Βιβλικές Μελέτες, Θεολογία

Ο Ωριγένης εν μέσω κριτικών

Δημοσιεύθηκε στις: 17 Ιανουαρίου, 2024
31 views
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 6 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Ποια είναι η σχέση της Αλεξάνδρειας –ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, της Αντιόχειας– με την Εταιρεία Βιβλικών Σπουδών; Αρχικά, φαίνεται ότι οι εν μέρει επιστημονικές προσπάθειες της κριτικής πηγών, απέχουν περισσότερο από τις εξηγητικές πρακτικές τόσο του Δίδυμου του Τυφλού όσο και του Θεόδωρου Μοψουεστίας σε σύγκριση με τις αντίστοιχες ερμηνευτικές προσεγγίσεις αμφοτέρων. Η δική τους προσέγγιση ήταν «προ-κριτική», μακριά από τις επιστημονικές προϋποθέσεις, οι οποίες, συνήθως, καθορίζουν την ιστορικοκριτική μέθοδο και τους σύγχρονους συνεχιστές της. Αυτό που χαρακτηρίζει την «ανωτερότητα» της πατερικής και μεσαιωνικής ερμηνευτικής, όπως κατά καιρούς διάφοροι υποστηρίζουν, είναι η ταπεινή προσέγγιση προς το κείμενο, αντί μιας ερμηνευτικής, η οποία αντιτίθεται στο βιβλικό κείμενο, θεωρώντας τον Λόγο του Θεού ως ένα συνηθισμένο κείμενο προς έρευνα.

Αναλογιστείτε επίσης το είδος της ηθικής κριτικής που συχνά ασκούν οι τωρινοί ερμηνευτές της Αγίας Γραφής. Αποτελεί κοινό τόπο για τους επιμελείς επικριτές της Αγίας Γραφής –ήδη από τις αρχές της νεώτερης περιόδου– να διαβάζουν τη Βίβλο επισημαίνοντας κυρίως το «ηθικό της νόημα». Τις τελευταίες έξι δεκαετίες, ωστόσο, πρόσφατες ερευνητικές προσεγγίσεις μελετητών προερχόμενων από περιθωριοποιημένες κοινωνικές ομάδες έχουν εισαγάγει μια παρόμοια ηθική κριτική στο πεδίο των Βιβλικών Σπουδών.  Αντί να εκλαμβάνουν το κείμενο στην κυριολεξία τους, οι εν λόγω ερευνητές επανερμηνεύουν τη ρητορική της Γραφής μέσω της προοπτικής των απελευθερωτικών κινημάτων. Φεμινισμός, απελευθέρωση των γυναικών, αντιρατσισμός, μετα-αποικιοκρατία: κάθε ένας απ’ αυτούς τους αγώνες για δικαιοσύνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μέσω του οποίου επανεκτιμάται η σημασία των «καλών νέων» ενός δίκαιου Θεού προς τους αναγνώστες της Αγίας Γραφής. Πράγματι, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετικό αναφορικά με την προνεωτερική ερμηνεία απ’ την αξιολόγηση της αποκαλυπτικής επαγγελίας της Βίβλου με βάση ηθικά πρότυπα, τα οποία φαίνεται να αντίκεινται προς το γράμμα της– σωστά;   

 Κι όμως, ας λάβουμε υπόψιν μας τον Ωριγένη της Αλεξάνδρειας. Η θεωρία και η πρακτική του για τη βιβλική ερμηνεία, διαψεύδει– όπως πάντα– τις προσδοκίες μας για τις υποτιθέμενες διαφορές της «προ-κριτικής» ερμηνείας από τους όψιμους διαδόχους της. Ο Ωριγένης αξιολογούσε το ηθικό ποιόν της Αγίας Γραφής όπως και οι σύγχρονοι ερευνητές, ωστόσο, ο ίδιος ενσωμάτωσε τις έγνοιές τους σε μια ευρύτερη προοπτική θεολογικής ερμηνείας. Πράγματι, ο Ωριγένης προχώρησε ένα βήμα παραπέρα όσον αφορά την ηθική κριτική της Γραφής, περιλαμβάνοντας ακόμη και την ηθική μας αποστροφή σε κάποια ιδιαιτέρως σκανδαλώδη τμήματα της βιβλικής αφήγησης όσον αφορά την αντίληψή του για την αποκάλυψη. Αυτό σημαίνει ότι, ο Ωριγένης ενσωματώνει την απόκριση του πιστού αναγνώστη στην Αγία Γραφή στην περιγραφή της σημασίας του θεόπνευστου κειμένου. Η Σοφία του Θεού δεν αποτελεί μόνο την ουσία της Γραφής αλλά και το υπεύθυνο υποκείμενο για την ερμηνεία Της. Επομένως, δεν μπορούμε να αναφερόμαστε στην σάρκωση του Λόγου στην Αγία Γραφή, αλλά παρά μόνο  στην πρόσληψή Του εντός και διά του Αγίου Πνεύματος.

Αυτό αποτελεί και την έκβαση της περίφημης ανάλυσης του Ωριγένη περί βιβλικής ερμηνείας στο τέταρτο και τελευταίο βιβλίο του έργου του Περί των Πρώτων Αρχών. Τονίζουμε ότι, στο εν λόγω έργο ο Αλεξανδρινός αντιτάσσεται σε λανθασμένες αναγνώσεις ορισμένων τμημάτων της Γραφής, αλλά και σε θεολογικά εσφαλμένες αντιλήψεις σχετικά με τον τρόπο ανάγνωσης και ερμηνείας. Μεταξύ των παραβατών, καταγγέλλει πρώτα τους Εβραίους ερμηνευτές, οι οποίοι δεν έδωσαν σημασία στις αναφορές για την έλευση του Χριστού στους Προφήτες και έπειτα τους «αιρετικούς», διότι παρερμήνευσαν τις συχνές απεχθείς ανθρωπομορφικές περιγραφές του Θεού στην Πεντάτευχο ως παραπομπές σε μια κατώτερη θεότητα, διαφορετική από τον στοργικό Πατέρα του Ιησού. Ωστόσο, διακρίνει τους «απλούς» εντός της Εκκλησίας που ορθώς πιστεύουν ότι ο Νόμος και οι Προφήτες αναφέρονται στον ίδιο Θεό που διακηρύσσεται στα Ευαγγέλια, αν και αποδίδουν στον Κύριο τέτοια πράγματα «ὁποῖα οὐδὲ περὶ τοῦ ὠμοτάτου καὶ ἀδικωτάτου ἀνθρώπου».[1]  Οι εν λόγω αναγνώστες αποδέχονται ευλαβικά την Παλαιά Διαθήκη με τίμημα την εμπιστοσύνη τους σε έναν αδιάλλακτο Θεό– έναν Θεό για τον οποίο αναφέρεται ότι «πῦρ ἐκκέκαυται ἐκ τοῦ θυμοῦ του» (πρβλ. Δευτ. 32:22), «ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα» (Εξ. 20:5)· έναν θεό που μετανιώνει για τις πράξεις του «μεταμεμέλημαι χρίσας τὸν Σαοὺλ εἰς βασιλέα» (Α΄ Βασ. 15:11), ενώ, μάλιστα, φανερώνεται ως «κτίζων κακά» (Ησ. 45:7).[2]

Ας σημειωθεί εδώ ότι η διόρθωση των εν λόγω απόψεων των υπερβολικά εύπιστων αναγνωστών της Αγίας Γραφής δεν πράττεται με την εκκαθάριση των ενοχλητικών χωρίων μέσω αφαίρεσής τους ή της απλής τους παράβλεψης. Κάτι τέτοιο θα αναπαρήγαγε το λάθος των «αιρετικών». Η μόνη δυνατή απάντηση στην αφελή ανάγνωση της Γραφής πρέπει να είναι μια ερμηνευτική καχυποψίας (όπως και ήταν) απέναντι στον τρόπο αναπαράστασης του Θεού στο κείμενο. Όπως και οι σύγχρονοι κριτικοί μας, ο Ωριγένης δεν διστάζει να θέσει τον Θεό, ο οποίος απεικονίζεται και στις δύο διαθήκες της Αγίας Γραφής ενώπιων των ίδιων ηθικών προτύπων, που αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να εφαρμόζουμε μεταξύ μας. Αν, πράγματι, το βιβλικό κείμενο περιγράφει τον Θεό με τρόπο που προσβάλλει τις ηθικές αρχές, τα θεμέλια των οποίων καθορίζονται από τη λογική μας, τότε ο Ωριγένης προτείνει ότι ο πιστός αναγνώστης δεν έχει άλλη επιλογή από την αναζήτηση μιας άλλης ερμηνείας του κειμένου– μιας «πνευματικής» ανάγνωσης, όπως την αποκαλεί, η οποία θα φανερώσει στ’ αλήθεια τον Θεό, τον οποίο ο Ιησούς Χριστός αποκάλυψε ως πηγή της ίδιας της αρετής. Η μόνη εναλλακτική σε μια ηθικά κριτική ερμηνεία της Γραφής αποδεικνύεται ότι είναι η πίστη σε έναν Θεό που δεν αξίζει την αφοσίωσή μας.  

Αν ο παραπάνω ισχυρισμός τοποθετεί τον Ωριγένη στην συνομοταξία των φεμινιστών, των υπερασπιστών της γυναικείας απελευθέρωσης, των αντιρατσιστών και των μετα-αποικιακών κριτικών της Βίβλου, τότε η προσέγγισή του διακρίνεται, διότι στην κριτική του περιλαμβάνεται η δράση της έμπνευσης του ίδιου του Αγίου Πνεύματος. Προπάντων, ο ίδιος αρνείται να απολογηθεί για τα κείμενα αποδίδοντας τις προβληματικές πτυχές τους στους πολιτισμικούς, ηθικούς ή/και θρησκευτικούς περιορισμούς των συγγραφέων τους. Τίποτε δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αντίληψη του Ωριγένη από το να εξαπολύει ενοχλητικά αποσπάσματα στον κάλαθο των αχρήστων της ιστορίας, σαν τρομακτικά «απομεινάρια» μιας λιγότερο διαφωτισμένης εποχής. Αντιθέτως, η προσήλωσή του στην θεϊκή προέλευση της Αγίας Γραφής τον υποχρεώνει να αποδίδει ακόμη και τα πιο συγκεχυμένα χωρία στην πολυπλοκότητα του Πνεύματος. Πράγματι, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο Ωριγένης είναι πιο απόλυτος απ’ όλους τους υπερασπιστές του αλάνθαστου της Αγίας Γραφής: ακόμη και τα προφανή σφάλματα της Βίβλου υφίστανται για κάποιο λόγο. Και σκοπός αυτών των «προσκομμάτων» της Γραφής– των σκανδάλων όπως τα αποκαλεί ο Ωριγένης, προσδοκώντας ετυμολογικά τη λέξη σκάνδαλο που χρησιμοποιούμε σήμερα–  είναι να προκαλέσουν τη θεολογική φαντασία του αναγνώστη: «αποκλείοντάς και απαγορεύοντας μας»  από τη βιβλική αφήγηση, η ίδια η Σοφία του Θεού έχει σκοπό να μας έλξει προς μια «στενότερη οδό», η οποία «θα φανέρωνε μια ανώτερη και μεγαλειοδέστερη οδό, του άπειρου εύρους της θείας γνώσης».[3] Εκεί όπου το γράμμα της Γραφής απωθεί τις έντονές μας προσπάθειες να το αντιληφθούμε ως θεία αποκάλυψη, θα πρέπει να αναμένουμε μια πρόκληση για την αναγνώριση του πνευματικού βάθους του κειμένου.

Το εν λόγω τμήμα της Ωριγενικής σοφίας είναι πιθανότατα οικείο. Παρόλα αυτά, η πτυχή της βιβλικής ερμηνευτικής του που συχνά παραμένει αφανής έγκειται στον απαραίτητο ρόλο του ίδιου του ερμηνευτή να καταστήσει το κείμενο της Γραφής διαυγές για το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς την κριτική του προσοχή– στη λογική του συνέπεια, την ηθική του ποιότητα και τη θεολογική του ορθότητα, κρίσεις, δηλαδή, που απαιτούν τη νηφάλια χρήση του λόγου, τόσο του πρακτικού όσο και του καθαρού– ο Λόγος δεν μπορεί να αποκαλυφθεί. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Ωριγένη, η πνευματική ερμηνεία είναι η αλήθεια της Γραφής, η οποία συνοδεύεται με την αναμφισβήτητα ριζική παραδοχή ότι ο σαρκωμένος στο κείμενο Λόγος δεν είναι ακόμη αληθινός–δηλαδή δεν είναι ακόμα υπαρκτός–μέχρι να προσληφθεί το κείμενο με το ίδιο Πνεύμα σύμφωνα με το οποίο γράφτηκε. Άβυσσος άβυσσον επικαλείται, όμοιος ομοίω αεί πελάζει. Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και το μυστήριο της αναγνώρισης: «Κάποιος που έχει αφιερώσει τον εαυτό του σε έρευνες αυτού του είδους, με κάθε αγνότητα, νηφαλιότητα και νύχτες αγρύπνιας, θα μπορούσε ίσως διά αυτών των μέσων να ανιχνεύσει το κρυμμένο σε βάθος νόημα του Θεού που αποκρύπτεται στο συνηθισμένο ύφος της αφήγησης», φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να αναδειχθεί «συνεργός της γνώσης του Πνεύματος και συμμέτοχος της ίδιας της θείας βουλής». Επειδή «η ψυχή δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα της γνώσης παρά μόνο εμπνεόμενη από την αλήθεια της θείας σοφίας.».[4] Συνεπώς, η Γραφή αποκαλύπτεται κατά το μέτρο της προθυμίας των αναγνωστών της.  

Αν όλα αυτά φαίνονται υπερβολικά επαναστατικά– μπορούμε να αντιτείνουμε πως σίγουρα η Αγία Γραφή θα παρέμενε αληθινή δίχως τις αβέβαιες μας απόπειρες να την ερμηνεύσουμε– τότε ίσως η κατάπληξή μας αποτελεί μόνο μια ένδειξη για το που μπορεί να βρίσκονται οι προτιμήσεις του Ωριγένη εντός του νεώτερου χώρου της βιβλικής ερμηνείας. Επειδή, ο Αλεξανδρινός δεν ήταν οπαδός της κυριολεκτικής ερμηνείας, γνώριζε ότι η αλήθεια της Γραφής δεν αποτελεί–δανειζόμενοι μια φράση–  «ένα κομμένο νόμισμα που μπορεί να δοθεί και να κατατεθεί ολοκληρωμένο», αλλά αντίθετα πρέπει να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα πάλης σαν αυτής του Ιακώβ με σκοπό την απόσπαση μιας ευλογίας. Τίποτα απ’ τα παραπάνω, ασφαλώς, δεν καθιστά τον Ωριγένη έναν ρητορικό κριτικό avant la lettre. Οι δικές του ηθικές ευαισθησίες απείχαν αναμφίβολα πολύ από τα πρότυπα με τα οποία οι νεώτεροι ερμηνευτές της Βίβλου κρίνουν το κείμενο της Γραφής. Ωστόσο, υποδηλώνεται ότι η πατερική ερμηνεία ήταν κάπως λιγότερο «προ-κριτική» απ’ ό,τι συχνά υποθέτουμε. Από την εσχατολογία έως την βιβλική ερμηνευτική του, η ιδιοφυΐα του Ωριγένη έγκειται στην θεώρησή του τρόπου, με τον οποίο σαρκώνεται ο Λόγος ακόμη και όταν αντιστεκόμαστε στην ίδια την αποκάλυψη.   


[1] Origen, On First Principles 4.2.1 (Behr, 489). Όλα τα παραθέματα στο Περί των Πρώτων Αρχών λαμβάνονται από την αγγλική μετάφραση του λατινικού κειμένου του Ρουφίνου της Ακυληίας και των ελληνικών σωζόμενων αποσπασμάτων στο John Behr επιμ., και μτφρ., Origen: On First Principles, 2 τόμοι (Oxford: Oxford University Press, 2017 , συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων αριθμών σελίδων σε παρένθεση.

[2] Origen, On First Principles 4.2.1 (Behr, 487).

[3] Origen, On First Principles 4.2.9 (Behr, 515).

[4] Origen, On First Principles 4.2.7 (Behr, 509-510).

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ