Περιβαλλοντική Ηθική

Νηστεία, Βιομηχανία Τροφίμων και Ευχαριστιακή κατανάλωσηΣκέψεις κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής

Δημοσιεύθηκε στις: 15 Μαρτίου, 2024
Σύνολο προβολών 11
Αξιολόγηση αναγνωστών:
5
(2)
Reading Time: 5 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Καθώς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί προετοιμάζονται για την έλευση του Πάσχα συμμετέχοντας στη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θα πρέπει να αναλογιστούμε τους τρόπους με τους οποίους η εν λόγω πρακτική, εκτός του ότι αποτελεί πηγή πνευματικής ανανέωσης, μπορεί να συμβάλλει στην κοινωνική αλλαγή και την οικολογική αποκατάσταση. Για να αντιμετωπίσουμε τις οικολογικές προκλήσεις της εποχής μας, πρέπει να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου Α΄, στον οποίο έχει αποδοθεί και ο τίτλος «Πράσινος Πατριάρχης»: «Δεν χρειαζόμαστε μόνο τεχνολογική ικανότητα, αλλά έχουμε ανάγκη και από μια βαθύτερη μετάνοια, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, τουτέστιν ειλικρινή «αλλαγή του νου», καθώς και ριζική μεταμόρφωση του τρόπου ζωής.»[1] Εφόσον η Ορθόδοξη χριστιανική πρακτική της νηστείας εστιάζει στην κατανάλωση, νομίζω ότι η Ορθοδοξία μπορεί να διαλεχθεί με τον αναδυόμενο τομέα της ηθικής της διατροφής και να εγκαινιάσει την πραγμάτωση της «ριζικής μεταμόρφωσης του τρόπου ζωής»[2], ως θεμέλιο μιας νέας οικολογικής συνείδησης στον κόσμο.

Τι είναι όμως η νηστεία και ποιος ο σκοπός της; Σύμφωνα με τον Ορθόδοξο χριστιανισμό, η νηστεία συνίσταται στην αποχή από τα περισσότερα ζωικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου του κόκκινου κρέατος, των πουλερικών, των ψαριών και των γαλακτοκομικών. Θεωρείται ως άσκηση ή πνευματική πρακτική, η οποία προσλαμβάνει όλες τις βιολογικές, ψυχολογικές, πνευματικές πτυχές της ζωής μας σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στη νηστεία ως άσκηση της εγκράτειας που πρέπει να λαμβάνει χώρα από κοινού καθώς συμβάλλει στην ευημερία ολόκληρης της κοινότητας[3]. Επιπροσθέτως, εκτός από την καλλιέργεια των αρετών της εγκράτειας και της σωφροσύνης τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο, η νηστεία διακρίνεται επίσης από ιδιαίτερα ευεργετικές οικολογικές συνέπειες. Ως εκ τούτου, η νηστεία μπορεί να θεωρηθεί ως ένας τρόπος να εφαρμόσουμε τα μέτρα της οικολογικής μετάνοιας που μας καλεί να υιοθετήσουμε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Γιατί όμως επικεντρωνόμαστε στην ηθική της διατροφής;  Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο, η γεωργία έχει υποκύψει στις πιέσεις των εμμονών του νεοφιλελεύθερου οικονομικού παραδείγματος, το οποίο χαρακτηρίζεται από την υπερεξειδίκευση και την εμμονή στην ακατάπαυστη ανάπτυξη. Ως αποτέλεσμα, η εκβιομηχάνιση έχει μετατρέψει την γεωργία από μια ασχολία που εστίαζε στη διατήρηση της ζωής σε μια δραστηριότητα που συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην οικολογική κρίση την οποία αντιμετωπίζουμε. Η γεωργία αποτελεί έναν από τους κύριους οικονομικούς τομείς που ευθύνονται για την αυξημένη εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα,  υπερβαίνοντας κατά πολύ ακόμη και την αυτοκινητοβιομηχανία. Αυτό οφείλεται στη χρήση βαρέων μηχανημάτων και κακών πρακτικών εκμετάλλευσης του εδάφους. Επιπλέον, συμβάλλει στην ερημοποίηση και την αποψίλωση των δασών, λόγω της μετατροπής των δασικών εκτάσεων σε έδαφος προς γεωργική εκμετάλλευση. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι η γεωργία σήμερα αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους συντελεστές σπατάλης νερού, εξαιτίας της μετατροπής ερημικών εκτάσεων σε γεωργικές. Δεν πρέπει να λησμονούμε επίσης ότι η γεωργική βιομηχανία είναι υπεύθυνη για την υπερπαραγωγή καλλιεργειών, όπως το καλαμπόκι και η ζάχαρη, με σκοπό να προστίθενται χωρίς λόγο σε τρόφιμα όπως το ψωμί και οι κονσερβοποιημένες ντομάτες, κατ’ εντολή των ομάδων συμφερόντων που εκπροσωπούν αυτές τις βιομηχανίες. Η εν λόγω πρακτική δεν είναι μόνο επιζήμια για την υγεία των ανθρώπων, αλλά έχει μειώσει δραστικά την ποικιλομορφία των καλλιεργειών τον τελευταίο αιώνα. Αυτό με τη σειρά του προκάλεσε εκτεταμένη διάβρωση του ανώτερου εδάφους και μεγάλης κλίμακας εξάντληση των θρεπτικών συστατικών καθώς και μείωση της γονιμότητας των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Αν λάβουμε υπόψη στα παραπάνω την υπερβολική κατεργασία της καλλιεργήσιμης γης, καθώς και την άμετρη χρήση χημικών λιπασμάτων, καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι η μονοκαλλιεργητική εκβιομηχανισμένη γεωργία αποτελεί τον κύριο συντελεστή της οικολογικής κρίσης που βιώνουμε σήμερα.

Αυτό που συνέβη στην γεωργική βιομηχανία είναι λυπηρό, διότι η γεωργία αποτελούσε σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο το κατεξοχήν ευγενές επάγγελμα, δεδομένου ότι παρέχει τα απαραίτητα για τη διατήρηση της ζωής[4]. Δυστυχώς, όπως συμβαίνει με κάθε άλλο τρόπο βιοπορισμού τον 20ο και τον 21ο αιώνα, έτσι και η γεωργία και η παραγωγή τροφίμων έχουν υποκύψει στις πιέσεις των απαιτήσεων του οικονομικού συστήματος για υπερεξειδίκευση και διαρκή ανάπτυξη. Επομένως, η γεωργία δεν αποτελεί πλέον μια πρακτική που απαραίτητα συμβάλλει στην τοπική ευημερία και την ενδυνάμωση της κοινότητας, αλλά έχει μετατραπεί σε  τομέα παραγωγής τροφίμων που υπηρετεί το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές  στην παραγωγή κρέατος.  Οι πολυεθνικοί κολοσσοί παραγωγής τροφίμων συχνά ιδρύουν μονάδες συμπυκνωμένης σίτισης ζώων (CAFO), γνωστές ως «εργοστασιακές φάρμες», προκειμένου να παράγουν αρκετό κρέας, συχνά βοδινό, ούτως ώστε να καλύψουν την αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση λόγω της εξάπλωσης του «δυτικού» ή «αμερικανικού» τρόπου διατροφής  και της υπερκατανάλωσης της σύγχρονης κοινωνίας, με άμεση συνέπεια την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Η αποκατάσταση της φυσικής και οικολογικής αρμονίας και ζωτικότητας των υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων μπορεί να επιτευχθεί, εν μέρει, μέσω κοινών και συλλογικών περιόδων νηστείας κατά τη διάρκεια των οποίων οι άνθρωποι θα απέχουν από συγκεκριμένα τρόφιμα κατανοώντας το νόημα της αναγεννητικής διάστασης της νηστείας στη ζωή ως μια πνευματική άσκηση που συνδέεται με την οικολογική και κοινωνική πτυχή του εαυτού τους.

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί οφείλουν να συνειδητοποιήσουν ότι η νηστεία αποτελεί πυλώνα του οικολογικού ακτιβισμού, τον οποίο μιμούνται ακούσια εκκοσμικευμένα κινήματα διατροφής, όπως οι «Δευτέρες χωρίς κρέας», καλώντας σε περιοδική εποχή από τα ζωικά προϊόντα κατά τη διάρκεια του έτους. Υπάρχουν σημαντικά περιβαλλοντικά οφέλη από την εν λόγω αποχή σε κοινοτικό επίπεδο, καθώς μειώνεται δραστικά η παραγωγή εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η θανάτωση ζώων, ενώ κατ’ αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η ζήτηση για την ποικιλομορφία της φυτικής ζωής κάτι που μπορεί να συνδράμει στην διατήρηση της γενετικής ποικιλότητας και της γονιμότητας του εδάφους. Ωστόσο, ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα αυτών των εκκοσμικευμένων μορφών «νηστείας»  είναι ότι δεν επηρεάζουν επαρκώς την εκβιομηχανισμένη παραγωγή ζωικών προϊόντων, εφόσον δεν πραγματοποιούνται για παρατεταμένες χρονικές περιόδους και δεν είναι θεσμοθετημένες. Συνεπώς, καθίστανται απρόβλεπτες για τις επιχειρήσεις. Σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, οι κοινές νηστείες, όπως αυτές που συναντώνται στο Ορθόδοξο χριστιανικό ημερολόγιο είναι προβλέψιμες και ως εκ τούτου μπορούν να ληφθούν υπόψη από τους παραγωγούς ούτως ώστε να μειώσουν την παραγωγή τους κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν οικονομικά πλήγματα στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Εάν όλοι οι χριστιανοί συμμετείχαν τακτικά στις αυστηρές περιόδους νηστείας της Ορθοδοξίας, ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τους Ορθόδοξους χριστιανούς, οι επιχειρήσεις που τροφοδοτούν τη χριστιανική κοινότητα θα ήταν σε θέση να λάβουν υπόψη εκ των προτέρων αυτό το γεγονός στα επιχειρηματικά τους μοντέλα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα υπήρχε προβλέψιμη μείωση της ζήτησης για ζωικά προϊόντα, με αποτέλεσμα να παραγγέλλουν λιγότερα από τους προμηθευτές τους. Αυτοί, από την πλευρά τους, θα μπορούσαν να προβλέπουν μια τέτοια μείωση της ζήτησης και να προσαρμόζουν ανάλογα τις πρακτικές παραγωγής τους.

Εκτός από την κοινωνικο-οικολογική αλλαγή, η νηστεία και οι περίοδοι που τρώμε πιο απλά και προσεκτικά μας επιτρέπουν να εκτιμήσουμε καλύτερα την αξία της ίδιας της τροφής και μας προδιαθέτουν να σεβόμαστε τη φύση και το γεγονός της ζωής γενικότερα. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί να καταναλώνουν τρόφιμα που καλλιεργούνται βιοδυναμικά και με ανανεώσιμο τρόπο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι καταναλωτικές μας πρακτικές θα συμβάλουν διαρκώς στην αναγέννηση και ανανέωση της ζωής δίχως να γινόμαστε συνένοχοι στην πρόκληση της καταστροφής, του θανάτου και της ασθένειας των οικοσυστημάτων και των μυριάδων πλασμάτων που κατοικούν σ’ αυτά. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα αναφορικά με την αειφόρο γεωργία, η οποία αποτελεί ένα είδος ολικής βιολογικής και χωρίς άροση γεωργίας. Σ’ αυτήν την εκδοχή της γεωργίας, δεν χρησιμοποιούνται ούτε δηλητηριώδη χημικά ούτε σκληρή κατεργασία της καλλιεργήσιμης γης, ενώ επιπλέον έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην αποκατάσταση της παραγωγικής ζωτικότητας των εδαφών που έχουν υποστεί ερημοποίηση και μείωση της γονιμότητάς τους.

Καθώς βρισκόμαστε και πάλι στην ιερή  περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αναλογιζόμενοι τις διατροφικές μας επιλογές, ποιος καλύτερος τρόπος να προετοιμαστούμε και να προσδοκούμε την Ανάσταση από το να προσπαθήσουμε να υιοθετήσουμε διατροφικές συνήθειες που συμβάλλουν άμεσα στην ανανέωση και την αναζωογόνηση των οικοσυστημάτων από τα οποία αντλούμε τους πόρους για την ίδια μας τη ζωή;


[1] Μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στο Διεθνές Συνέδριο για την Ηθική, τη Θρησκεία και το Περιβάλλον, Πανεπιστήμιο του Όρεγκον, 5 Απριλίου, 2009

[2] Ibid.

[3] E.F. Morrison. St. Basil and his Rule: a Study in Early Monasticism (New York: Oxford University Press 1912), 111.

[4] Basil. The Long Rules. The Ascetical Works. The Fathers of the Church. M. Monica Wagner, C.S.C., trans. (Washington, D.C.: Catholic University of America Press, 1950), 312.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 5 / 5. Vote count: 2

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ