Εκπαίδευση και Ακαδημία

The Fear of Tomorrow in Religious Education in Greece

Δημοσιεύθηκε στις: 2 Απριλίου, 2024
Σύνολο προβολών 42
Αξιολόγηση αναγνωστών:
5
(1)
Reading Time: 5 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский
Religious Education

Τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, παρατηρήθηκε μια αισθητή μείωση του ενδιαφέροντος για τις θρησκευτικές σπουδές γενικά και ειδικότερα για το ουσιαστικό περιεχόμενο σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία, ενώ μέχρι σήμερα η εν λόγω τάση συνεχίζεται να ενδυναμώνεται. Τα προγράμματα σπουδών, τα οποία καταρτίστηκαν πριν από πενήντα έτη περίπου επικεντρώνονται κυρίως σε διδασκαλίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σε ηθικούς προβληματισμούς και βιβλικές αφηγήσεις, με λίγες αναφορές σε διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις ή σε ευρύτερα θεολογικά ζητήματα. Επομένως, η κριτική εξέταση του υφιστάμενου εκπαιδευτικού πλαισίου είναι αναγκαία, ενώ εγείρονται επίσης ερωτήματα σχετικά με την επάρκειά του στο συνεχώς εξελισσόμενο και ποικιλόμορφο θρησκευτικό περιβάλλον του σύγχρονου κόσμου.   

Ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους η Ορθοδοξία ταυτίζεται με την ελληνικότητα και παρόλο που η Εκκλησία της Ελλάδος δεν αποτελεί κρατική εκκλησία, η Ορθοδοξία, ωστόσο, ορίζεται ως η «επικρατούσα θρησκεία» στην ελληνική επικράτεια. Γι’ αυτό το λόγο, η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα δημόσια πράγματα της χώρας. Για παράδειγμα, ενώ τα αμερικανόπουλα απαγγέλουν κάθε πρωί τον «όρκο πίστης» προς τη σημαία, τα ελληνόπουλα απαγγέλουν την Κυριακή προσευχή στο σχολείο πριν την έναρξη των μαθημάτων. Επιπλέον, στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση οι μαθητές υποχρεούνται να παρακολουθούν το μάθημα των θρησκευτικών, από διδάσκοντες πτυχιούχους Θεολογίας.

Τη δεκαετία του 1960 συντελέστηκε μια αξιοσημείωτη αλλαγή στον χώρο της τριτοβάθμιας θεολογικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, καθώς η συντηρητική θεολογία που επικρατούσε έως τότε πέρασε μια φάση μεταρρυθμίσεων προαναγγέλλοντας σημαντικές αλλαγές στη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία τα επόμενα χρόνια. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι οικουμενικές σπουδές έχουν καταστεί αναπόσπαστο μέρος του προγράμματος των Θεολογικών Σπουδών παγκοσμίως, αυξάνοντας το ενδιαφέρον των φοιτητών σε πρωτοφανή επίπεδα. Ωστόσο, η τρέχουσα ενασχόληση με αυτά τα νέα ρεύματα φαίνεται ανεπαρκής για να αποφέρει απτά πνευματικά ή επιστημονικά οφέλη για τη Θεολογία και τη σύνδεση της Εκκλησίας με την ευρύτερη κοινωνία.

Η ιστορική σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το κράτος, ιδίως κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας μετά την πτώση του Βυζαντίου, δημιούργησε έναν μοναδικό και διαρκή δεσμό που συνεχίστηκε τα νεότερα χρόνια. Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας, η Εκκλησία ανέλαβε ρόλους ασύμβατους με το εσχατολογικό όραμα και ήθος της. Η ίδια λειτούργησε ως ζωτικός θεσμός για τις χριστιανικές κοινότητες εκείνη την περίοδο και η επιβίωση της εξασφαλίστηκε από τον σεβασμό των κρατικών αρχών προς αυτήν. Η εν λόγω ιστορική αλληλεξάρτηση μεταξύ κράτους και Εκκλησίας διατηρήθηκε, με την επιρροή της τελευταίας να γίνεται αισθητή ακόμη και τον 21ο αιώνα σε νομικά και δημόσια ζητήματα. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι η Ορθοδοξία όπως διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου, δεν έχει ακόμη συγκροτήσει μια δική της πολιτική θεολογία, ενώ το μοντέλο που ακολουθεί φαίνεται παρωχημένο και χαρακτηρίζεται ως «άτυπα θεοκρατικό».  

Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, οι θεολόγοι ανέλαβαν το ρόλο των κατηχητών, ενώ η κατήχηση ήταν υποχρεωτική για τους πιο μικρούς σε ηλικία μαθητές, καθιστώντας αναγκαία την προσέλευση στο κατηχητικό το Σαββατοκύριακο ως συμπληρωματική στοιχείο της εκπαίδευσης. Παρόλο που η κατήχηση παρέμενε μη-υποχρεωτική, οι οικογένειες που δεν παρότρυναν τα παιδιά τους να συμμετέχουν σ’ αυτήν και στις κυριακάτικες λειτουργίες έρχονταν αντιμέτωποι με κοινωνική αποδοκιμασία τόσο από μέρους των εκπαιδευτικών όσο και από άλλα μέλη της κοινωνίας. Η ενασχόληση με τα ίδια παραδοσιακά ζητήματα σε συνδυασμό με τα ξεπερασμένα εγχειρίδια που παραμένουν απαράλλακτα πάνω από μισό αιώνα, συμβάλλει στην έλλειψη ενδιαφέροντος για το μάθημα των θρησκευτικών και τις θεολογικές σπουδές γενικότερα τα τελευταία χρόνια. Αυτό οφείλεται επίσης σε ένα επικοινωνιακό χάσμα μεταξύ των θεολόγων προηγούμενων δεκαετιών, οι οποίοι δεν μπορούν να απαντήσουν στα νέα ερωτήματα που θέτουν οι νεότεροι, όπως σχετικά με το νόημα της θρησκείας στην εποχή της επιστήμης, τον ρόλο της Εκκλησίας σήμερα και τον βαθμός επιρροής της στο κράτος.  

Οι σχολικές τάξεις στη σύγχρονη εποχή διακρίνονται από ποικιλομορφία, αντανακλώντας τη νέα πολυπολιτισμική διάσταση και ασφαλώς σ’ αυτό το πλαίσιο η ενσωμάτωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης είναι επιβεβλημένη. Οι σύγχρονες διδακτικές προσεγγίσεις εστιάζουν στους μαθητές ως πρόσωπα και όχι στην τάξη ως σύνολο, υποβοηθούμενες από τις νέες τεχνολογίας που μπορούν να μεταμορφώσουν τη μαθησιακή εμπειρία. Επιπλέον, το διαδίκτυο και κυρίως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διευκολύνουν τη συγκρότηση μαθητικών κοινοτήτων με βάση τα ενδιαφέροντα τους. Αναμφίβολα η πανδημία του κορονοϊού (COVID-19) ανέδειξε τη σημασία της τεχνολογίας. Παρά αυτές τις εξελίξεις, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας παραμένει επιφυλακτικό απέναντι στη χρήση νέων μεθόδων επικοινωνίας και την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον.

Η Ορθόδοξη Θεολογία προσαρμόζεται στον χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών και ενσωματώνει στο επιστημονικό της φάσμα τις κοινωνικές επιστήμες, αναγνωρίζοντας τη δυναμική εμπλοκή της Εκκλησίας με τη Nεωτερικότητα. Αντλώντας από πρωτογενείς πηγές όπως η Αγία Γραφή και η ιστορία η θεολογία καθίσταται ένας ζωτικός επιστημονικός κλάδος, παράλληλα η διεπιστημονική συνεργασία με τους κλάδους της κοινωνιολογίας, της φιλοσοφίας, της φιλολογίας, των πολιτικών επιστημών, της ιστορίας και της αρχαιολογίας αναδεικνύει τη δυναμική της θεολογίας ως επιστήμης σήμερα.

Οι μαθητές και οι φοιτητές καλούνται να διεξάγουν έρευνα χρησιμοποιώντας ποικίλα εργαλεία και να συμμετέχουν σε διαλόγους με τους συμμαθητές και τους συμφοιτητές για κοινωνικά, περιβαλλοντικά και πολιτιστικά θέματα μέσα από μια θρησκευτική προοπτική. Με τη συνδρομή του καθηγητή, αυτές οι συζητήσεις παρέχουν έναν ασφαλή χώρο για την πρακτική διερεύνηση συνάφειας της πίστης με αυτά τα πολύπλευρα ζητήματα. Παρά τις προσπάθειες υπέρβασης της ομολογιακής προσέγγισης στη θρησκευτική εκπαίδευση, ο διάλογος δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές, ιδιαίτερα σε όσους ενδιαφέρονται για τη λειτουργική πτυχή της Εκκλησίας, να γεφυρώσουν τη θεωρία με το βίωμα. Η εν λόγω ενασχόληση συνδέεται με την ενεργό συμμετοχή στα μυστήρια, ιδιαίτερα στην Ευχαριστία και στην εθελοντική συμμετοχή σε τοπικά ενοριακά προγράμματα, όπως τη διοργάνωση εκδηλώσεων για τους μη-προνομιούχους και τη προσφορά εκπαιδευτικής υποστήριξης σε ευάλωτες οικογένειες.   

Είναι επιτακτική ανάγκη οι θεολόγοι καθηγητές να αναφέρονται στην Ορθόδοξη διδασκαλία αναδεικνύοντας τη σημασία της για τις προκλήσεις και τα ζητήματα της σημερινής κοινωνίας ούτως ώστε να ενισχύσουν τη συμμετοχή των μαθητών. Επιπλέον, η χρήση διαδραστικών εργαλείων, καθώς και οι διαδικτυακές πηγές που σχετίζονται με την Ορθόδοξη παράδοση εκ μέρους των εκπαιδευτικών μπορεί να συνδράμει στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ της Παράδοσης και της σύγχρονης εμπειρίας των μαθητών.

Η πίστη, ως βιωματικό φαινόμενο φαίνεται να έχει αποσυνδεθεί από τη θρησκευτική εκπαίδευση. Οι τρέχουσες παιδαγωγικές μέθοδοι συχνά εμμένουν σε ξεπερασμένα πρότυπα, παρεμποδίζοντας την κατανόηση και την ενασχόληση των μαθητών. Η προσαρμογή της διδασκαλίας στην παρούσα κατάσταση περιλαμβάνει διαδραστικές στρατηγικές, όπως τον διάλογο, την αφήγηση, την ενασχόληση με θέματα από την καθημερινότητα και διαλέξεις προσκεκλημένων. Καθώς οι σημερινές τάξεις αποτελούνται από μαθητές με διαφορετικό κοινωνικό και πολιτιστικό υπόβαθρο, η καλλιέργεια μιας θετικής και χωρίς αποκλεισμούς ατμόσφαιρας καθίσταται ζήτημα ύψιστης σημασίας. Ένα φιλόξενο περιβάλλον ενθαρρύνει τους μαθητές να μοιράζονται τις απόψεις τους και να θέτουν ερωτήματα χωρίς φόβο. Η εν λόγω προσέγγιση εμπλουτίζει τη μαθησιακή εμπειρία, καθιστώντας την συναρπαστική και μοναδική για κάθε μαθητή.

Η αποδυνάμωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στον Ορθόδοξο κόσμο οφείλεται στην αμέλεια του κράτους να επικαιροποιήσει τα προγράμματα  σπουδών και προσαρμόζοντάς τα στα δεδομένα του σύγχρονου κόσμου. Η έλλειψη συμπερίληψης και προσαρμογής με τις πολιτισμικές αλλαγές και τη νέα κοινωνική πραγματικότητα διευρύνει το χάσμα ακόμη περισσότερο. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, είναι αναγκαία η αλλαγή μέσω της χρήσης σύγχρονων εργαλείων επικοινωνίας καθώς και μέσω της έμφασης στην πολυπολιτισμικότητα. Επιπροσθέτως χρειάζεται μια περισσότερο ενεργή προσέγγιση για τον ουσιαστικό μετασχηματισμό αναφορικά με την κατανόηση της θρησκείας και τη διαμόρφωση των θρησκευτικών σπουδών στα σχολεία. Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, οφείλει να διαλεχθεί με τη κοινωνία γενικά και με τη νέα γενιά ειδικότερα, άρα πρέπει να γίνει πιο προσιτή στους νέους και να λάβει υπόψη τα προβλήματα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν.

Η συμμετοχή της Εκκλησίας θα πρέπει να διακρίνεται από διαφάνεια και συμπεριληπτικότητα. Αντί να λειτουργεί με μυστικότητα ή επιδεικτικά η Εκκλησία θα πρέπει να απευθύνεται ανοιχτά σε όλους. Εκτός από τις συμβατικές πράξεις φιλανθρωπίας θα πρέπει να προσαρμόζεται ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στις ποικίλες ανάγκες της κοινότητας, παρέχοντας πρόσβαση σε ειδικούς για την υποστήριξη της ψυχικής υγείας ως εναλλακτική λύση στην εξομολόγηση. Μπορεί επίσης να υποστηρίξει τις εκδηλώσεις των τοπικών κοινοτήτων με τη διάθεση κονδυλίων για την ενίσχυση σημαντικών κοινωνικών δραστηριοτήτων. Η εν λόγω προσέγγιση διασφαλίζει ότι ο ρόλος της Εκκλησίας θα είναι ουσιαστικός αναδεικνύοντας το ειλικρινές της ενδιαφέρον για την ευρύτερη κοινότητα.

Η εν λόγω ενεργή προσέγγιση θα αναγνωρίζει τη μεταβαλλόμενη επικοινωνιακή δυναμική διασφαλίζοντας ότι η Εκκλησία θα παραμένει παρούσα στις ανάγκες της νεότερης κοινωνίας.

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

  • Κρυσταλλία Λατσάρα

    Κρυσταλλία Λατσάρα

    Φοιτήτρια στη Θεολογική Σχολή Sankt Ignatios της Στοκχόλμης

    Η Κρυσταλλία Λατσάρα γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1997. Έχει σπουδάσει Θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (2015-219) και έχει λάβει επαγγελματική πιστοποίηση στον τομέα του Θρησκευτικού Τουρισμού και στη Διαχείριση Προσκυνηματικών Περιηγήσεων (2019-2021). Στο διάστημα αυτό παρακολούθησε...

    Διαβάστε το πλήρες βιογραφικό του συγγραφέα και δείτε τα υπόλοιπα άρθρα του.

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 5 / 5. Vote count: 1

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ