Εκπαίδευση και Ακαδημία, Ηθική, Οικουμενικές και Διαθρησκειακές Σχέσεις

Η Διδασκαλία της Ορθόδοξης Ηθικής σε μια Προτεσταντική Θεολογική Σχολή Σκέψεις επί του κειμένου Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς

Δημοσιεύθηκε στις: 7 Φεβρουαρίου, 2024
52 views
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 7 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Σημείωση: Το εν λόγω δοκίμιο εκφωνήθηκε αρχικά ως τμήμα μιας συνεδρίας με θέμα το κείμενο Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς στην ετήσια συνάντηση του Συλλόγου Χριστιανικής Ηθικής το 2024.

Νομίζω ότι δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα περιβάλλον πιο ξένο στην Ορθοδοξία όσο η Θεολογική Σχολή ΜcAfee του Πανεπιστημίου Mercer, η οποία λειτουργεί εδώ και τριάντα χρόνια στα προάστια της Ατλάντα. Η εν λόγω Σχολή προέκυψε, αρχικά, ως ένα εγχείρημα Βαπτιστών του Νότου, εκδιωχθέντων από τις καθηγητικές τους έδρες μετά την επικράτηση των φονταμενταλιστών στη Συνέλευση των Νότιων Βαπτιστών (SBC).

Σήμερα, η Θεολογική Σχολή McAfee αντανακλά τον χαρακτήρα του ελεύθερου εκκλησιαστικού προτεσταντικού κόσμου στην Ατλάντα αλλά και πέραν αυτής, καθώς η διαδικτυακή διδασκαλία, η οποία αποτελεί ουσιαστικό μέρος της δραστηριότητάς μας, προσελκύει φοιτητές όχι μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και απ’ όλον τον κόσμο. Η φοιτητική μας κοινότητα περιλαμβάνει κυρίως Βαπτιστές, Πεντηκοστιανούς, καθώς και ανθρώπους που δεν ανήκουν σε κάποια χριστιανική ομολογία, ενώ ο αριθμός των γυναικών υπερτερεί ελαφρώς εκείνου των ανδρών. Εκτός απ’ αυτό, οι φοιτητές μας κατατάσσονται, κυρίως σε υψηλότερες ηλικιακές ομάδες και πάνω από το 50% αποτελείται από Αφροαμερικανούς. Επιπλέον, η πλειονότητα των φοιτητών θεωρούν τις αντιλήψεις της Συνέλευσης των Νότιων Βαπτιστών παρωχημένες και εκφράζουν, κατά κύριο λόγο, προοδευτικές πολιτικές και θεολογικές απόψεις.

Για τους παραπάνω λόγους, οι φοιτητές δεν εξεπλάγησαν όταν αποφάσισα να συμπεριλάβω το κείμενο Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς ως υποχρεωτικό ανάγνωσμα στο μάθημα Ηθικής το περασμένο εξάμηνο. Φαίνεται ότι οι φοιτητές δεν είχαν κάποια προηγούμενη εμπειρία με την Ορθοδοξία γενικά και σίγουρα δεν γνώριζαν τίποτα για το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ωστόσο, έχοντας αποκομίσει μια πολύ θετική εντύπωση μετά από μια πρώτη ανάγνωση του κειμένου Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς, το οποίο μου πρότεινε ο συνάδελφός μου Perry Hamalis, αποφάσισα να το προσθέσω στα αναγνώσματα όταν επανέφερα το μάθημα της Ηθικής. Τώρα αποτελεί τμήμα μιας σειράς αναγνωσμάτων όπως το Womanist Theological Ethics: A Reader [Αναγνωστικό Φεμινιστικής Θεολογικής Ηθικής] (επιμ. Katie Cannon κ.α.), το The Divided Mind of the Black Church [Διχασμένος Νους της Μαύρης Εκκλησίας] του Raphael Warnock, την ρωμαιοκαθολική Σύνοψη Διδασκαλίας της Κοινωνικής Διδασκαλίας της Εκκλησίας, το Jesus and the Disinherited  [Ο Ιησούς και οι Απόκληροι] του Howard Thurman, το The Minister as a Moral Theologian  [Ο Ποιμήν ωςΘεολόγος της Ηθικής της] Sondra Wheeler καθώς και το δικό μου κείμενο.

Χρησιμοποίησα το κείμενο Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς ακολουθώντας την ευέλικτη δομή του, ενώ ανάθεσα ολόκληρες ενότητες προς ανάγνωση σε συγκεκριμένες μέρες, όπως τη σημαντική δεύτερη ενότητα Η Εκκλησία στον Δημόσιο Χώρο (βλ. παρακάτω) ενώ συχνά επέλεγα να αναθέσω μία ή δύο από τις 82 αριθμημένες παραγράφους ανάλογα με τα επίκαιρα θέματα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η συνοπτικότητα του κειμένου, ιδίως όταν εξετάζεται μόνο μία παράγραφος για ένα ζήτημα, το καθιστά εξαιρετικά εύχρηστο για τους φοιτητές και τον καθηγητή. Συχνά, ξεκινούσα τις συζητήσεις στην τάξη με μια εργασία πάνω στο κείμενο Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. Αυτό δεν συνέβαινε μόνο επειδή ήταν πολύ πιο προσιτό σε σχέση με ένα μεγάλο κεφάλαιο οποιουδήποτε πανεπιστημιακού συγγράμματος, αλλά και διότι κατέληξα να θεωρώ ότι το ‘Υπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς παρέχει μια διανοητικά υγιή και δογματικά σοβαρή βάση για κάθε ζήτημα που πραγματεύεται.

Επιτρέψτε μου να εμβαθύνω περαιτέρω, προκειμένου να εισέλθουμε σε μια ουσιαστικότερη ανάλυση του κειμένου.

Ένας λόγος που επέλεξα να χρησιμοποιήσω το  Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς είναι επειδή πείστηκα πως θα παρείχε πράγματι σοβαρή δογματική θεολογική θεμελίωση τόσο στην χριστιανική ηθική όσο και στην χριστιανική κοινωνική ηθική, όχι ως νεωτερισμός, αλλά ως αποτέλεσμα μιας μακράς παράδοσης ανά τους αιώνες. Ορισμένες φορές προσφεύγω σε κείμενα της Ρωμαιοκαθολικής Κοινωνικής Διδασκαλίας στις τάξεις με τον ίδιο σκοπό, επειδή επιθυμώ οι φοιτητές να εξοικειωθούν με την Παράδοση με «Π» κεφάλαιο. Θέλω να κατανοήσουν την κληρονομιά της χριστιανικής πίστης, όπως αυτή διαμορφώθηκε ανά τους αιώνες.

Ένα σημαντικό κενό παρατηρείται στη διανοητική και θρησκευτική ανάπτυξη στους προτεστάντες που διδάσκω. Συχνά αναφέρουν ότι δεν λάμβαναν επαρκή κατάρτιση στη χριστιανική ηθική κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής τους εκπαίδευσης. Αν έχουν διδαχθεί κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί χριστιανική ηθική, αυτό συνήθως προέκυπτε είτε από μια κυριολεκτική ερμηνεία της Αγίας Γραφής, όπου η ηθική ορίζεται ως η εφαρμογή βιβλικών κειμένων σε συγκεκριμένα ζητήματα, είτε υπό την έντονη επιρροή ενός αυταρχικού πάστορα, ενώ ορισμένοι απ’ αυτούς έχουν υιοθετήσει το είδος του προοδευτικού λιμπεραλισμού που είναι ενδεικτικό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ορισμένων πολιτιστικών και θρησκευτικών χώρων. Η παντελής προτεσταντική άγνοια ακόμη και της έννοιας μιας χριστιανικής παράδοσης διδασκαλίας αποτελεί αδυναμία, η οποία εν συνεχεία προκαλεί περαιτέρω προβλήματα, όταν ανεπαρκώς προετοιμασμένοι ποιμένες τοποθετούνται σε εκκλησίες.

Υπέθεσα ότι η ενασχόληση με το περιεκτικό, αλλά όχι υπερβολικά ογκώδες κείμενο του Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς θα εισήγαγε, τουλάχιστον, τους φοιτητές σε μια παράδοση – ή μάλλον, σε έναν τρόπο ζωής άγνωστο σ’ αυτούς. Ακόμη κι αν ορισμένα σημεία του κειμένου προκαλούσαν αντιρρήσεις –όπως συμβαίνει συχνά– τουλάχιστον αντιλήφθηκαν ότι διαφωνούν με το μεγαλύτερο τμήμα της χριστιανικής ηθικής παράδοσης. Παράλληλα, συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να μάθουν πώς να επιχειρηματολογούν κατά των σημείων της παράδοσης με τα οποία διαφωνούσαν, αντί να τα απορρίπτουν αδιακρίτως ως ασύμβατα με τις τρέχουσες αντιλήψεις, ενώ η εν λόγω αντιμετώπιση ενισχυόταν περαιτέρω όταν είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν τη ρωμαιοκαθολική Σύνοψη της Κοινωνικής Διδασκαλίας της Εκκλησίας. Επιπλέον, το κείμενο Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς με βοήθησε να διδάξω στους Προτεστάντες ότι υφίσταται μια ευρεία χριστιανική παράδοση και πως δεν είναι έτοιμοι να ποιμάνουν αν δεν τη γνωρίζουν.

Το περιεχόμενο του κειμένου προκάλεσε αντιδράσεις στους πιο ένθερμους λιμπεραλιστές φοιτητές μου με τρόπο που δεν προξενεί έκπληξη. Για παράδειγμα, η δήλωση ότι «ἡ πορεία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἐπί τῆς γῆς…ἀρχίζει κατά τή στιγμή τῆς σύλληψης στη μήτρα» (§15) έχει επιπτώσεις που δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς μεταξύ όσων υποστηρίζουν το δικαίωμα στην άμβλωση.  Ενδιαφέρον παρουσιάζει, ωστόσο, το γεγονός ότι το πολιτιστικά πολωτικό ζήτημα των αμβλώσεων δεν τονίζεται στις παραγράφους που ακολουθούν. Αντ’ αυτού, το κείμενο επισημαίνει την προστασία της παιδικής αθωότητας, την αποτροπή της κακοποίησής των παιδιών στο χώρο της εκκλησίας, τη διαφύλαξή τους από την υπερβολική έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λόγω της αδυσώπητης πίεσης της αγοράς και τη «γενική βελτίωση τῶν ὅρων τῆς παιδικής ἡλικίας» (§16). Εν συνεχεία αναλύεται το ζήτημα των αμβλώσεων, όπου, ομολογουμένως, υιοθετείται μια συντηρητική θέση.

Αντιστοίχως, σε θέματα που αφορούν τη σεξουαλική ζωή και τον γάμο, εκφράζονται παραδοσιακές απόψεις που προκαλούν τις αντιδράσεις των μαθητών. Παρόλα αυτά, το κείμενο αποφεύγει τις πολιτισμικές αντιπαραθέσεις. Ο γάμος περιγράφεται ως ένωση μεταξύ ανδρός και γυναικός, χωρίς να διατυπώνεται οιαδήποτε αποδοκιμασία ενάντια στον γάμο μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου (§20). Στον πυρήνα της ανάλυσης του γάμου έγκειται η ιερότητά της ένωσης των συντρόφων, η οποία «ὑποδηλώνει με μυστικό τρόπο την ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ προς την Ἐκκλησία του» και συνεπάγεται τον θεολογικό κανόνα του αδιαίρετου δεσμού. Παρόλα αυτά, η παράγραφος (§22) διαφοροποιείται αναγνωρίζοντας ότι το διαζύγιο μπορεί να είναι αναγκαίο για την «προστασία τῶν πλέον εὐάλωτων μελῶν» της οικογένειας, επειδή «ὁ ἔγγαμος βίος διαλύεται συχνά χωρίς να ὑπάρχει δυνατότητα ἀποκατάστασης» και, συνεπώς, «ἡ Ἐκκλησία ἐπιτρέπει νέο γάμο, ἄν καί ἀναγνωρίζει στην ‘Ἀκολουθία εἰς Δίγαμον’ ὅτι ὁ δεύτερος γάμος ἀποτελεῖ συμβιβασμό και ὄχι το ἰδεῶδες.»

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το κείμενο Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς παρέχει μια πολύ προσεκτική αποδοχή της έννοιας των διαφορετικών σεξουαλικών «ταυτοτήτων» (τα εισαγωγικά στο πρωτότυπο). Σε μια καλά διατυπωμένη πρόταση, επισημαίνεται πώς «πολλές ἀπό τίς κλίσεις και τίς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας και τῆς καρδιάς, σε μεγάλο βαθμό μᾶς συνοδεύουν ἀπό τη γέννησή μας», ενώ εν συνεχεία υποστηρίζεται με εντονότερο τρόπο ότι «ἡ προστασία ἀπό κάθε δίωξη ἤ νομικό κώλυμμα, ἀπόρροια τῆς σεξουαλικότητας του θά πρέπει να θεωρεῖται ὡς ἕνα βασικό δικαίωμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου – το ὁποίο κανένα κράτος ἤ ἀρχή δεν δικαιοῦται νά παραβιάσει.» Το κείμενο καλεί, επίσης, όλους τους χριστιανούς «να ἀντιστέκονται ἀπέναντι σέ ὅλες τίς μορφές διάκρισης σέ βάρος τοῦ πλησίον τους…οἱ χριστιανοί ποτέ δέν καλοῦνται νά μισήσουν ἤ νά περιφρονήσουν κάποιον.» (§19).

Συνεπώς, όσον αφορά τα θέματα του γάμου, της σεξουαλικής ζωής και της άμβλωσης, τηρούνται παραδοσιακές θέσεις, αλλά με καίριες διαφοροποιήσεις και χωρίς καταδικαστικές εκφράσεις. Εν τω μεταξύ, υπάρχουν ευχάριστες εκπλήξεις και προκλήσεις σε άλλα σημεία. Επιτρέψτε μου να αναφέρω δύο από τα πιο ενδιαφέροντα και σημαντικά:

  • Η εισαγωγή του κειμένου προσφέρει μια προσεκτική θεμελίωση του «κοινωνικοῦ ἦθους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας», η οποία αξίζει να ληφθεί ως παράδειγμα προς μίμηση για κείμενα ηθικής. Αρχικά, γίνεται αναφορά στη δημιουργία του ανθρώπου κατ’ εικόνα Θεού με σκοπό την αγαπητική κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό «με τον πλησίον και ολόκληρο τον κόσμο» (§1-2). Κάθε ανθρώπινο πρόσωπο θεωρείται «μοναδικό και ἀπείρως πολύτιμο, ἐνῶ ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ» (§3). Η σημαντική για τους Ορθόδοξους διδασκαλία της Θεώσεως περιγράφεται ως «ὁ ἕσχατος προορισμός, στον ὁποῖο ἔχουμε κληθεῖ» (§3) όχι μόνο ατομικά, αλλά και συλλογικά. Αν και θα προτιμούσα διαφορετική φρασεολογία, είναι σημαντικό για τους αναγνώστες να αναφέρω εδώ αυτά τα θέματα. Επιπλέον, η έμφαση στην αναζήτηση της Βασιλείας του Θεού (§4) και στην υπακοή στη διδασκαλία του Χριστού (§6) αποτελούν ευπρόσδεκτες προσθήκες στη θεολογική και βιβλική θεμελίωση του κοινωνικού ήθους. Εκτός από αυτά, τονίζεται η σημασία της πρώτης Αποστολικής εκκλησίας, η οποία «δημιούργησε γιά τον ἑαυτόν της ἕνα νέο εἶδος πολιτεύματος, μακριά ἀπό τίς ἱεραρχίες τῆς ἀνθρώπινης διακυβέρνησης και ὅλες τίς χρόνιες καί ὀξείες μορφές κοινωνικῆς καί πολιτικής βίας, ἐπί τῶν ὁποῖων θεμελιώνονται αὐτές οἱ ἱεραρχίες.» (§6).  Αυτό θέτει τις βάσεις για την επισήμανση της ευχαριστιακής ζωής της Εκκλησίας ως το «ἀληθινό χριστιανικό πολίτευμα» (§8) και ως πρότυπο για κάθε ανθρώπινη κοινότητα. Έπειτα ακολουθεί μια σύντομη θεμελίωση της ηθικής με βάση το φυσικό δίκαιο, για την οποία παρατίθενται ελληνόφωνοι πατέρες αντί του Θωμά Ακινάτη, ενώ το τελικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι η διαθήκη μας με τον Θεό εν Χριστώ «δεν καταργεῖ τον φυσικό νόμο ἀλλά μᾶλλον τον διευρύνει, καθιστῶντας ἀπόλυτες τίς ἀπαιτήσεις του ἀπέναντί μας.» (§7). Η εν λόγω εισαγωγή περιλαμβάνει μόνο οκτώ σελίδες απ’ το σύνολο του κειμένο.
  • Νομίζω ότι η υποστήριξη της δημοκρατίαςστην δεύτερη ενότητα (§8-14– Ἡ Ἐκκλησία τον δημόσιο χῶρο), καθώς και η απόρριψη κάθε μορφής χριστιανικού εθνικισμού, είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η εν λόγω ανάλυση προτρέπει τους πιστούς να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στη Βασιλεία του Θεού, διακρίνοντάς την, παράλληλα, απ’ τα βασίλεια αυτού του κόσμου (§8). Εν συνεχεία, αναφέρεται ότι «οἱ χριστιανοί ἔζησαν κάτω ἀπό ποικίλες μορφές διακυβέρνησης» στο ρου της ιστορίας, ενώ υπενθυμίζεται ότι μπορούν να ζήσουν έντιμα και υπό την εξουσία διαφόρων πολιτιστικών συστημάτων. Παράλληλά, ωστόσο, επισημαίνεται ότι οι Χριστιανοί παραμένουν «ξένοι και παρεπίδημοι», ενώ πρέπει να είναι πάντοτε έτοιμοι να αντισταθούν ή να μην πειθαρχήσουν, αν αυτό απαιτεί η υπακοή στο θέλημα του Θεού (§9).  Αναφέρεται, επίσης, ότι «θα ἦταν παράλογο και ἔκφραση ἀγνωμοσύνης ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν νά μην αἰσθάνονται πραγματική εὐγνωμοσύνη ἀπέναντι στο ἰδιαιίτερο δημοκρατικό πνεῦμα τῆς σύγχρονη ἐποχῆς», ενώ οι Ορθόδοξοι καλούνται να στηρίξουν τη δημοκρατία αντί να «ὑποταγοῦν σέ μια ἐξουθενωτική και ἀπό πολλές ἀπόψεις φαντασιακή νοσταλγία μιᾶς ‘χρυσῆς ἐποχῆς’, ἡ ὁποῖα ἔχει πρό πολλοῦ παρέλθει» (§10). Έτσι ακριβώς! Τα παραπάνω προετοιμάζουν την εξής θέση: «ἀπαγορεύεται ἀπόλυτα στούς χριστιανούς να δημιουργήσουν ἕνα εἴδωλο πολιτισμικῆς, ἐθνοτικής ἤ ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἕνα εἶδος ‘χριστιανικοῦ ἐθνικισμοῦ’ εἶναι ἀδιανόητο» (§11). Επιπλέον, το κείμενο καταδικάζει με οξείς χαρακτηρισμούς την επανεμφάνιση της «ρατσιστικῆς ἰδεολογίας» σε ορισμένους κύκλους· μια βλάσφημη ιδέα που αντιβαίνει πλήρως το ορθόδοξο κοινωνικό ήθος. Εκτός από αυτό, κάθε Ορθόδοξη κοινότητα, αν εντοπίσει την ύπαρξη ρατσιστικού εξτρεμισμού στους κόλπους της πρέπει να τον αποκηρύξει  πάραυτα, ενώ οι υποστηρικτές του πρέπει «να εκτεθούν, να καταδικαστούν και να εκδιωχθούν». Μου φαίνεται ότι σ’ αυτό το σημείο η γλώσσα του κειμένου είναι ποιοτικά εφάμιλλη με τη διαχρονική και επίκαιρη Διακήρυξη του Μπάρμεν.

Από τους συνομιλητές ζητήθηκε να θέσουν μία ή δύο ερωτήσεις. Ακολουθούν οι δικές μου:

  1. Μήπως οι συγγραφείς διαμόρφωσαν κατά τέτοιο τρόπο τη φρασεολογία του κειμένου ούτως ώστε να υποβαθμίσουν τη σημασία του πολιτιστικού πολέμου και, ενδεχομένως, να εξουδετερώσουν οποιαδήποτε αυξανόμενη τάση προς την ακροδεξιά, όπως παρατηρείται μεταξύ των Ορθοδόξων στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού;
  2. Λαμβάνοντας υπόψιν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022 και την αποτροπιαστική υπεράσπισή της εκ μέρους του Πατριάρχου Μόσχας Κυρίλλου, μήπως θα ήθελαν οι συντάκτες του κειμένου να κάνουν κάποιο σχόλιο σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του σ’ αυτό το νέο πλαίσιο;

Συγχαίρω τους συντάκτες του  Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς, το οποίο θα κατέχει μια περίοπτη θέση στον κατάλογο ανάγνωσης της τάξης μου και το επόμενο εξάμηνο. Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση να προβληματιστούμε επ’ αυτού. Ήταν ευχαρίστησή μου.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

  • David P. Gushee

    David P. Gushee

    Καθηγητής Χριστιανικής Ηθικής στο Πανεπιστήμιο Mercer

    Ο αιδεσιμότατος Δρ. David P. Gushee (PhD. Θεολογική Σχολή Union, Νέα Υόρκη) είναι καθηγητής Χριστιανικής Ηθικής του Πανεπιστημίου Mercer, Χριστιανικής Κοινωνικής Ηθικής του Πανεπιστημίου Vrije καθώς και Ανώτερος ερευνητικός εταίρος στο Διεθνές Κέντρο Θεολογικών Μελετών των Βαπτιστών. Ο Dr. Gushee...

    Διαβάστε το πλήρες βιογραφικό του συγγραφέα και δείτε τα υπόλοιπα άρθρα του.

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ