Θεολογία, Θρησκεία και Πολιτική

Είναι ο Πολιτικός Ησυχασμός μια βιώσιμη επιλογή;

Δημοσιεύθηκε στις: 7 Δεκεμβρίου, 2023
Σύνολο προβολών 40
Αξιολόγηση αναγνωστών:
5
(1)
Reading Time: 5 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Η πολιτική καθίσταται όλο και πιο περίπλοκη χρόνο με το χρόνο. Η τρέχουσα δεκαετία συνεχίζει να μας εκπλήσσει. Μετά την πανδημία του COVID-19 ακολούθησε ο Ρωσο-ουκρανικός πόλεμος και τώρα φαίνεται ότι βρισκόμαστε στο κατώφλι μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή. Η δημοκρατία και η παγκοσμιοποίηση φαίνεται να υποχωρούν, ενώ ο εθνικισμός και ειδικότερα ο χριστιανικός εθνικισμός, βρίσκεται σε άνοδο. Οι κοινωνικοί δεσμοί που κρατούσαν ενωμένες τις κοινωνίες καταρρέουν, ενώ οι τεχνολογικές ανακαλύψεις, αν και προσφέρουν νέες ευκαιρίες, παρουσιάζουν ταυτόχρονα και σοβαρές προκλήσεις.  

Εν μέσω αυτής της κατάστασης, πολλοί αναρωτιούνται αν ο Ανατολικός Χριστιανισμός μπορεί να συμβάλει στον τρέχοντα πολιτικό διάλογο, ίσως με τη μορφή μιας πολιτικής θεολογίας που θα αντλεί ιδέες από την ορθόδοξη παράδοση.

Νωρίτερα φέτος, ο Χρήστος Γιανναράς δημοσίευσε το βιβλίο του Για το «νόημα» της πολιτικής. Το εν λόγω έργο έθεσε νέα ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα του λεγόμενου «πολιτικού ησυχασμού».

Από τότε που ο όρος αυτός εισήχθη από τον Ρώσο φιλόλογο Γκέλιαν Πρόχοροφ στα μέσα του περασμένου αιώνα έχει προσελκύσει κατά καιρούς την προσοχή. Ο Ιωάννης Μάγιεντορφ τον κατανόησε κυρίως σε σχέση με τη βυζαντινή εξωτερική πολιτική του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού και του πατριάρχη Φιλόθεου Α΄. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εν λόγω πολιτικής ιδεολογίας, επισημαίνει ο Μάγιεντορφ, είναι η δυσπιστία σε κάθε τι δυτικό και η υποστήριξη των ηγεμόνων της Μόσχας.

Το 2011 ο Daniel P. Payne δημοσίευσε την έρευνά του The Revival of Political Hesychasm in Contemporary Orthodox Thought: the Political Hesychasm of John S. Romanides and Christos Yannaras [Η Αναβίωση του Πολιτικού Ησυχασμού στην Σύγχρονη Ορθόδοξη Σκέψη: ο Πολιτικός Ησυχασμός του Ιωάννη Σ. Ρωμανίδη και του Χρήστου Γιανναρά], στην οποία παρέχει μια εκτενή ανάλυση του πολιτικού ησυχασμού τόσο κατά την εποχή της συγκρότησής του τον 14ο αιώνα όσο και μετά την επανεύρεσή του κατά τον 20ο. Οι δύο στοχαστές, που εξετάζονται στο βιβλίο λειτουργούν στο πλαίσιο της συζήτησης για την ελληνική ταυτότητα στον σύγχρονο κόσμο.

Η σημαντικότερη συμβολή του Ρωμανίδη είναι η θεωρία του για τη δικαιοσύνη σε τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι αυτό του νόμου, το δεύτερο είναι το επίπεδο του εξαγνισμένου και φωτισμένου, δηλαδή όσων δεν έχουν πλέον ανάγκη από τον νόμο. Το τρίτο, και υψηλότερο επίπεδο είναι εκείνων που έχουν βιώσει την εμπειρία της δόξας του Θεού. Εδώ τα πάθη έχουν καταλαγιάσει και το πρόσωπο ζει ευρισκόμενο σε τέλεια αρμονία με τον Θεό και τη δημιουργία. Μια τέτοια κατάσταση είναι δυνατόν να επιτευχθεί στην Εκκλησία, η οποία αποτελεί την κοινωνία των μεταμορφωμένων ανθρώπων που ζουν εντός του κράτους, αλλά διαχωρίζονται από αυτό. Η θρησκευτική ελευθερία δεν είναι απαραίτητη για τη λειτουργία της Εκκλησίας. Επιφυλασσόμαστε για μια πιο λεπτομερή προσέγγιση του Ρωμανίδη κάποια άλλη φορά.

Στο τελευταίο του βιβλίο, ο Γιανναράς κάνει λόγο για τρεις τύπους πολιτικής ή «μορφές οργανωμένης συνύπαρξης.» Ο πρώτος δομείται γύρω από «θρησκευτικούς-μεταφυσικούς άξονες». Εδώ το καθοδηγητικό μοτίβο της συνύπαρξης είναι η χρησιμότητα: ενωμένοι, οι άνθρωποι μπορούν να επιτύχουν καλύτερη ποιότητα ζωής απ’ ό,τι θα πετύχαιναν αν έμεναν διαχωρισμένοι. Η θρησκεία χρησιμεύει για τη νομιμοποίηση της πολιτικής τάξης. Στην πράξη, αυτή η ρύθμιση εκφυλίζεται και καταντά ένα άκαμπτο αξίωμα με επίκεντρο το άτομο, όπου η κοινωνική συνοχή επιτυγχάνεται μέσω του εξαναγκασμού.

Στο δεύτερο τύπο πολιτικής τάξης, η ratio εκθρονίζει τη μεταφυσική εξουσία. Πρόκειται για μια προβλέψιμη αντίδραση ενάντια στην αυθαίρετη εξουσία και τη θρησκευτική ηγεμονία. Η πολιτική διαχωρίζεται κατηγορηματικά από τη μεταφυσική. Τελικά, η θρησκεία καθίσταται μέσον προς εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών, ενώ η λογική μετατρέπεται στο υπέρτατο κριτήριο για τον ορισμό του καλού και του αληθινού. Καθώς η λογική είναι κατ’ αρχήν προσιτή στον καθένα ξεχωριστά, η εν λόγω πολιτική τάξη οδηγεί στον ατομικισμό, ο οποίος είναι αντίθετος με την έννοια του προσώπου, που παραμένει κοινοτική. Αυτή η πολιτική οργάνωση δεν είναι ικανή να διαφύγει από τον οχυρωμένο ναρκισσισμό του εγώ, κάτι που ισχύει ιδίως για όσους κατέχουν κορυφαίες θέσεις. Η εναπομείνασα παρόρμηση για κυριαρχία οδηγεί στον ιμπεριαλισμό, την οικολογική κρίση και άλλες μορφές αδικίας.

Στον τρίτο τύπο, η αλήθεια αντικαθιστά τη χρησιμότητα και τη λογική ως σκοπό και κατευθυντήρια αρχή της πολιτικής οργάνωσης. Πρότυπο αυτής της οργάνωσης αποτελούν η ελληνική πόλις και ο Μωσαϊκός νόμος. Η αλήθεια εδώ είναι εγγενώς κοινοτική: το τι είναι αληθινό καθορίζεται από το τι είναι κοινά αποδεκτό. Για τους Χριστιανούς, αυτό σχετίζεται με την Αγία Τριάδα: κάθε πρόσωπο της Τριάδας βρίσκεται σε σχέση αγαπητική με τα άλλα δύο πρόσωπα. Το τριαδικό αρχέτυπο της πολιτικής, το οποίο χαρακτηρίζεται από την θέωση, διακρίνεται κυρίως από την ελευθερία στην αγάπη που υπερβαίνει τις ατομοκεντρικές προτεραιότητες. Πρόκειται για μια ασκητική διαδικασία όπου ανταμοιβή της είναι η κοινοτική άνθηση και όχι η ατομική επιβίωση.

Ο Γιανναράς απορρίπτει τον ωφελιμισμό και τη δεοντολογία ως αρχές της δικαιοσύνης. Ο πρώτος συγχέει το χρήσιμο με το αληθινό ενώ η δεύτερη αποκλείει την αλήθεια από το κοινοτικό πλαίσιο. Σε ένα από τα πιο πρώιμα και γνωστότερά του έργα την Ελευθερία της ηθικής, απέρριπτε την ηθική της αρετής ως ατομικιστική. Ως εκ τούτου, ο Γιανναράς δεν θεωρεί καμία από τις τρεις κυρίαρχες προσεγγίσεις της δικαιοσύνης στη Δύση ως έγκυρη. Στη θέση τους προτείνει την ηθική της ελευθερίας. Επιπλέον, ο Γιανναράς απορρίπτει τα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η αληθινή εκκλησιαστική κοινότητα βιώνει τους κανόνες και τα δικαιώματα ως περιορισμούς της ελευθερίας της, η οποία είναι απαραίτητη για τη συγκρότηση ενός κοινοτικού σώματος που εφαρμόζει ορθές αποφάσεις σε συγκεκριμένα ζητήματα και περιστάσεις.

Ως Προτεστάντης που πιστεύει ότι οι κληρονόμοι της Μεταρρύθμισης θα μπορούσαν να εμπλουτίσουν την διδασκαλία τους με τις ανατολικές χριστιανικές παραδόσεις, βρίσκω κάποιες από τις ιδέες του Γιανναρά άξιες προσοχής, αν όχι ιδιαιτέρως ελκυστικές. Η τριαδική ανθρωπολογία του μπορεί να χρησιμεύσει ως αντίδοτο στον ατομικισμό που είναι τόσο διαδεδομένος στη νεώτερη Δύση. Παρόλο που η σημασία της κοινοτικής συμμετοχής έχει τύχει μεγάλης προσοχής στη δυτική θεολογία τις τελευταίες δεκαετίες, λίγοι είναι έτοιμοι να της προσδώσουν το είδος του σωτηριολογικού νοήματος που της αποδίδει ο Γιανναράς. Η θέση του για την εναρμόνιση μεταξύ της εκκλησίας του δήμου και της εκκλησίας των πιστών παρέχει νέους τρόπους υπέρβασης του χάσματος μεταξύ του ιερού και του εκκοσμικευμένου.

Τούτου λεχθέντος, το μοντέλο του Γιανναρά διακρίνεται από μια ουτοπική χροιά. Το να θεωρήσει κανείς ότι η αγάπη της Αγίας Τριάδας, όσο ισχυρή και σημαντική κι αν είναι, μπορεί από μόνη της να αποτελέσει επαρκή εγγύηση ενάντια στους πειρασμούς που αναφέρει ο Γιανναράς, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Εδώ φαίνεται να χρειάζεται μια δόση «Νιμπουριανού» ρεαλισμού, παρά η αποστροφή του Γιανναρά προς κάθε τι δυτικό. Ο ίδιος ο Γιανναράς παραδέχεται ότι τίποτα παρόμοιο με την προσέγγισή του δεν έχει εφαρμοστεί στον σύγχρονο κόσμο και γι’ αυτό μας είναι δύσκολο να οραματιστούμε μια τέτοια κοινωνία. Η πόλις της αρχαίας Ελλάδας και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία του 14ου και 15ου αιώνα δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως τέτοια πρότυπα: απέχουν πολύ από εμάς, και αμφότερα δεν κατόρθωσαν να συμπεριλάβουν στην κοινοτική άνθηση όλα τα μέλη της κοινωνίας.

Γνωρίζουμε, επίσης, πόσο εύκολα διολισθαίνει μια κοινωνία, η οποία φαινομενικά έχει ως βασική της αξία τη βίωση της αλήθειας στην επιβολή αυτής της αλήθειας μέσω εξαναγκασμού, ορισμένες φορές αρκετά βάναυσου. Ιδιαίτερα, αν οι άνθρωποι δεν απολαμβάνουν την προστασία των δικαιωμάτων. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά για να αναφερθούν.

Ακόμη κι έτσι όμως, αισθάνομαι κάτι ελκυστικό στην προσέγγιση του Γιανναρά. Τη ρίζα αυτής της έλξης την εντόπισα στο έργο του Ορθοδοξία και Δύση. Στο προτελευταίο κεφάλαιο του εν λόγω έργου, πραγματεύεται τον εκδυτικισμό της ελληνικής κοινωνίας ως αφελληνισμό και αλλοτρίωση. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία δεν οδήγησε σε πλήρη εκδυτικισμό. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες ξεριζώθηκαν από την πίστη και την κουλτούρα τους, αλλά δεν ταίριαξαν απόλυτα στο δυτικό πολιτισμικό περιβάλλον. Το εν λόγω αποτέλεσμα αντικατοπτρίζεται στη δυσλειτουργία του νεοελληνικού κράτους: οικονομική δυσπραγία, ενδημικός διχασμός, προβληματικό εκπαιδευτικό σύστημα και άλλα ζητήματα.  Στο νου μου ήρθε η Ρωσία, η μητέρα πατρίδα μου. Όπως και οι Έλληνες, έτσι και οι Ρώσοι ξεριζώθηκαν από τις παραδόσεις τους, αλλά δεν ένιωσαν ποτέ τη Δύση σαν το σπίτι τους. Όπως και οι Έλληνες, έτσι και οι Ρώσοι είχαν δυσλειτουργία, διαιρέσεις και ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα. Η τωρινή θλιβερή κατάσταση των παγκοσμίων πραγμάτων είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών.

Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σ’ αυτά τα ζητήματα. Σίγουρα υφίσταται μια τεράστια αίσθηση δυσφορίας στη σύγχρονη πολιτική σκηνή αλλά και η επιθυμία πολλών χριστιανών να συμβάλουν σε μια λύση, παρόλο που αντιλαμβάνονται τις λύσεις αυτές πολύ διαφορετικά. Δυστυχώς, το μοντέλο του Γιανναρά δεν μπορεί να αποτελέσει λύση, διότι δεν αντιμετωπίζει το βάθος της αμαρτίας του ανθρώπου με τη σοβαρότητα που χρειάζεται. Η ελπίδα μου είναι ότι κάποια από τα στοιχεία του μπορούν να αποτελέσουν μέρος των λύσεων που τελικά θα προκύψουν.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 5 / 5. Vote count: 1

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ