Πολιτισμού και Τεχνών

Η «Αγία Τριάδα» του Αντρέι Ρουμπλιόφ: Ιερή Εικόνα ή Πολιτιστική Κληρονομιά;

Δημοσιεύθηκε στις: 18 Αυγούστου, 2023
Σύνολο προβολών 118
Αξιολόγηση αναγνωστών:
5
(1)
Reading Time: 7 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Η Αγία Τριάδα του Αντρέι Ρουμπλιόφ αποτελεί αναμφίβολα την πιο διάσημη ρωσική εικόνα. Αντίγραφά της βρίσκονται σε διάφορες εκκλησίες ανά τον κόσμο, όχι μόνο σε ορθόδοξες, αλλά και σε ρωμαιοκαθολικές, λουθηρανικές και αγγλικανικές. Ακόμα κι ένας καλλιεργημένος άνθρωπος που δεν ενδιαφέρεται για την αγιογραφία, γνωρίζει την εικόνα της Αγιάς Τριάδας. Ποια είναι η αινιγματική αιτία της ευρείας αναγνώρισης και δημοφιλίας της εν λόγω εικόνας;

Η Αγία Τριάδα δεν έχει ποτέ τιμηθεί ιδιαίτερα ούτε θεωρείτο θαυματουργή εικόνα στην παράδοση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στη Λαύρα της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Σεργίου, όπου ήταν τοποθετημένη μέχρι την επανάσταση του 1917, οι προσκυνητές προσέρχονταν για να προσκυνήσουν τα λείψανα του Αγίου Σεργίου του Ράντονεζ, δίχως να ενδιαφέρονται για το έργο του Ρουμπλιόφ. Παραδόξως, η εικόνα απέκτησε δημοτικότητα κατά τη σοβιετική περίοδο, εξαιτίας των διαφόρων ειδικών της θύραθεν παιδείας: συντηρητών, ιστορικών τέχνης και καλλιτεχνών.

Γνωρίζουμε από διάφορες έρευνες ότι η Αγία Τριάδα φιλοτεχνήθηκε στις αρχές του 15ου αιώνα από τον αγιογράφο Αντρέι Ρουμπλιόφ για την κατασκευή του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Τριάδας στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδας και Αγίου Σεργίου. Η εικόνα αναφέρεται για πρώτη φορά στα βιβλία εισφορών της μονής το 1639 και εν συνεχεία το 1673. Τα εν λόγω βιβλία, παραπέμπουν σε παλαιότερες καταγραφές από το 1574 και το 1575. Μαρτυρούν ότι η εικόνα βρισκόταν στην τοπική βαθμίδα του εικονοστασίου του Καθεδρικού ναού τη Αγίας Τριάδος, στην παραδοσιακή θέση των τοπικών προστάτιδων εικόνων επί αιώνες. Ενώ μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, η εικόνα παρέμεινε στην ίδια θέση.

Το όνομα του αγιογράφου της Αγίας Τριάδας, δηλαδή του Αντρέι Ρουμπλιόφ ήταν γνωστό στους συγχρόνους του. Αναφέρεται στα χρονικά του 15ου αιώνα και συνδέεται με τα έργα του μεγάλου ζωγράφου στο Κρεμλίνο της Μόσχας και στο Βλαντίμιρ, ωστόσο, τα χρονικά δεν αναφέρουν τίποτα για την εικόνα της Αγίας Τριάδας. Κατά τα τέλη του 15ου αιώνα και τις αρχές του 16ου, ο Ιωσήφ Βόλοτσκι άρχισε να συλλέγει εικόνες του Ρουμπλιόφ, διακρίνοντάς τον από άλλους αγιογράφους. Παρόλα αυτά δεν είναι γνωστό ποιες ήταν αυτές οι εικόνες. Η εικόνα της Αγίας Τριάδας του Ρουμπλιόφ αναφέρεται για πρώτη φορά στις αποφάσεις της Συνόδου του Στόγκλαβ (1551), η οποία όρισε ότι η εικόνα πρέπει να αναπαρίσταται αποκλειστικά με τον τρόπο που την φιλοτέχνησε ο Ρουμπλιόφ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι πατέρες της Συνόδου επισήμαναν τη θεολογική σημασία της εικόνας και τον τρόπο απεικόνισης του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος από τον Αντρέι Ρουμπλιόφ. Η εικόνα της «Αγίας Τριάδος» περιγράφεται επίσης στο χειρόγραφο «Θρύλος των Αγιογράφων» του 17ου αιώνα. Ο συγγραφέας του διευκρινίζει ότι ο Αντρεί Ρουμπλιόφ  αγιογράφησε την Αγία Τριάδα κατόπιν αιτήματος του ηγουμένου Νίκωνα «προς έπαινον του Σεργίου του Ράντονεζ».

Οι ερευνητές συνέλεξαν όλα τα παραπάνω στοιχεία και χάρη στους συντηρητές, μπορούμε να θαυμάσουμε την ομορφιά της εικόνας. Παρεμπιπτόντως, η αποκατάσταση της άρχισε από ειδικούς επιστήμονες και όχι από την εκκλησία. Το 1904, κατόπιν αιτήματος του καλλιτέχνη και συλλέκτη, Ηλία Οστρούχοφ, ο συντηρητής και αγιογράφος Βασίλι Γκουριάνοφ προσκλήθηκε στη Λαύρα για καθαρίσει την εικόνα από παλαιότερες επεμβάσεις.

Οι παλαιές εικόνες καλύπτονταν με βερνίκι ολίβα, το οποίο με τον καιρό γινόταν μαύρο. Έπρεπε να ανακαινισθούν, να εικονογραφηθούν εκ νέου και να πλαισιωθούν. Αυτή ήταν και η περίπτωση με την εικόνα της Αγίας Τριάδας, η οποία συντηρήθηκε αρκετές φορές. Με αυτή την μορφή– ανακαινισμένη, σκουρόχρωμη και πλαισιωμένη– η Αγία Τριάδα παρέμεινε απαρατήρητη για αρκετούς αιώνες. Μόνο κατά την αποκατάσταση της στις αρχές του 20ου αιώνα κατέστη δυνατόν να διακρίνουμε τα πραγματικά της χρώματα. Αλλά, ακόμη και η πρώτη δοκιμαστική επανεμφάνιση της εικόνας τρόμαξε την εκκλησία. Όταν ο Γκουριάνοφ αφαίρεσε την κορνίζα, καθάρισε το σκουρόχρωμο βερνίκωμα και έκανε ένα μικρό θραύσμα στην δεξιά γωνία της εικόνας, ήταν μια πραγματική αποκάλυψη.  Όπως ο ίδιος γράφει: ξαφνικά, αντί για σκούρα χρώματα η εικόνα φωτίστηκε, ήταν ένας αληθινός «παράδεισος». Ο Γκουριάνοφ δεν επέμβη στο στρώμα του αγιογράφου, αλλά ακόμη και η μερική αποκάλυψη προκάλεσε αίσθηση. Διάφοροι εμπειρογνώμονες  έσπευσαν στη Λαύρα για να δουν τον «αυθεντικό Ρουμπλιόφ». Ο εφημέριος της Λαύρας, ωστόσο, φοβήθηκε, σταμάτησε την αποκατάσταση και διέταξε η εικόνα να πλαισιωθεί εκ νέου. Συνεπώς η Αγία Τριάδα επέστρεψε στην συνηθισμένη της θέση στο εικονοστάσι εντός του σκοτεινού ναού και παρέμεινε εκεί για άλλα δεκαέξι χρόνια. Μόνο το 1918, όταν οι σοβιετικές αρχές έκλεισαν την Λαύρα της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Σεργίου, η εικόνα μεταφέρθηκε στα εργαστήρια συντήρησης και οι συντηρητές άρχισαν να την καθαρίζουν εντατικά. Η αποκατάσταση της εικόνας πραγματοποιήθηκε σε δύο στάδια, από το 1918 έως το 1926, και σήμερα μπορούμε να δούμε το έργο του αγιογράφου, αν και με κάποιες σημαντικές απώλειες.

Η αποκάλυψη της εικόνας επέτρεψε στους ερευνητές να τη μελετήσουν, μαζί με όλη την καλλιτεχνική κληρονομιά του Αντρέι Ρουμπλιόφ. Οι πιο έγκυροι ειδικοί, όπως οι Ν.Α Ντέμινα, Β.Ν Λαζάρεφ, Β.Ν. Σεργκέγιεβ, Γ.Β. Ποπόφ, Ε.Σ. Σμιρνόβα κ.α., έγραψαν πολλά για την εν λόγω εικόνα. Πιθανώς για καμία άλλη εικόνα δεν έχουν γραφτεί τόσα πολλά και γι’ αυτόν τον λόγο η Αγία Τριάδα έχει αναγνωριστεί παγκοσμίως. Ξένοι ειδικοί όπως οι Konrad Onasch, Henri Nouwen και Ludolf Müller πρόσθεσαν πολλά σε όσα γράφτηκαν για την εικόνα αυτή. Και μέχρι σήμερα, η ιστορία της Αγίας Τριάδας ανέρχεται σε δώδεκα ογκώδεις τόμους.  

Οι μελέτες για την εικόνα της Αγίας Τριάδας πραγματοποιήθηκαν σε δύσκολους καιρούς. Επίσημο δόγμα της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ο «επιστημονικός αθεϊσμός», ενώ η έρευνα της αρχαίας ρωσικής κληρονομιάς δεν ήταν ευπρόσδεκτη και γι’ αυτό οι δημοσιεύσεις υπέστησαν την πιο σκληρή λογοκρισία. Για παράδειγμα, στις σοβιετικές εκδόσεις δεν μπορούσε κανείς να αναφερθεί σε «ορθόδοξη εικόνα» αλλά μόνο σε «αριστούργημα της αρχαίας ρωσικής ζωγραφικής.» Όλες οι μονογραφίες έπρεπε να ξεκινούν με παραθέματα από τους κλασικούς του Μαρξισμού-Λενινισμού, ανεξάρτητα απ’ το θέμα της επιστημονικής εργασίας. Ο Αλεξέι Λόσεφ, ο σπουδαιότερος Ρώσος φιλόσοφος, αποκαλούσε αυτήν την κατάσταση, χαριτολογώντας, «τελετουργικό αυτοεξευτελισμό». Φυσικά, ουδείς τόλμησε να γράψει για τη θεολογική σημασία της εικόνας της Αγίας Τριάδας· αν και ο ιερέας Πάβελ Φλορένσκι, ένας από αυτούς που συνέδραμαν στη γνωστοποίηση της εικόνας στο ευρύτερο κοινό, έγραψε στις αρχές του 20ου αιώνα ότι η εν λόγω εικόνα αποτελεί μια αποκάλυψη και ότι είναι η πιο λαμπρή απόδειξη ης ύπαρξης του Θεού: «Υπάρχει η Αγία Τριάδα, άρα υπάρχει ο Θεός». Το απόφθεγμά του αυτό ήταν ευρέως γνωστό. Αλλά μια τέτοια άποψη για το έργο του Ρουμπλιόφ ήταν απαράδεκτη κατά τη σοβιετική εποχή, και ως εκ τούτου, οι ιστορικοί τέχνης συνέχισαν να ασχολούνται μόνο με την εικονογραφία, την ιστορία της ζωγραφικής και την αισθητική ανάλυση της εικόνας. Η δημοτικότητα της Αγίας Τριάδος αυξήθηκε λόγω των μελετών του ακαδημαϊκού Boris Rauschenbach, ενός εκ των θεμελιωτών της σοβιετικής αστροναυτικής, ο οποίος έγραψε για το φαινόμενο της αντίστροφης προοπτικής και τα ζητήματα του διαστήματος.   

Οι σοβιετικοί επιστήμονες ήξεραν πώς να παρακάμπτουν πολλά από τα εμπόδια της λογοκρισίας, και μερικές φορές με αρκετά έξυπνο τρόπο. Για παράδειγμα, το 1947, κατά την περίοδο του κύματος της μεταπολεμικής πατριωτικής έξαρσης, ο Στάλιν εξέδωσε διάταγμα για την συγκρότηση του Μουσείου Αρχαίου Ρωσικού Πολιτισμού Αντρέι Ρουμπλιόφ. Τα χρόνια όμως πέρασαν και το μουσείο παρέμεινε μόνο στα χαρτιά. Τότε, το 1960, μετά από πρόταση σοβιετικών ιστορικών τέχνης και δυτικών συναδέλφων τους, η UNESCO ανακήρυξε το Παγκόσμιο Έτος του Αντρέι Ρουμπλιόφ. Αυτό συνέβαλε στο άνοιγμα του Μουσείου Ρουμπλιόφ στη Μόσχα και ταυτόχρονα στην ανάπτυξη διεθνούς ενδιαφέροντος για την εικόνα της Αγίας Τριάδας.

Όπως είναι γνωστό, ο κινηματογράφος ήταν η σημαντικότερη τέχνη στη Σοβιετική Ένωση και εντός μιας εκκοσμικευμένης κοινωνίας ο κινηματογράφος διαδραμάτισε τεράστιο ρόλο στην προώθηση της εικόνας της Αγίας Τριάδας. Το 1971 προβλήθηκε στους κινηματογράφους της χώρας η ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι Αντρέι Ρουμπλιόφ, στο τέλος της οποίας, μετά από τα ζοφερά ασπρόμαυρα πλάνα της σκληρής ζωής στην εποχή του ταταρομογγολικού ζυγού και των πριγκιπικών ερίδων, εμφανίζονται στην οθόνη φωτεινές έγχρωμες εικόνες: οι εικόνες του Σωτήρα, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και φυσικά της Αγίας Τριάδας. Το εκπληκτικό αποτέλεσμα της εν λόγω ταινίας ήταν ότι εκατομμύρια άνθρωποι έμαθαν για το αριστούργημα του Αντρέι Ρουμπλιόφ.

Αναμφίβολα, το φαινόμενο της εν λόγω εικόνας είναι πρωτίστως πολιτισμικό, ενώ η φήμη της είναι παγκόσμια. Η εικόνα ανήκει στην παγκόσμια τέχνη και συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα πολιτιστικά κειμήλια. Η εκκλησία δεν συμμετείχε στην δημιουργία αυτού του φαινομένου και στην αύξηση της δημοφιλίας της εικόνας, εκτός, φυσικά, από την αγιογράφησή της. Αλλά σύμφωνα με την Ορθόδοξη διδασκαλία για την προσκύνηση των εικόνων, οι Ορθόδοξοι χριστιανοί δεν προσκυνούν «το υλικό και τα χρώματα, αλλά την υπόσταση του εικονιζόμενου.» Γι’ αυτό και μετά τη μεταφορά της Αγίας Τριάδας στο μουσείο, στη θέση της τοποθετήθηκε ένα αντίγραφο αγιογραφημένο από τον συντηρητή Ν. Μπαράνοφ. Παρεμπιπτόντως, στην τοπική βαθμίδα του εικονοστασίου του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Τριάδας υπήρχε ήδη ένα αντίγραφο από την εποχή του Γκοντουνόφ. Και αυτό ήταν αρκετό για την εκκλησία, διότι σύμφωνα με την εκκλησιαστική συνείδηση, η προσκύνηση του πρωτοτύπου απ’ το αντίγραφο δε διαφέρει. Συχνά γίνονταν αντίγραφα στην Εκκλησία των παλαιών εικόνων για λειτουργικούς λόγους. Ακόμη και όταν τα πρωτότυπα εξαφανίζονταν, η εικόνα διατηρούντο στα αντίγραφα και η χάρις των θαυματουργών εικόνων μεταφερόταν σ’ αυτά. Αυτό που έχει πολιτιστική σημασία όμως είναι ο πίνακας και τα χρώματα, το πρωτότυπο δηλαδή του δασκάλου· γι’ αυτό και οι συντηρητές, οι κριτικοί της τέχνης και κυρίως οι φύλακες της Πινακοθήκης Τρετιακόφ, όπου η εικόνα φυλασσόταν για πολλές δεκαετίες, την αντιμετώπιζαν με τόση ευλάβεια.

Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και την κατάρρευση της αθεϊστικής ιδεολογίας, ήρθαν νέες εποχές. Οι χθεσινοί Σοβιετικοί μεταβλήθηκαν εν μια νυκτί σε ευσεβείς Ορθόδοξους. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, έγινε λόγος για την αποκατάσταση και την επιστροφή της εκκλησιαστικής περιουσίας, ιδιαίτερα των εικόνων. Οι Ορθόδοξοι θυμόντουσαν ότι κατά την σοβιετική περίοδο πολλές εικόνες σπουδαίων αγιογράφων, καθώς και εκκλησιαστικά κειμήλια κατέληξαν σε μουσεία.  Ένα εκ των οποίων, μέχρι πρόσφατα, ήταν και η εικόνα της Αγίας Τριάδας του Ρουμπλιόφ.

Στις 15 Μαΐου 2023, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ανακοίνωσε ξαφνικά ότι η εικόνα της Αγίας Τριάδας θα επιστραφεί στην εκκλησία με απόφαση του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ταυτόχρονα, ο Πατριάρχης Κύριλλος δήλωσε ότι δεν ήθελε να αφαιρέσει μόνιμα την εικόνα από την Πινακοθήκη Τρετιακόφ και ζήτησε να του δοθεί προσωρινά. Ωστόσο, ο Πούτιν αποφάσισε να παραχωρήσει την εικόνα για απεριόριστο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με πληροφορίες, «ανταποκρινόμενος σε πολυάριθμα αιτήματα ορθόδοξων πιστών». Την παραμονή της Πεντηκοστής, η εικόνα εξήλθε από την Πινακοθήκη Τρετιακόφ, παρά την αντίθετη γνώμη του Συμβουλίου Συντήρησης και εκτέθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Σωτήρος Χριστού. Εν συνεχεία, όπως αναφέρεται σε επίσημα έγγραφα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, «η εικόνα θα επιστρέψει στη θέση για την οποία αγιογραφήθηκε, δηλαδή στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Τριάδας και του Αγίου Σεργίου».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση αυτή απειλεί την ίδια την εικόνα. Η μουσειακή κοινότητα, οι συντηρητές και οι ιστορικοί τέχνης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, διότι η εικόνα της Αγίας Τριάδας είχε ήδη μεταφερθεί πέρυσι για λίγες ημέρες στη Λαύρα της Αγίας Τριάδας-Αγίου Σεργίου και μετά από αυτό, οι συντηρητές διαπίστωσαν 61 ζημιές στον πίνακα, τη βάση και το στρώμα του χρώματος. Όμως η Εκκλησία φαίνεται να αδιαφορεί γι’ αυτό. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: αποδεικνύεται ότι η κατάσταση της εικόνας της Αγίας Τριάδας είναι πιο πολύτιμη για την εκκοσμικευμένη κοινωνία, η οποία τη θεωρεί ως ένα μοναδικό έργο τέχνης πολιτιστικής κληρονομιάς, και όχι για την εκκλησία, η οποία την τιμά ως ιερή εικόνα.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 5 / 5. Vote count: 1

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ