Διορθόδοξες Σχέσεις, Εκκλησιολογία

Ρίχνοντας τον πρώτο λίθο της αίρεσης Ας αφήσουμε τον Θεό μακριά απ’ αυτό!

Δημοσιεύθηκε στις: 19 Απριλίου, 2024
13 views
Αξιολόγηση αναγνωστών:
0
(0)
Reading Time: 6 minutes
Διαθέσιμο επίσης στα: English | Русский

Προηγουμένως είχα καταδικάσει αρκετές φορές τα κηρύγματα και τις πρακτικές του Πατριάρχη Μόσχας ως αιρετικά. Επιπλέον, η διδασκαλία του «Ρωσικού Κόσμου» έχει καταγγελθεί ως ανορθόδοξη και αιρετική. Το «Διάταγμα», επίσης, του Παγκόσμιου Ρωσικού Λαϊκού Συμβουλίου έχει χαρακτηριστεί ως ένα διαστρεβλωμένο δόγμα, ενώ ακόμη και η μνημόνευση του Πατριάρχη Κυρίλλου έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση. Όλα τα παραπάνω έχουν δικαίως προωθηθεί και διακηρυχθεί, μεταξύ άλλων, από αγαπητούς φίλους ανά την υφήλιο. Αν και δεν διαφωνώ καθόλου με τους συναδέλφους μου, οι οποίοι προσπαθούν απεγνωσμένα να αντιμετωπίσουν τον αδιανόητο εκφυλισμό, στον οποίο ενδεχομένως θα μπορούσε να κατρακυλήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία, αναρωτιέμαι, ωστόσο, αν αυτή είναι η μόνη σωστή προσέγγιση. Θα ήταν αξιέπαινο αν οι Ορθόδοξοι επίσκοποι καταδίκαζαν τον Πατριάρχη Μόσχας μέσω μιας σθεναρής συνοδικής απόφασης, όπως επίσης θα ήταν αξιοθαύμαστο αν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί έθεταν σε κίνηση μια αλυσιδωτή αντίδραση ορθώνοντας το ανάστημά τους ενάντια σε έναν δεσποτικό ποιμένα που έχει παρεκτραπεί (Πρβλ. Ψαλμός 118:176). Αλλά το ερώτημα που τίθεται είναι αν το κυνήγι αιρετικών έχει πράγματι κάποιο νόημα;

Ένας δυτικός θεολόγος έχει περιγράψει την έννοια του «αιρετικού»  ως κάτι «παράξενο και πέρα από κάθε φαντασία!». Αναμφισβήτητα, αυτό ισχύει για πολλούς που κατά ειρωνικό τρόπο θεωρούν τους εαυτούς τους Ορθόδοξους. Η αίρεση και η Ορθοδοξία δεν αποτελούν θεωρητικές έννοιες ή κοσμοθεωρίες που είναι πάντα αυστηρώς σαφείς ή αλληλοαποκλειόμενες, όπως ακριβώς και ο βίος των αγίων και των αμαρτωλών περιλαμβάνει τόσο ενάρετες όσο και φαύλες στιγμές. Παραφράζοντας την επιστολή Προς Διόγνητον μπορούμε να πούμε ότι οι χριστιανοί «δεν ξεχωρίζουν λόγω της εθνικότητας, της γλώσσας ή των εθίμων. Δεν κατοικούν δικές τους πόλεις, ούτε μιλούν ξένες διαλέκτους, ούτε έχουν διαφορετική κοινωνική συμπεριφορά.». Οι χριστιανοί αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας ευρύτερης κοινότητας, αναμειγνύονται με την κοινωνία αντί να διαχωρίζονται ή να απομονώνονται απ’ αυτήν. Αναγνωρίζουν με ταπεινότητα ότι η «ορθοδοξία» και η «αίρεση» είναι πιο ρευστές έννοιες απ’ ό,τι θα ήθελαν οι περισσότεροι άνθρωποι. Επομένως, τείνουν να αποφεύγουν να τις χρησιμοποιούν ως όπλα για να απορρίπτουν όσους έχουν διαφορετικές απόψεις. Αν έχουμε μάθει κάτι από τους αιώνες κατά τους οποίους αντιμετωπίστηκαν συνοδικά οι αιρέσεις είναι ότι δεν πρέπει να είμαστε ποτέ απόλυτα σίγουροι ή πεπεισμένοι για τα όρια της αλήθειας και της Εκκλησίας!

Υποψιάζομαι ότι η απόδοση αιρετικών κατηγοριών που κολλούν σε κάποιον την ετικέτα της «αίρεσης» και καυχιούνται για το σήμα κατατεθέν της Ορθοδοξίας μπορεί να κρύβουν μια απλοϊκή και επιφανειακή διαφυγή από ερωτήματα που θα έπρεπε όλοι μας οι Ορθόδοξοι χριστιανοί και οι εκκλησίες να απευθύνουμε στους εαυτούς μας. Ο όρος «αίρεση» δεν υποδηλώνει μόνο μια λανθασμένη διδασκαλία ή επιλογή. Πιο συγκεκριμένα και ορθότερα, σημαίνει άμβλυνση και περιορισμό της πληρότητας της πίστης. Προτιμώ τον «αποφατικό» ορισμό του «δόγματος και της αίρεσης» που πρεσβεύει ο Χρήστος Γιανναράς στο Αλφαβητάρι της Πίστης, (Αθήνα: Δόμος, 1983), σ. 31-32. : «ἡ λέξη αἵρεση σημαίνει τὴν ἐκλογή, ἐπιλογή καὶ προτίμηση ἑνὸς μέρους τῆς ἀλήθειας, εἰς βάρος τῆς ὁλόκληρης ἀλήθειας.».  Με άλλα λόγια, «αίρεση» είναι η απολυτοποίηση μιας –κατά τ’ άλλα ευγενούς και ενδεχομένως ακίνδυνης– διάστασης εις βάρος της καθολικής αλήθειας. Στην περίπτωση της διδασκαλίας του «Ρωσικού κόσμου», μπορεί να περιλαμβάνει την ειδωλοποίηση (αντί της εκτίμησης) της τέχνης και του πολιτισμού, ενώ στην περίπτωση του διατάγματος του «Ρωσικού λαού», μπορεί να διακρίνεται από μια ουτοπική (αντί αρμονική) σχέση μεταξύ της κοινωνίας και του κράτους.

Αυτή η κατάσταση είναι ιδιαίτερα εμφανής στις ατυχείς εθνικιστικές τάσεις που ταλανίζουν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Από αυτή την άποψη, η Ρωσία δεν αποτελεί εξαίρεση. Το 1872, η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως, αναφερόμενη στις «μυστικές» και «σχισματικές» (αντιχριστιανικές και αντικανονικές) δραστηριότητες της Βουλγαρικής Εξαρχίας ως «φυλετικὰς διακρίσεις καὶ ἐθνικὰς ἔρεις, ζήλους καὶ διχοστασίας», αν και απέφυγε να υιοθετήσει τον όρο «αίρεση», κατήγγειλε έντονα και διαπαντός την αλλότρια καταπάτηση εκκλησιαστικού εδάφους και την απρόκλητη παραβίαση της κανονικής δικαιοδοσίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρωτίστως προσδιόρισε ένα πρόβλημα εντός του Ορθόδοξου Χριστιανισμού συνολικά «βάζοντας τὸν δάκτυλον εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων.». Πόσες Ορθόδοξες Εκκλησίες είναι ένοχες διαμάχης ή ανταγωνισμού λόγω του φυλετισμού; Πόσες Ορθόδοξες Εκκλησίες τείνουν να εξυμνούν το έθνος και το κράτος; Πόσα Ορθόδοξα έθνη κατά πλειοψηφία συγχέουν τη λατρεία του Θεού με τη λατρεία του έθνους;

Μήπως οι περισσότερες, αν όχι όλες, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είναι ουσιαστικά πολύ πιο κοντά απ’ ό,τι παραδέχονται στη διεστραμμένη ρωσική ιδεολογία; Αναλογιστείτε τη «Μεγάλη Ιδέα» του Βυζαντίου ή τα πολυποίκιλα παράγωγά της που έχουν εμφανιστεί ιστορικά– και συνεχίζουν περιοδικά να αναδύονται με αποκρουστικό τρόπο– στην Ελλάδα, τη Σερβία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Γεωργία και την Ουκρανία. Μήπως οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στις πλειοψηφικά ορθόδοξες χώρες– όπως και οι προσήλυτοι στη λεγόμενη διασπορά– αισθάνονται πιο βολικά, υποταγμένοι σε συνθήκες απολυταρχίας και λιγότεροι ασφαλείς εντός μιας ανεξάρτητης δημοκρατίας; Υπάρχει μια διάχυτη παθολογία, ένας ιός που φαίνεται ότι μολύνει όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες όσον αφορά τον εθνοκεντρισμό και τις σχέσεις Εκκλησίας-κράτους. Το γεγονός είναι ότι πολλές από τις εκκλησίες και τους ιεράρχες μας– σε όλες τις δικαιοδοσίες αδιακρίτως– έχουν περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές με τη Μόσχα και τον Κύριλλο απ’ ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε ή να παραδεχτούμε. Η πραγματική διαφορά είναι αυτή του βαθμού παρά του είδους. Κι αν αυτό ισχύει, τότε ποιος δικαιολογείται να επιρρίψει πρώτος την κατηγορία περί αίρεσης;

Οι κατηγορίες για αίρεση προκύπτουν συχνά για κάθε είδους λόγους, όχι μόνο θρησκευτικούς ή πνευματικούς, αλλά και πολιτικούς ή προσωπικούς. Οποιοσδήποτε έχει διαφορετική θέση χαρακτηρίζεται πάντοτε και αβίαστα ως ανορθόδοξος ή ετερόδοξος. Από αυτή την άποψη, η καταδίκη του Πατριάρχη Κύριλλου ως αιρετικού μπορεί να μην είναι διαφορετική από την ύβρη– άλλωστε η αίρεση έχει έμφυτη την αλαζονεία και την έπαρση– που υποκινεί τον Ρώσο ιεράρχη να καταγγέλλει τόσο θρασύτατα και περιφρονητικά τη Δύση ως παρηκμασμένη «ανήθικη» και «διεφθαρμένη» και την εθνική Ουκρανική κυριαρχία ως «αποστασία» και «διάβρωση της Ορθοδοξίας», ενώ παράλληλα, υπερασπίζεται την επιθετικότητα του Πούτιν αποκαλώντας την «ιερό πόλεμο» ή «μεταφυσική μάχη» προς υπεράσπιση και υποστήριξη της «Αγίας Ρωσίας».   

Ίσως θα ήταν ορθότερο, πιο σαφές, ειλικρινές και αξιόπιστο, αν ήμασταν αρκετά ταπεινοί ούτως ώστε να αφήσουμε τον Θεό μακριά απ’ αυτό το ζήτημα. Υποστηρίζω πως μια τέτοια στάση μπορεί να καταστεί μια έγκυρη καθολική αρχή για την αποφυγή οποιασδήποτε συμπαιγνίας μεταξύ «όσων ανήκουν στον Καίσαρα και όσα ανήκουν στον Θεό.». Ένας θεολόγος είναι πιο σωστός θεολόγος όταν δεν νιώθει υποχρεωμένος να «δικαιώσει» τον Θεό προκειμένου να υπερασπιστεί μια συγκεκριμένη κοσμοθεωρία. Ένας επιστήμονας είναι καλύτερος επιστήμονας όταν δεν είναι υποχρεωμένος να φέρει στο προσκήνιο τον Θεό για την προώθηση μιας θεωρίας. Ακόμη και ένας πολιτικός σέβεται πραγματικά τους ψηφοφόρους του όταν δεν καταφεύγει σε μια «θρησκευτική» εξήγηση για να δικαιολογήσει κάποια καταστροφή.

Το να αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε μια μεταφυσική ή πνευματική δικαιολογία για να εξηγήσουμε τη διαστροφή και τη διαφθορά του Πατριάρχη Κύριλλου δεν σημαίνει ότι παραβλέπουμε τα αλαζονικά λόγια και τις πράξεις του. Πρέπει να έχουμε την απαίτηση να λογοδοτήσει, καταγγέλλοντας τις παράνομες πράξεις του, αντί να τον κατηγορούμε απλώς για την απιστία του. Είναι σημαντικό να είμαστε σαφείς και ειλικρινείς, να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να τον καυτηριάσουμε γι’ αυτό που είναι: ένας πολιτικός τραμπούκος και εγκληματίας πολέμου. Αυτό ακριβώς είναι ανίκανες να πράξουν πολλές Ορθόδοξες εκκλησίες γιατί τους λείπει η δύναμη και η ακεραιότητα. Είναι μήπως χειρότερο για τον ίδιο τον Κύριλλο να χαρακτηριστεί σχισματικός αποστάτης απ’ ό,τι βάναυσος εγκληματίας;

Ίσως το γεγονός ότι πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες, με εξαίρεση των Κωνσταντινούπολη, ήταν τόσο απρόθυμες ή φοβισμένες να ασκήσουν οποιαδήποτε κριτική στη Μόσχα, αποκαλύπτει μια αγωνιώδη, αν και ανομολόγητη αναγνώριση ότι και οι ίδιες μαστίζονται ουσιαστικά από τα ίδια ελαττώματα. Θα μπορούσαν και αυτές να στιγματιστούν ως αιρετικές. Το ζήτημα είναι το εξής: η Ορθόδοξη Εκκλησία γέννησε τον Κύριλλο και τους ομοίους τους. Η τραγωδία είναι ότι εμείς ως «ορθόδοξοι» τείνουμε να αναπαράγουμε ανθρώπους σαν τον Κύριλλο. Πιστεύοντας τον αντίθετο, απορρίπτοντας δηλαδή τον Κύριλλο ως έναν καρκίνωμα σε έναν υγιή κατά τ’ άλλα οργανισμό σημαίνει ότι κλείνουμε αυτάρεσκα τα μάτια μας και αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα.

Εν τέλει, ως Ορθόδοξες Εκκλησίες και Χριστιανοί καλούμαστε να κάνουμε κάτι περισσότερο απ’ το να καταδικάσουμε ή να αποφύγουμε να μνημονεύσουμε έναν ανάξιο προκαθήμενο. Πιστεύω ότι είμαστε υποχρεωμένοι να προσευχόμαστε πιο έντονα και επίμονα για τέτοιους αξιοθρήνητους ηγέτες. Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά μεταξύ μιας εκκλησιαστικής κοινότητας και ενός πολιτικού κόμματος. Το ζήτημα δεν είναι ότι οι ομοϊδεάτες του Κύριλλου έχουν υιοθετήσει μια στρεβλή αντίληψη για τον Θεό, αλλά πως ο ίδιος και οι υποτακτικοί του, πρώην και νυν, δεν πιστεύουν καν στον Θεό, δεν πιστεύουν σε τίποτα πέρα από τη δική τους εξουσία και δύναμη.  

Μήπως αυτός είναι ο λόγος που το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έχει αφαιρέσει τον Πατριάρχη Κύριλλο από τα Δίπτυχα; Μόνο ο θεός γνωρίζει, ενώ πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι ούτε το Φανάρι δεν πρέπει προβάλλει αξιώσεις αλάθητου. Αποτελεί, ωστόσο, τον λιμένα μιας μακράς παράδοσης και δοκιμασμένων πρακτικών όταν πρόκειται για την μνημόνευση άλλων προκαθημένων, συμπεριλαμβανομένου του Πατριάρχη Μόσχας. Ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί η ευθύνη και η διατήρηση της κοινωνίας συνάδει με την ειλικρινή αντιμετώπιση του εαυτού μας – με όλα τα ελαττώματά μας– αντί να αποκόπτουμε μέλη που αντιπαθούμε ή επιλέγουμε να αποκηρύξουμε. Η διατήρηση της κοινωνίας σημαίνει να βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη να παραδεχόμαστε ποιοι και τι είμαστε. Και πράγματι, πολλά απ’ αυτά που αντικατοπτρίζονται είναι πολύ άσχημα.

Ποτέ δεν θα πίστευα ότι θα παραδεχόμουν πως μπορεί να υπάρχουν κάποια ζητήματα που είναι καλύτερο να τα αφήσουμε στους επισκόπους. Ο Πατριάρχης Κύριλλος θα πρέπει να είναι ευγνώμων στο Φανάρι– καθώς και στους αμέτρητους επιεικείς και συγχωρητικούς πιστούς του Πατριαρχείου Μόσχας, εντός και εκτός Ρωσίας– για την πράγματι κανονική, ποιμαντική και επιεική στάση τους. Καθώς η περίοδος της Μεγάλης Σαρακοστής έρχεται προς το τέλος της ας συνεχίσουμε να «προσευχόμαστε αδιαλείπτως» για τη συμφιλίωση των πάντων και για να μας δοθεί η χάρις να «βλέπουμε τα δικά μας σφάλματα και να μην κρίνουμε τον αδελφό μας.». 

Print Friendly, PDF & Email

As you’ve reached the conclusion of the article, we have a humble request. The preparation and publication of this article were made possible, in part, by the support of our readers. Even the smallest monthly donation contributes to empowering our editorial team to produce valuable content. Your support is truly significant to us. If you appreciate our work, consider making a donation – every contribution matters. Thank you for being a vital part of our community.

To ιστολόγιο Δημόσια Ορθοδοξία (Public Orthodoxy) επιδιώκει να προωθήσει συζήτηση και συνδιάλεξη, παρέχοντας ένα φόρουμ για διαφορετικές απόψεις σε σχέση με σύγχρονα ζητήματα που αφορούν τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Οι απόψεις που εκφράζονται σ’ αυτό το άρθρο είναι αποκλειστικά του συγγραφέως και δεν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις των εκδοτών,των μεταφραστών, ή του Κέντρου Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών.

Σχετικά με τον συγγραφέα

Have something on your mind?

Thanks for reading this article! If you feel that you ready to join the discussion, we welcome high-caliber unsolicited submissions. Essays may cover any topic relevant to our credo – Bridging the Ecclesial, the Academic, and the Political. Follow the link below to check our guidlines and submit your essay.

Proceed to submission page

Αξιολογήστε αυτήν τη δημοσίευση

Σας φάνηκε ενδιαφέρον αυτό το άρθρο;

Κάντε κλικ στα αστεράκια για να το αξιολογήσετε!

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Γίνετε ο πρώτος/η που θα αξιολογήσει αυτό το άρθρο.

Μοιραστείτε αυτήν την δημοσίευση

Αποποίηση ευθυνών

Public Orthodoxy seeks to promote conversation by providing a forum for diverse perspectives on contemporary issues related to Orthodox Christianity. The positions expressed in the articles on this website are solely the author’s and do not necessarily represent the views of the editors or the Orthodox Christian Studies Center.

Σχετικά με το έργο

Μια Δημοσίευση του Κέντρου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου
Φόρντχαμ