Θεολογία, Φύλο και Σεξουαλικότητα

Γάμος ομόφυλων ζευγαριών στην Ελλάδα: Μια κριτική θεώρηση

Δημοσιεύθηκε στις: 14 Φεβρουαρίου, 2024
323 views
Αξιολόγηση αναγνωστών:
2.3
(4)
Reading Time: 6 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Την Πέμπτη, το ελληνικό κοινοβούλιο αναμένεται να ψηφίσει το νομοσχέδιο αναφορικά με το δικαίωμα στο γάμο και την τεκνοθεσία για τα ομόφυλα ζευγάρια. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η πρωτοβουλία προέρχεται από τον κεντροδεξιό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος αντιμετωπίζει την έντονη αντίθεση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Παρόλο που η Ιερά Σύνοδος αναγνωρίζει τη νομοθετική εξουσία του κράτους, επιμένει ότι οι νόμοι πρέπει να είναι εναρμονισμένοι με την δική της άποψη για τη χριστιανική ηθική, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί μια πολυφωνική δημοκρατία. Για όσους από εμάς είμαστε πολίτες μιας πλουραλιστικής δημοκρατίας, είναι ιδιαίτερα σημαντική η ορθή επισήμανση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου ότι  «η εμπειρία της ατομικής και εθνικής μας ταυτότητας πρέπει να βιώνεται εντός ενός πλουραλιστικού και πολυπολιτισμικού πλαισίου.»[i]

Ως Ελληνοαμερικανή δεύτερης γενιάς, δεν υπάγομαι στη δικαιοδοσία της Ιεράς Συνόδου, ωστόσο, παραμένω μέλος του συλλογικού σώματος της Εκκλησίας, της «ουράνιας μητέρας μας που μας γεννά και μας μυσταγωγεί στη λειτουργική ζωή». Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Εκκλησία «ενσαρκώνεται, φανερώνεται και πραγματώνεται σε κάθε   τοπική  κοινότητα», και γι’ αυτό όλοι οι πιστοί είμαστε μέλη της.

Η Ιερά Σύνοδος υποστηρίζει ότι η αντίθεσή της στο προτεινόμενο νομοσχέδιο βασίζεται στην Αγία Γραφή, την κανονική και την πατερική παράδοση. Ωστόσο, η ερμηνεία που παρέχει είναι τόσο περιοριστική με αποτέλεσμα να υπονομεύει την Ορθόδοξη διδασκαλία περί προσώπου.

Επιπλέον, στην ανακοίνωσή της αναφέρει ότι «η νομοθέτηση αυτή συγκρούεται με τη χριστιανική ανθρωπολογία» και προειδοποιεί ότι ο γάμος μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου «ανατρέπει τους ρόλους των φύλων» προωθώντας την κατάργηση της «πατρότητας και της μητρότητας». Η εν λόγω πεποίθηση ότι οι γυναίκες και άνδρες γονείς αποτελούν ένα καθορισμένο ζεύγος προσώπων προϋποθέτει την ουσιοκρατική θεώρηση του φύλου και ακριβώς αυτή η υιοθέτηση του ουσιοκρατισμού του φύλου είναι ασύμβατη με την ορθόδοξη θεολογία του προσώπου.

Ειδικότερα, ο ουσιοκρατισμός του φύλου θεωρεί ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε ταυτόχρονα διακριτές και συμπληρωματικές ομάδες, οι οποίες συμβαδίζουν με το βιολογικό φύλο (αρσενικό/θηλυκό), την ταυτότητα φύλου (άνδρας/γυναίκα), τον σεξουαλικό προσανατολισμό (ετεροφυλόφιλος), καθώς και τους ρόλους των φύλων (αρσενικός/θηλυκός). Το πρόβλημα εδώ δεν είναι η αναγνώριση της διαφορετικότητας, αλλά κυρίως, ο τρόπος, με τον οποίο προκαθορίζεται η προσωπικότητα και οι σχέσεις βασιζόμενες σε μια θεωρία αμετάβλητων χαρακτηριστικών.

Για να ενισχύσει τη θέση της, η Ιερά Σύνοδος αναφέρεται στους στίχους 1:27-28 από το βιβλίο της Γενέσεως: «ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς…λέγων αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε», παραθεωρώντας εσκεμμένα το γεγονός ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν τους εν λόγω στίχους με εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Όμως ακόμη κι αν δεχόμασταν την στενά κυριολεκτική ερμηνεία της Ιεράς Συνόδου, το κείμενο της Γενέσεως  αναφέρει, επίσης, ότι ο θεός δημιούργησε την «ημέρα» και τη «νύχτα». Αυτό σημαίνει άραγε ότι δεν δημιούργησε  το σούρουπο, την αυγή και το λυκόφως, παρόλο που αυτά δεν αναφέρονται στο κείμενο;  Όταν λέμε πώς ο Θεός είναι το Άλφα και το Ωμέγα, εννοούμε άραγε ότι είναι μόνο ο πρώτος και ο τελευταίος; Ή μήπως υποδηλώνουμε ότι ο Θεός είναι το παν από την αρχή έως το τέλος; [ii] Ίσως, όταν ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ως αρσενικό και θηλυκό να δημιούργησε και όλα τα ενδιάμεσα. 

Στην πραγματικότητα, η Ορθόδοξη Θεολογία μας αποτρέπει από το να κατηγοριοποιούμε τα ανθρώπινα όντα με οποιοδήποτε ουσιοκρατικό τρόπο. Η ορθόδοξη κατανόηση του προσώπου, όπως φανερώνεται στην Τριαδολογία και την Χριστολογία, υποδεικνύει ότι τα ανθρώπινα πρόσωπα, με όλη την πολυπλοκότητά τους, δεν μπορούν να ενταχθούν σε ουσιοκρατικές κατηγοριοποιήσεις.

Η Αγία Τριάδα, όπως επισήμανε ο Μητροπολίτης Περγάμου κυρός Ιωάννης (Ζηζιούλας), παρέχει ένα πρότυπο για το ανθρώπινο πρόσωπο, το οποίο υπερβαίνει οποιαδήποτε κατηγοριοποίηση. Τα πρόσωπα της Αγίας Τριαδος– Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα– κοινωνούν της ιδίας ουσίας και ενέργειας, αλλά το καθένα έχει το δικό τον τρόπο υπάρξεως (υπόσταση). Αντίστοιχα, οι άνθρωποι, εικονίζοντας την Αγία Τριάδα, μετέχουν σε μια κοινή ανθρώπινη ουσία, από την οποία απορρέουν ορισμένα χαρακτηριστικά (π.χ. φυλή, σωματότυπος, φύλο, γένος), καθώς και οι παραλλαγές τους.[iii] Το σύνολο των χαρακτηριστικών διακρίνει κάποιον ως άτομο, το οποίο όμως διαφέρει από την προσωπικότητά του (υπόσταση).

Το πρόσωπο αποτελεί την ιδιαίτερη ταυτότητα του ατόμου, η οποία αναδύεται μέσα από τις σχέσεις του με τους άλλους. Για παράδειγμα, η υπόσταση του Αγίου Πνεύματος φανερώνεται μέσα από τις σχέσεις Του με τα υπόλοιπα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Το Άγιο Πνεύμα μας συγκροτεί ως ανεπανάληπτα μοναδικά πρόσωπα που μετέχουν στην σχέση του Υιού με τον Πατέρα. Επομένως, κάθε ανθρώπινο πρόσωπο δεν υπόκειται σε καμία κατηγοριοποίηση και υπερβαίνει την κοινή ανθρώπινη ουσία.

Εφόσον η Ορθοδοξία δίνει έμφαση στο πρόσωπο και όχι στο άτομο, η Ιερά Σύνοδος σφάλλει εστιάζοντας στα χαρακτηριστικά του ατόμου αντί στην υπόστασή του. Με άλλα λόγια, θεωρεί λανθασμένα την ΛΟΑΤΚΙ ταυτότητα φύλου ως καθοριστικό στοιχείο της προσωπικότητας.

Όπως η Τριαδολογία, έτσι και η Χριστολογία αναδεικνύει το πρόσωπο. Η υποστατική ένωση των δύο φύσεων του Χριστού, θείας και ανθρώπινης, αψηφά κάθε κατηγοριοποίηση καλώντας μας να κατανοήσουμε τα υπόλοιπα ανθρώπινα όντα όχι με βάση το «τι είναι αλλά σύμφωνα με τον τρόπο υπάρξεώς τους.»[iv]

Η παράλειψη της διάκρισης μεταξύ κοινής ουσίας και υποστάσεως, καθώς και η κοντόφθαλμη θεώρηση του ζητήματος εκ μέρους της Ιεράς Συνόδου οδηγεί σε πνευματική ζημία, ενώ παράλληλα δυσχεραίνει την γνήσια και πλήρη φανέρωση της ανεπανάληπτης εικόνας του Θεού μέσω των πιστών στην Εκκλησία. Όπως επισήμανε και ο Άγιος Αθανάσιος, Ο Θεός δεν «παρείχε αμυδρή γνώση για τον εαυτό Του, αλλά με πολλούς και διάφορους τρόπους φανερώθηκε».[v] Για τους παραπάνω λόγους, ο ουσιοκρατισμός των φύλων ακυρώνει την «πολυμορφία» και «πολυτροπία», καθώς εσφαλμένα προκαθορίζει τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους.

Εκτός από αυτό, δεν αρκεί να λέμε απλά ότι «αποδεχόμαστε» τους ανθρώπους, επιτρέποντάς τους να προσέρχονται στην εκκλησία ή επειδή τους παρέχουμε τη δυνατότητα ένωσης αστικού χαρακτήρα. Η αγάπη του Θεού, όπως φανερώνεται στην Αγία Τριάδα, αξιώνει να παραχωρούμε σε ένα άλλο άτομο την ελευθερία της διαφορετικότητας, αλλά ταυτόχρονα να βρίσκεται και εν κοινωνία μαζί μας. Αξιοσημείωτα είναι τα λόγια του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη: «Αν αγαπάμε τον άλλον όχι μόνο παρά το γεγονός ότι είναι διαφορετικός, αλλά ακριβώς λόγω της διαφορετικότητάς του, ή κυρίως επειδή είναι απλώς κάποιος άλλος, τότε βιώνουμε την ελευθερία ως αγάπη και την αγάπη ως ελευθερία.»[vi] Η Θέωση μάς καλεί να ενσαρκώσουμε μια κοινωνία οπού κανείς δεν απορρίπτεται απ’ τη μετοχή στα Μυστήρια βάσει ορισμένων αναλλοίωτων χαρακτηριστικών.   

Αν και η Ιερά Σύνοδος περιγράφει με όμορφο τρόπο τον χριστιανικό γάμο, με ή χωρίς παιδιά, όχι ως μια «απλή συμφωνία συμβίωσης, αλλά ως Ιερό Μυστήριο, μέσω του οποίου παρέχεται η χάρη του Θεού στη σχέση κοινωνίας…με στόχο την κοινή πορεία προς τη θέωση». Εντούτοις, η διευκρίνηση ότι αυτό ισχύει για τις σχέσεις μόνο ανδρών-γυναικών προϋποθέτει μια προσέγγιση του μυστηρίου βασισμένη σε αμετάβλητα χαρακτηριστικά.

Αξίζει να τονιστεί ότι η μυστηριακότητα φανερώνει την παρουσία του Θεού μέσω της μεταμόρφωσης της ύλης,[vii] καθώς κάθε υλικό στοιχείο ενέχει μυστηριακή δυναμική.[viii] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο γάμος, ως μυστήριο, δεν αποτελεί απλώς μια τελετουργία, αλλά έναν από κοινού ασκητικό αγώνα δύο ανθρώπων που μαθαίνουν να αγαπούν με τον τρόπο της αγάπης του Θεού. Επομένως, η παρουσία του Θεού στον γάμο και στον συζυγικό έρωτα δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε αμετάβλητα χαρακτηριστικά.

Επιπλέον, η Ιερά Σύνοδος υποστηρίζει παραπλανητικά ότι το Ιερό Μυστήριο του γάμου διακρίνεται από μια συνεχή και αμετάβλητη ιστορία. Η αλήθεια είναι ο γάμος δεν είχε συγκροτηθεί ως ξεχωριστό μυστήριο έως τον 10ο αιώνα, αλλά ακόμη και τότε η Εκκλησία δεν τελούσε γάμους για τους φτωχότερους (τη συντριπτική πλειοψηφία των Χριστιανών). Εκτός απ’ αυτο, οι γυναίκες που συχνά υπέφεραν λόγω  ενδοοικογενειακής βίας θεωρείτο ότι έπρεπε να την υπομένουν ως πράξη μαρτυρίου.

Εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: Εφόσον είμαστε όλοι μέλη της Εκκλησίας και  ο Ορθόδοξος γάμος, καθώς και η γονεϊκή ιδιότητα έχουν ως στόχο να μάθουμε να αγαπάμε όπως ο Θεός, γιατί τότε να αποκλείσουμε ορισμένους ανθρώπους απ’ την εμπειρία της αγάπης του Θεού;

Η Ιερά Σύνοδος αναρωτιέται: «ποιος είναι ο ουσιαστικός λόγος αυτής της απόφασης που αλλάζει συνολικά και άρδην τον θεσμό του γάμου και την ιδιότητα του γονέα και γιατί προωθείται με τόση επιμονή;» Μια ενδεχόμενη απάντηση είναι ότι η ίδια η πίστη μας το απαιτεί.


[i] Bartholomeos, P. (2007). The Ecumenical Patriarchate as a Beacon of Hope: Insights Into the Role of Religion in a Changing World. European View6(1), 117-124. https://doi.org/10.1007/s12290-007-0005-7

[ii] Rev. Kali Cawthon-Freels, Reclamation: A Queer Pastor’s Guide to Finding Spiritual Growth in the Passages Used to Harm Us (Nurturing Faith, 2022) 9. 

[iii] Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούσαν ότι η διαφοροποίηση του φύλου, η οποία διαμορφώνει την ανθρώπινη εμπειρία, δεν φανερώνει την κατ’ εικόνα δημιουργία του ανθρώπου βλ. Valerie Karras, “Patristic Views on the Ontology of Gender” in Personhood: Orthodox Christianity and the Connection Between Body, Mind, and Soul (Bergin and Garvey, 1996), p. 113-115; βλ. επίσης Catherine Frederick Frost, Church of our Granddaughters (Cascade Books, 2023), 28.

[iv] John Zizioulas, Communion and Otherness (T&T Clark, 2006), 23.

[v] Αθανάσιος Αλεξανδρείας, Λόγος περί της Ενανθρωπήσεως του Λόγου, PG 155-116CD.

[vi] Zizioulas, 10.

[vii] Aristotle Papanikolaou, “A Theology of Sex” in Orthodox Tradition and Human Sexuality (Fordham, 2022), 252.

[viii] Papanikolaou, 255. 

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 2.3 / 5. Vote count: 4

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ