ρωσικά.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

  • Πρωτοπρεσβύτερος Γκεόργκι Ρόι

    Ιερέας της λευκορωσικής κοινότητας, της υπαγόμενης στο Οικουμενικό Πατριαρχείο στο Βίλνιους της Λιθουανίας

    Ο πρωτοπρεσβύτερος Γκεόργκι Ρόι (Georgy Roy) δίδαξε Ιστορία της Λειτουργικής και Ιεραποστολική στην Θεολογική Ακαδημία και την Εκκλησιαστική Σχολή του Μινσκ. Υπηρέτησε στον ιστορικό ναό (12ος αιώνας) των Αγ. Μπόρις και Γκλεμπ και από το 2015 ως προϊστάμενος του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Σκέπης στο Γ...

    Διαβάστε το πλήρες βιογραφικό του συγγραφέα και δείτε τα υπόλοιπα άρθρα του.

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ